ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
FLUOXETINE / GENERICS 20 mg Καψάκια, σκληρά
2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
Κάθε καψάκιο περιέχει 20mg φλουοξετίνης ως φλουοξετίνη υδροχλωρική.
Έκδοχο: 139,64 mg λακτόζης/καψάκιο
Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλέπε παράγραφο 6.1.
3. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΗ ΜΟΡΦΗ
Καψάκιο, σκληρό
Σκληρό καψάκιο ζελατίνης με αδιαφανές σώμα χρώματος ανοιχτού πράσινου και
αδιαφανές κάλυμμα χρώματος μωβ. Το σώμα του καψακίου φέρει την εντύπωση
“FL20” και το κάλυμμα το σύμβολο “α” με μελάνη χρώματος μαύρου.
4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις
Ενήλικες:
Μείζονα καταθλιπτικά επεισόδια.
Ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή.
Ψυχογενής βουλιμία: Η φλουοξετίνη ενδείκνυται ως συμπλήρωμα της
ψυχοθεραπείας, για τη μείωση των επεισοδίων υπερβολικής πρόσληψης τροφής
(Binge-eating) και των επεισοδίων διαταραχών συμπεριφοράς προς αντιρρόπηση των
συνεπειών της υπερβολικής πρόσληψης τροφής.
Παιδιά και έφηβοι ηλικίας 8 ετών και άνω:
Μείζον έως σοβαρό καταθλιπτικό επεισόδιο, εάν η κατάθλιψη δεν ανταποκρίνεται
στην ψυχολογική θεραπεία έπειτα από 4-6 συνεδρίες. Φαρμακευτική αγωγή με
αντικαταθλιπτικά θα πρέπει να χορηγείται σε παιδί ή σε νεαρό άτομο με μέτριας έως
σοβαρής βαρύτητας κατάθλιψη, μόνο σε συνδυασμό με ταυτόχρονη ψυχολογική
θεραπεία.
4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης
Για χορήγηση από του στόματος.
Μείζονα καταθλιπτικά επεισόδια:
Ενήλικες και ηλικιωμένοι ασθενείς: Η συνιστώμενη δόση είναι 20 mg ημερησίως. Η
δοσολογία θα πρέπει να επαναξιολογείται και να αναπροσαρμόζεται, εφόσον
καταστεί αναγκαίο, μέσα σε 3 έως 4 εβδομάδες από την έναρξη της θεραπευτικής
αγωγής και στη συνέχεια όποτε αυτό κρίνεται κλινικά αναγκαίο. Αν και, σε μερικούς
ασθενείς που δεν ανταποκρίνονται επαρκώς στη δόση των 20 mg, η αύξηση της
δοσολογίας πιθανά συνοδεύεται από αυξημένο ενδεχόμενο πρόκλησης ανεπιθύμητων
1
ενεργειών, αύξηση της δοσολογίας είναι δυνατό να γίνει σταδιακά έως τη μέγιστη
δόση των 60 mg (βλέπε παράγραφο 5.1). Οι αναπροσαρμογές της δοσολογίας θα
πρέπει να πραγματοποιούνται με προσοχή, σε εξατομικευμένη βάση για κάθε
ασθενή, έτσι ώστε οι ασθενείς να συντηρούνται σε θεραπεία με τη χαμηλότερη δόση
που έχει θεραπευτικό αποτέλεσμα.
Οι ασθενείς που πάσχουν από κατάθλιψη θα πρέπει να λαμβάνουν θεραπεία για
επαρκές χρονικό διάστημα διάρκειας τουλάχιστον 6 μηνών προκειμένου να
διασφαλισθεί η πλήρης απουσία συμπτωμάτων.
Ιδεοληπτική-Ψυχαναγκαστική Διαταραχή:
Ενήλικες και ηλικιωμένοι ασθενείς: Η συνιστώμενη δόση είναι 20 mg ημερησίως. Αν
και η αύξηση της δοσολογίας πιθανά συνοδεύεται από αυξημένο ενδεχόμενο
πρόκλησης ανεπιθύμητων ενεργειών σε υψηλότερες δόσεις, σε μερικούς ασθενείς,
σταδιακή αύξηση της δόσης είναι δυνατή έως τα 60 mg το ανώτατο μετά από δύο
εβδομάδες χορήγησης χωρίς θεραπευτική ανταπόκριση στη δόση των 20 mg.
Εάν δεν παρατηρηθεί κλινική βελτίωση εντός 10 εβδομάδων, θα πρέπει να
επανεξετάζεται η χορήγηση αγωγής με φλουοξετίνη. Εάν διαπιστωθεί ικανοποιητική
κλινική ανταπόκριση, η φαρμακευτική αγωγή είναι δυνατόν να συνεχιστεί σε
δοσολογία προσαρμοσμένη σε εξατομικευμένο επίπεδο. Αν και δεν υπάρχουν
συστηματικές μελέτες που να απαντούν στο ερώτημα του για πόσο χρόνο θα πρέπει
να συνεχίζεται η αγωγή με τη φλουοξετίνη, η ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή είναι
μία χρόνια κατάσταση, άρα κρίνεται σκόπιμη η συνέχιση της αγωγής, πέραν των
10 εβδομάδων, στους ασθενείς που έχουν ανταποκριθεί στη φαρμακευτική αυτή
αγωγή. Συνιστάται η αναπροσαρμογή της δοσολογίας να πραγματοποιείται με
προσοχή, σε εξατομικευμένο επίπεδο για κάθε ασθενή, ώστε να διατηρείται ο
ασθενής στη χαμηλότερη αποτελεσματική δοσολογία. Η ανάγκη χορήγησης της
φαρμακευτικής θεραπείας θα πρέπει να επανεκτιμάται περιοδικά. Ορισμένοι κλινικοί
συνιστούν ταυτόχρονη ψυχοθεραπεία συμπεριφοράς στους ασθενείς στους οποίους
έχει παρατηρηθεί κλινική βελτίωση με τη φαρμακοθεραπεία.
Η μακροχρόνια αποτελεσματικότητα (πέραν των 24 εβδομάδων), δεν έχει
επιβεβαιωθεί, στην ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή.
Ψυχογενής βουλιμία - Ενήλικες και ηλικιωμένοι: Συνιστάται μία δόση των 60 mg
ημερησίως. Η μακροχρόνια αποτελεσματικότητα (πέραν των 3 μηνών), δεν έχει
επιβεβαιωθεί στην ψυχογενή βουλιμία.
Ενήλικες - Όλες οι ενδείξεις: H συνιστώμενη δόση μπορεί να αυξηθεί ή να ελαττωθεί.
Δόσεις άνω των 80 mg/ ημέρα δεν έχουν συστηματικά αξιολογηθεί.
Η φλουοξετίνη είναι δυνατόν να χορηγηθεί ως εφάπαξ δόση ή σε διαιρεμένες δόσεις,
κατά τη διάρκεια ή ανάμεσα στα γεύματα.
Μετά τη διακοπή της χορήγησης του φαρμάκου, οι δραστικές ουσίες παραμένουν
στον οργανισμό του ασθενούς για εβδομάδες. Το γεγονός αυτό θα πρέπει να
λαμβάνεται υπόψιν κατά την έναρξη ή διακοπή της φαρμακευτικής θεραπείας.
Παιδιά και έφηβοι ηλικίας 8 ετών και άνω (μέτριο έως σοβαρό μείζον καταθλιπτικό
επεισόδιο):
Η θεραπευτική αγωγή θα πρέπει να ξεκινά και να τίθεται υπό την επίβλεψη ειδικού.
Η εναρκτήρια δόση είναι 10 mg/ημέρα χορηγούμενη ως μια δόση 2,5 ml υγρού
σκευάσματος φλουοξετίνης. Οι αναπροσαρμογές της δόσης θα πρέπει να
πραγματοποιούνται με προσοχή, σε εξατομικευμένη βάση, προκειμένου η θεραπεία
2
του ασθενούς να διατηρείται στη χαμηλότερη αποτελεσματική δόση. Έπειτα από την
παρέλευση μίας έως δύο εβδομάδων, η δόση μπορεί να αυξηθεί έως τα 20 mg/ημέρα.
Υπάρχει ελάχιστη κλινική εμπειρία από τη χορήγηση ημερήσιων δόσεων που
υπερβαίνουν τα 20 mg. Δεν υπάρχουν παρά μόνο περιορισμένα δεδομένα στην
περίπτωση που η χρονική διάρκεια της αγωγής υπερβαίνει τις 9 εβδομάδες.
Παιδιά με μικρότερο σωματικό βάρος:
Λόγω των υψηλότερων επιπέδων στο πλάσμα σε παιδιά με μικρότερο σωματικό
βάρος, το θεραπευτικό αποτέλεσμα μπορεί να επιτυγχάνεται με χαμηλότερες δόσεις
(βλέπε παράγραφο 5.2).
Για τους παιδιατρικούς ασθενείς που ανταποκρίνονται στη θεραπεία, η ανάγκη
χορήγησης συνεχούς θεραπείας, θα πρέπει να επαναξιολογείται έπειτα από 6 μήνες.
Στην περίπτωση που δε σημειωθεί κλινικό όφελος εντός 9 εβδομάδων, θα πρέπει να
επαναξιολογείται η καταλληλότητα της χορηγούμενης θεραπευτικής αγωγής.
Ηλικιωμένοι: Συνιστάται προσοχή κατά την αύξηση της χορηγούμενης δοσολογίας
και η χορηγούμενη ημερήσια δοσολογία δεν θα πρέπει γενικά να υπερβαίνει τα
40 mg. Η ανώτερη συνιστώμενη δόση είναι 60 mg/ ημέρα.
Σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια (βλέπε παρ. 5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες) ή
σε ασθενείς που λαμβάνουν εκ παραλλήλου άλλα φάρμακα που ενδέχεται να
αλληλεπιδράσουν με τη φλουοξετίνη (βλέπε παρ. 4.5 Αλληλεπιδράσεις), θα πρέπει
να εξετασθεί το ενδεχόμενο χορήγησης μικρότερων δόσεων ή δοσολόγησης σε
αραιότερα χρονικά διαστήματα (π.χ. 20 mg κάθε δεύτερη μέρα).
Συμπτώματα απόσυρσης που σημειώνονται με τη διακοπή της φλουοξετίνης: H
αιφνίδια διακοπή της αγωγής θα πρέπει να αποφεύγεται. Όταν διακόπτεται η αγωγή
με τη φλουοξετίνη, η δόση θα πρέπει να μειώνεται σταδιακά για χρονικό διάστημα
τουλάχιστον μίας έως δύο εβδομάδων για τη μείωση του κινδύνου εμφάνισης
πιθανών συμπτωμάτων απόσυρσης (βλέπε παραγράφους 4.4 και 4.8). Εάν
εμφανισθούν μη ανεκτά συμπτώματα με τη μείωση της δόσης ή με τη διακοπή της
αγωγής, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο επαναχορήγησης της δοσολογίας προ
της διακοπής. Στη συνέχεια, ο ιατρός θα πρέπει να επιχειρήσει ελάττωση της
δοσολογίας, αλλά με πλέον βαθμιαίο ρυθμό.
4.3 Αντενδείξεις
Υπερευαισθησία στη φλουοξετίνη ή σε κάποιο από τα έκδοχα.
Αναστολείς της Μονοαμινοξειδάσης (ΜΑΟΙ): Έχουν αναφερθεί σοβαρές, μερικές
φορές θανατηφόρες αντιδράσεις σε ασθενείς οι οποίοι ελάμβαναν έναν από τους
εκλεκτικούς αναστολείς επαναπρόσληψης της σεροτονίνης (SSRI) σε συνδυασμό με
έναν αναστολέα της μονοαμινοοξειδάσης (ΜΑΟΙ), καθώς και σε ασθενείς οι οποίοι
διέκοψαν τη λήψη του SSRI και στη συνέχεια έλαβαν αμέσως ΜΑΟΙ. Η αγωγή με
φλουοξετίνη θα πρέπει να αρχίζει μόνο μετά την παρέλευση 2 εβδομάδων από τη
διακοπή της αγωγής με μη-αναστρέψιμο ΜΑΟΙ και την επόμενη μέρα από τη
διακοπή ενός αναστρέψιμου ΜΑΟΙ-Α.
Σε ορισμένες περιπτώσεις εκδηλώθηκαν χαρακτηριστικά παρόμοια με εκείνα του
συνδρόμου της σεροτονίνης (το οποίο είναι πιθανόν να προσομοιάζει ή να
διαγνωσθεί σαν κακόηθες σύνδρομο από νευροληπτικά). Η κυπροεπταδίνη ή το
νατριούχο δαντρολένιο ενδέχεται να ανακουφίσουν τους ασθενείς, οι οποίοι
εμφανίζουν τέτοιου τύπου αντιδράσεις. Στα συμπτώματα της φαρμακευτικής
3
αλληλεπίδρασης με αναστολέα μονοαμινοοξειδάσης (ΜΑΟΙ) περιλαμβάνονται:
υπερθερμία, δυσκαμψία, μυοκλονία, αστάθεια του αυτόνομου νευρικού συστήματος
με πιθανές ταχείες διακυμάνσεις των ζωτικών σημείων, μεταβολές του επιπέδου
συνείδησης, οι οποίες περιλαμβάνουν σύγχυση, ευερεθιστότητα και ακραία διέγερση,
προοδευτικά εξελισσόμενη σε παραλήρημα και κώμα.
Ως εκ τούτου, η φλουοξετίνη αντενδείκνυται σε συνδυασμό με μη-εκλεκτικό ΜΑΟΙ.
Παρομοίως, θα πρέπει να παρέρχονται τουλάχιστον 5 εβδομάδες μετά τη διακοπή της
λήψης της φλουοξετίνης και προ της χορήγησης σκευάσματος ΜΑΟΙ. Εάν η
φλουοξετίνη δίδεται σε χρόνια χορήγηση και/ή σε υψηλή δόση, απαιτείται η
παρέλευση μεγαλύτερου χρονικού διαστήματος.
Ο συνδυασμός της φλουοξετίνης με αναστρέψιμο ΜΑΟΙ (π.χ. μοκλοβεμίδη) δεν
συνιστάται. Η χορήγηση της θεραπείας της φλουοξετίνης είναι δυνατόν να αρχίσει
την επόμενη ημέρα μετά τη διακοπή λήψης ενός σκευάσματος αναστρέψιμου ΜΑΟΙ
(π.χ. μοκλοβεμίδη).
4.4 Ιδιαίτερες προειδοποιήσεις και ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη χρήση
Χρήση σε παιδιά και σε εφήβους κάτω των 18 ετών:
Η εμφάνιση αυτοκτονικής συμπεριφοράς (απόπειρες αυτοκτονίας και σκέψεις
αυτοκτονίας), καθώς και η εμφάνιση εχθρότητας (κυρίως επιθετικότητα, εναντιωτική
συμπεριφορά και θυμός) παρατηρήθηκαν με μεγαλύτερη συχνότητα σε κλινικές
δοκιμές με παιδιά και εφήβους που λάμβαναν αντικαταθλιπτικά σε σύγκριση με τους
ασθενείς που λάμβαναν το εικονικό φάρμακο (placebo). Η φλουοξετίνη πρέπει να
χρησιμοποιείται μόνο σε παιδιά και εφήβους ηλικίας 8 έως 18 ετών για τη θεραπεία
των μειζόνων καταθλιπτικών επεισοδίων μέτριας έως σοβαρής βαρύτητας και δε θα
πρέπει να χρησιμοποιείται σε άλλες ενδείξεις. Εντούτοις, εάν αποφασισθεί να
χορηγηθεί σχετική αγωγή, λόγω κλινικής ανάγκης, ο ασθενής πρέπει να
παρακολουθείται με προσοχή για την πιθανότητα εμφάνισης αυτοκτονικών
συμπτωμάτων. Επιπλέον, είναι διαθέσιμα μόνο περιορισμένα στοιχεία αναφορικά με
τις μακροχρόνιες επιδράσεις στην ασφάλεια σε παιδιά και εφήβους
συμπεριλαμβανομένων επιδράσεων στη σωματική ανάπτυξη, στη σεξουαλική
ωρίμανση, στη διανοητική, στη συναισθηματική ανάπτυξη και στην ανάπτυξη της
συμπεριφοράς (βλέπε παράγραφο 5.3).
Σε μία κλινική μελέτη διάρκειας 19 εβδομάδων, παρατηρήθηκε μείωση του ύψους
και αύξηση του σωματικού βάρους στα παιδιά και τους εφήβους που έλαβαν αγωγή
με φλουοξετίνη (βλέπε παράγραφο 4.8). Δεν έχει τεκμηριωθεί το κατά πόσο
σημειώνεται επίδραση στην επίτευξη φυσιολογικού ύψους κατά την ενηλικίωση. Δεν
μπορεί να αποκλεισθεί η ενδεχόμενη επιβράδυνση της εφηβείας (βλέπε παραγράφους
5.3 και 4.8). Για το λόγο αυτό θα πρέπει να παρακολουθούνται η αύξηση και η
ανάπτυξη κατά την εφηβεία (ύψος, σωματικό βάρος και στάδιο παιδιατρικής
ανάπτυξης κατά TANNER) τόσο κατά τη διάρκεια όσο και μετά το πέρας της
θεραπείας με τη φλουοξετίνη. Σε περίπτωση που σημειώνεται επιβράδυνση σε μία
από αυτές τις δύο παραμέτρους, θα πρέπει να εξετάζεται η αναγκαιότητα παραπομπή
του ασθενούς σε παιδίατρο.
Κατά τη διάρκεια κλινικών παιδιατρικών μελετών αναφέρθηκαν συχνά μανία και
υπομανία (βλέπε παράγραφο 4.8). Για το λόγο αυτό, συνιστάται τακτική
παρακολούθηση για τυχόν εμφάνιση μανίας/υπομανίας. Η φλουοξετίνη θα πρέπει να
διακόπτεται σε ασθενή που εισέρχεται σε φάση μανίας.
Είναι σημαντικό, ο γιατρός που χορηγεί την αγωγή να συζητά επισταμένα με το
4
παιδί/ νεαρό άτομο και/ ή τους γονείς του για τους κινδύνους και τα οφέλη της
θεραπευτικής αγωγής.
Εξάνθημα και αλλεργικές αντιδράσεις: Εξάνθημα, αναφυλακτοειδή συμβάματα και
προοδευτικά εξελισσόμενα συστηματικά συμβάματα, μερικές φορές σοβαρά
(συμπεριλαμβανομένου του δέρματος, των νεφρών, του ήπατος ή των πνευμόνων)
έχουν αναφερθεί. Η χορήγηση της φλουοξετίνης πρέπει να διακόπτεται εάν
εμφανιστεί εξάνθημα ή άλλα αλλεργικά φαινόμενα, για τα οποία δεν μπορεί να
προσδιοριστεί κάποιος άλλος αιτιολογικός παράγοντας.
Επιληπτικές κρίσεις: Οι επιληπτικές κρίσεις είναι ένας πιθανός κίνδυνος της αγωγής
με αντικαταθλιπτικά φάρμακα. Επομένως, όπως συμβαίνει με άλλα
αντικαταθλιπτικά, η φλουοξετίνη θα πρέπει να ξεκινά με προσοχή σε ασθενείς με
ιστορικό εμφάνισης επιληπτικών κρίσεων. Η αγωγή θα πρέπει να διακόπτεται εάν
εμφανιστούν επιληπτικές κρίσεις στον ασθενή ή εάν παρατηρηθεί αύξηση στη
συχνότητα εμφάνισης αυτών. Η αγωγή με φλουοξετίνη θα πρέπει να αποφεύγεται σε
ασθενείς με μη σταθεροποιημένες επιληπτικές διαταραχές/επιληψία, ενώ οι ασθενείς
με ελεγχόμενη επιληψία θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά.
Μανία: Απαιτείται προσοχή κατά τη χορήγηση αντικαταθλιπτικών φαρμάκων σε
ασθενείς με ιστορικό μανίας/υπομανίας. Όπως συμβαίνει με όλα τα
αντικαταθλιπτικά, η αγωγή με φλουοξετίνη θα πρέπει να διακόπτεται σε
οποιονδήποτε ασθενή εισέρχεται σε μανιακή φάση.
Ηπατική/ Νεφρική Λειτουργία: H φλουοξετίνη μεταβολίζεται εκτεταμένα στο ήπαρ
και απεκκρίνεται από τους νεφρούς. Μικρότερη δόση, π.χ. η χορήγηση κάθε δεύτερη
ημέρα, συνιστάται σε ασθενείς με σημαντική ηπατική δυσλειτουργία. Κατά τη
χορήγηση της φλουοξετίνης στη δόση των 20 mg ημερησίως για 2 μήνες, σε ασθενείς
με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (GFR < 10 ml/min), οι οποίοι πρέπει να
υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση, δεν παρατηρήθηκαν διαφορές στα επίπεδα της
φλουοξετίνης ή της νορφλουοξετίνης στο πλάσμα, σε σύγκριση με τις αντίστοιχες
τιμές των ατόμων της ομάδας ελέγχου, με φυσιολογική νεφρική λειτουργία.
Καρδιακή Νόσος: Διαταραχές αγωγιμότητας, με αποτέλεσμα κολποκοιλιακό
αποκλεισμό, δεν παρατηρήθηκαν στο ΗΚΓ 312 ασθενών, οι οποίοι έλαβαν
φλουοξετίνη σε διπλές-τυφλές κλινικές μελέτες. Εντούτοις, η κλινική εμπειρία σε
ασθενείς με οξύ καρδιακό νόσημα είναι περιορισμένη, επομένως συνιστάται
προσοχή.
Απώλεια βάρους: Απώλεια βάρους ενδέχεται να εμφανιστεί σε ασθενείς, οι οποίοι
λαμβάνουν θεραπεία με φλουοξετίνη, αλλά αυτή είναι συνήθως ανάλογη του αρχικού
βάρους σώματος.
Σακχαρώδης Διαβήτης: Σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη, η θεραπεία με έναν
εκλεκτικό αναστολέα επαναπρόσληψης της σεροτονίνης (SSRI) είναι πιθανό να
μεταβάλλει το γλυκαιμικό έλεγχο. Υπογλυκαιμία έχει παρατηρηθεί κατά τη διάρκεια
αγωγής με φλουοξετίνη και υπεργλυκαιμία μετά τη διακοπή της λήψης του
φαρμάκου. Η δοσολογία της ινσουλίνης ή/και των από του στόματος
υπογλυκαιμικών παραγόντων ενδέχεται να απαιτεί αναπροσαρμογή.
Αυτοκτονία/ αυτοκτονικές σκέψεις ή κλινική επιδείνωση: Η κατάθλιψη συσχετίζεται
με αυξημένο κίνδυνο αυτοκτονικών σκέψεων, βλάβης του εαυτού και αυτοκτονίας
(συμβάματα που σχετίζονται με αυτοκτονία). Ο κίνδυνος αυτός εμμένει μέχρι την
εμφάνιση σημαντικής ύφεσης. Αφού η κλινική βελτίωση είναι πιθανόν να μην
παρατηρηθεί κατά τη διάρκεια των λίγων πρώτων εβδομάδων ή περισσότερο της
5
αγωγής, οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά μέχρι την εμφάνιση μίας
τέτοιας βελτίωσης. Είναι γενική κλινική εμπειρία ότι ο κίνδυνος για αυτοκτονία
πιθανά αυξάνει στα πρώιμα στάδια της ύφεσης.
Άλλες ψυχιατρικές καταστάσεις για τις οποίες η φλουοξετίνη συνταγογραφείται είναι
πιθανό επίσης να σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο για συμβάματα σχετιζόμενα με
αυτοκτονία. Επιπλέον, οι καταστάσεις αυτές μπορεί να συνυπάρχουν με μείζονα
καταθλιπτική διαταραχή. Οι ίδιες προφυλάξεις που αναφέρθηκαν για τη θεραπεία
ασθενών με μείζονα καταθλιπτική διαταραχή θα πρέπει για το λόγο αυτό να
ακολουθούνται και κατά την αντιμετώπιση ασθενών με άλλες ψυχιατρικές
διαταραχές.
Οι ασθενείς με αναμνηστικό συμβαμάτων που σχετίζονται με αυτοκτονία, ή εκείνοι
που εκδηλώνουν σημαντικό βαθμό αυτοκτονικού ιδεασμού προ της εισαγωγής σε
θεραπεία, ευρίσκονται σε μεγαλύτερο κίνδυνο για αυτοκτονικές σκέψεις ή απόπειρες
αυτοκτονίας, και θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά κατά τη διάρκεια της
αγωγής. Μια μετα-ανάλυση ελεγχόμενων με εικονικό φάρμακο (placebo) κλινικών
μελετών κατά τις οποίες χορηγήθηκαν αντικαταθλιπτικά, σε ενήλικες ασθενείς με
ψυχιατρικές διαταραχές, κατέδειξε αυξημένο κίνδυνο αυτοκτονικής συμπεριφοράς
στην περίπτωση που χορηγήθηκαν αντικαταθλιπτικά συγκριτικά με το εικονικό
φάρμακο (placebo) στους ασθενείς ηλικίας κάτω των 25 ετών.
Η φαρμακευτική θεραπευτική αγωγή θα πρέπει να συνοδεύεται από στενή
παρακολούθηση των ασθενών και ως επί τω πλείστον εκείνων που διατρέχουν
αυξημένο κίνδυνο και ιδιαίτερα κατά τα πρώιμα στάδια της θεραπείας και έπειτα από
κάθε μεταβολή στη δοσολογία. Οι ασθενείς (και οι περιθάλποντες) θα πρέπει να
γνωρίζουν για την ανάγκη προσεκτικής παρακολούθησης για την εμφάνιση κλινικής
επιδείνωσης, αυτοκτονικής συμπεριφοράς ή σκέψεων και μη φυσιολογικών αλλαγών
στην συμπεριφορά και θα πρέπει να αναζητούν ιατρική συμβουλή άμεσα εάν
παρουσιαστούν τα συμπτώματα αυτά.
Ακαθησία/ ψυχοκινητική ανησυχία: Η χρήση της φλουοξετίνης έχει συσχετισθεί με
την ανάπτυξη ακαθησίας, η οποία χαρακτηρίζεται από ένα αίσθημα ανησυχίας το
οποίο είναι για το άτομο αρκετά ή πολύ δυσάρεστο και από την ανάγκη να κινείται
κανείς συχνά, η οποία συνοδεύεται από αδυναμία να σταθεί κανείς χωρίς να κινείται
σε όρθια ή καθιστή θέση. Αυτό είναι πιθανότερο να παρατηρηθεί εντός των λίγων
πρώτων εβδομάδων της αγωγής. Στους ασθενείς που εμφανίζουν τα συμπτώματα
αυτά, η αύξηση της δόσης μπορεί να είναι επιβλαβής.
Συμπτώματα απόσυρσης που παρατηρούνται κατά τη διακοπή της θεραπείας με
εκλεκτικούς αναστολείς επαναπρόσληψης της σεροτονίνης (SSRIs): Τα συμπτώματα
απόσυρσης είναι συχνά όταν διακόπτεται η αγωγή, ιδιαιτέρως όταν η θεραπεία
διακοπεί αιφνιδίως (βλέπε παράγραφο 4.8). Στις κλινικές μελέτες, ανεπιθύμητες
ενέργειες μετά τη διακοπή της θεραπείας παρατηρήθηκαν περίπου στο 60% των
ασθενών που έλαβαν αγωγή είτε με φλουοξετίνη είτε με placebo. Αυτές οι
ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν σοβαρές στο 17% στην ομάδα υπό φλουοξετίνη και στο
12% στην ομάδα υπό αγωγή με το placebo.
Ο κίνδυνος εμφάνισης συμπτωμάτων απόσυρσης μπορεί να εξαρτάται από αρκετούς
παράγοντες όπως η διάρκεια και η δόση της αγωγής καθώς και ο ρυθμός μείωσης της
δόσης. Στα πλέον συνήθη συμπτώματα περιλαμβάνονται: ζάλη, διαταραχές
αισθητικότητας (συμπεριλαμβανομένης της παραισθησίας), διαταραχές του ύπνου
(συμπεριλαμβανομένης αϋπνίας και έντονων ονείρων), εξασθένιση, διέγερση ή
άγχος, ναυτία και/ή έμετος, τρόμος και κεφαλαλγία. Γενικά τα συμπτώματα αυτά
είναι ήπιας έως μέτριας έντασης, εντούτοις, σε μερικούς ασθενείς ενδέχεται να είναι
6
σοβαρής έντασης. Συνήθως παρατηρούνται εντός των πρώτων λίγων ημερών μετά
από τη διακοπή της αγωγής. Γενικά τα συμπτώματα αυτά είναι αυτοπεριοριζόμενα
και συνήθως υποχωρούν μέσα σε χρονικό διάστημα 2 εβδομάδων, αν και σε
ορισμένα άτομα μπορεί να είναι παρατεταμένα (2-3 μήνες ή περισσότερο). Επομένως
συνιστάται η σταδιακή μείωση της φλουξετίνης κατά τη διακοπή της αγωγής για μία
χρονική περίοδο τουλάχιστον μιας έως δύο εβδομάδων, ανάλογα με τις ανάγκες του
ασθενούς (βλέπε «Συμπτώματα απόσυρσης που παρατηρούνται με τη διακοπή της
φλουξετίνης», παράγραφο 4.2 ).
Αιμορραγία: Επιφανειακές αιμορραγικές διαταραχές (όπως εκχυμώσεις και πορφύρα)
έχουν αναφερθεί, σε ασθενείς υπό αγωγή με εκλεκτικούς αναστολείς
επαναπρόσληψης της σεροτονίνης (SSRI). Η εκχύμωση έχει αναφερθεί σαν μη συχνή
ανεπιθύμητη ενέργεια κατά τη διάρκεια της αγωγής με φλουοξετίνη. Άλλες
αιμορραγικές εκδηλώσεις (όπως γυναικολογικές αιμορραγίες, γαστρεντερικές
αιμορραγίες και λοιπές επιφανειακές ή βλεννογονικές αιμορραγίες), έχουν αναφερθεί
σπάνια. Συνιστάται προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν αγωγή με SSRI’s, ιδιαίτερα
με ταυτόχρονη λήψη από του στόματος αντιπηκτικών, φαρμάκων με γνωστή
επίδραση στην αιμοπεταλιακή λειτουργία (π.χ. άτυπα αντιψυχωσικά όπως η
κλοζαπίνη, οι φαινοθειαζίνες, τα περισσότερα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, η
ασπιρίνη, και τα ΜΣΑΦ) ή άλλων φαρμάκων τα οποία είναι πιθανό να αυξάνουν τον
κίνδυνο για αιμορραγία όπως επίσης σε ασθενείς με ιστορικό αιμορραγικών
διαταραχών.
Ηλεκτροσπασμοθεραπεία: Έχουν υπάρξει σπάνιες αναφορές παρατεταμένων
σπασμών σε ασθενείς υπό αγωγή με φλουοξετίνη, οι οποίοι υποβλήθηκαν σε
ηλεκτροσπασμοθεραπεία, γι’ αυτό απαιτείται προσοχή.
St John’s Wort: Αύξηση των σεροτονινεργικών επιδράσεων, όπως το σύνδρομο
σεροτονίνης, ενδέχεται να παρατηρηθεί σε ασθενείς οι οποίοι λαμβάνουν μαζί με την
αγωγή με εκλεκτικούς αναστολείς επαναπρόσληψης της σεροτονίνης και φυτικά
σκευάσματα που περιέχουν το St John’s Wort (Hypericum
perforatum/Υπερικό/Βαλσαμόχορτο).
Λακτόζη: Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη
γαλακτόζη, ανεπάρκειας Lapp λακτόζης ή δυσαπορρόφησης γλυκόζης – γαλακτόζης
δε θα πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
Σπάνιες περιπτώσεις ανάπτυξης συνδρόμου σεροτονίνης ή συνδρόμου που
προσομοιάζει με το κακόηθες σύνδρομο από νευροληπτικά, έχει αναφερθεί σε
ασθενείς υπό αγωγή με φλουοξετίνη, ιδιαίτερα όταν συγχορηγήθηκε με άλλα
σεροτονινεργικά (μεταξύ των οποίων και η L-τρυπτοφάνη) και/ή νευροληπτικά
φάρμακα. Επειδή οι συνδρομές αυτές ενδέχεται να επιφέρουν σοβαρές και μερικές
φορές απειλητικές για τη ζωή καταστάσεις, η αγωγή με φλουοξετίνη θα πρέπει να
διακόπτεται εάν εμφανιστούν τέτοιες ενέργειες (χαρακτηριζόμενες από ομάδα
συμπτωμάτων όπως υπερθερμία, δυσκαμψία , μυοκλονίες, αστάθεια του αυτόνομου
νευρικού συστήματος με πιθανές ταχείες διακυμάνσεις των ζωτικών σημείων,
μεταβολές του επιπέδου συνείδησης, περιλαμβανομένης της σύγχυσης, της
ευερεθιστότητας και της ακραίας διέγερσης που εξελίσσεται προοδευτικά σε
παραλήρημα και κώμα) και θα πρέπει να ξεκινήσει υποστηρικτική συμπτωματική
αγωγή.
4.5 Αλληλεπίδραση με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές
αλληλεπίδρασης
Μελέτες αλληλεπίδρασης έχουν πραγματοποιηθεί μόνο σε ενήλικες.
7
Χρόνος Ημιζωής: H μακρά ημιπερίοδος ζωής της φλουοξετίνης και της
νορφλουοξετίνης θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψιν (βλέπε Φαρμακοκινητικές
Ιδιότητες) όταν εξετάζονται οι φαρμακοδυναμικές και οι φαρμακοκινητικές
φαρμακευτικές αλληλεπιδράσεις (π.χ. μεταφορά από φλουοξετίνη σε άλλο
αντικαταθλιπτικό).
Αναστολείς της Μονοαμινοξειδάσης (ΜΑΟΙ): (βλέπε παρ. 4.3 Αντενδείξεις)
Μη-συνιστώμενη συγχορήγηση: MAOI-A (βλέπε παρ. 4.3)
Συνδυασμοί που απαιτούν προσοχή:
MAOI-Β (σελεγιλίνη): κίνδυνος του συνδρόμου σεροτονίνης. Συνιστάται η κλινική
παρακολούθηση του ασθενούς.
Φαινυτοΐνη: Μεταβολές στα επίπεδα του φαρμάκου στο αίμα έχουν παρατηρηθεί
κατά τη συγχορήγηση με τη φλουοξετίνη. Μερικές περιπτώσεις εκδήλωσης
τοξικότητας έχουν αναφερθεί. Συνιστάται να εξετάζεται το ενδεχόμενο της
συντηρητικής τιτλοποίησης της δόσης του συγχορηγούμενου φαρμάκου καθώς και η
παρακολούθηση της κλινικής κατάστασης του ασθενούς.
Σεροτονινεργικά φάρμακα: Η συγχορήγηση της φλουοξετίνης με σεροτονινεργικά
φάρμακα (π.χ. τραμαδόλη, τριπτάνες) μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο για σύνδρομο
σεροτονίνης. Η συγχορήγηση με τριπτάνες επιφέρει τον επιπλέον κίνδυνο της
στεφανιαίας αγγειοσυστολής και υπέρτασης.
Λίθιο και τρυπτοφάνη: Έχουν υπάρξει αναφορές συνδρόμου σεροτονίνης κατά τη
συγχορήγηση εκλεκτικών αναστολέων επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRI’s) με
λίθιο ή τρυπτοφάνη, επομένως η συγχορήγηση της φλουοξετίνης με τα φάρμακα
αυτά θα πρέπει να γίνεται με προσοχή. Όταν η φλουοξετίνη χορηγείται σε
συνδυασμό με λίθιο, απαιτείται συχνότερη και στενότερη κλινική παρακολούθηση.
Ισοένζυμο CYP2D6: Επειδή ο μεταβολισμός της φλουοξετίνης (όπως εκείνος των
τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών και άλλων εκλεκτικών επιδρώντων στη σεροτονίνη
αντικαταθλιπτικών) περιλαμβάνει το CYP2D6 ισοένζυμο των ηπατικών
κυτοχρωμάτων, η συγχορήγηση με άλλα φάρμακα που επίσης μεταβολίζονται στο εν
λόγω ενζυμικό σύστημα, μπορεί να επιφέρει φαρμακευτικές αλληλεπιδράσεις. Η
ταυτόχρονη θεραπεία με φάρμακα που μεταβολίζονται κυρίως από αυτό το
ισοένζυμο και έχουν μικρό θεραπευτικό εύρος (όπως φλεκαϊνίδη, ενκαϊνίδη,
καρβαμαζεπίνη, και τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά) θα πρέπει να προσαρμόζεται στο
χαμηλότερο σημείο του δοσολογικού τους εύρους. Επίσης, αυτή η τακτική θα πρέπει
να ακολουθείται εάν η φλουοξετίνη έχει χορηγηθεί τις προηγούμενες 5 εβδομάδες.
Από του στόματος αντιπηκτικά φάρμακα: Μεταβολή στις αντιπηκτικές επιδράσεις
(τιμές εργαστηριακών εξετάσεων και/ή κλινικά σημεία και συμπτώματα), χωρίς
σταθερό περίγραμμα, αλλά συμπεριλαμβανομένης της αυξημένης αιμορραγικής
διάθεσης, έχουν σπάνια αναφερθεί κατά τη συγχορήγηση της φλουοξετίνης με από
του στόματος αντιπηκτικά φάρμακα. Οι ασθενείς οι οποίοι λαμβάνουν αγωγή με
βαρφαρίνη θα πρέπει να έχουν προσεκτική παρακολούθηση της πηκτικότητάς τους
κατά την έναρξη της θεραπείας με φλουοξετίνη ή μετά τη διακοπή της (βλέπε
«Προειδοποιήσεις», Αιμορραγία).
Ηλεκτροσπασμοθεραπεία: Έχουν υπάρξει σπάνιες αναφορές παρατεταμένων
σπασμών σε ασθενείς υπό αγωγή με φλουοξετίνη, οι οποίοι υποβλήθηκαν σε
ηλεκτροσπασμοθεραπεία, γι’ αυτό απαιτείται προσοχή.
8
Αλκοόλ: Στις τυπικές δοκιμασίες η φλουοξετίνη δεν προκάλεσε αύξηση των τιμών
του αλκοόλ ή επίταση των επιδράσεών του. Εντούτοις, η λήψη αλκοόλ από ασθενείς
υπό αγωγή με αναστολείς επαναπρόσληψης της σεροτονίνης (SSRI) δεν προτείνεται.
St John’s Wort: Όπως συμβαίνει με άλλους αναστολείς επαναπρόσληψης της
σεροτονίνης (SSRI) φαρμακοδυναμικές αλληλεπιδράσεις ενδέχεται να
παρατηρηθούν κατά τη συγχορήγηση της φλουοξετίνης με φυτικά σκευάσματα που
περιέχουν St John’s Wort (Hypericum perforatum/Υπερικό/Βαλσαμόχορτο) με
αποτέλεσμα αύξηση των ανεπιθύμητων ενεργειών.
4.6 Κύηση και γαλουχία
Ορισμένες επιδημιολογικές μελέτες υποδηλώνουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακών
ανωμαλιών που συσχετίζονται με τη χρήση της φλουοξετίνης κατά το πρώτο τρίμηνο της κύησης. Ο
υποκείμενος μηχανισμός είναι άγνωστος. Επί του συνόλου, τα δεδομένα υποδηλώνουν πως η
συχνότητα που αντιστοιχεί στον κίνδυνο γέννησης ενός βρέφους με καρδιαγγειακή ανωμαλία όταν η
μητέρα εκτέθηκε σε φλουοξετίνη είναι περίπου 2/100, σε σύγκριση με αναμενόμενη συχνότητα
περίπου 1/100 για αυτού του είδους τις ανωμαλίες στο γενικό πληθυσμό.
Επιπλέον, όταν η φλουοξετίνη χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης, θα πρέπει επίσης να
επιδεικνύεται προσοχή, ιδιαίτερα κατά το τελικό στάδιο της κύησης ή λίγο πριν την έναρξη του
τοκετού, επειδή έχουν αναφερθεί οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες στα νεογνά: ευερεθιστότητα,
τρόμος, υποτονία, επίμονο κλάμα, δυσκολία θηλασμού ή ύπνου. Αυτά τα συμπτώματα μπορεί να είναι
ενδεικτικά είτε σεροτονινεργικών επιδράσεων ή συνδρόμου απόσυρσης. Ο χρόνος εμφάνισης και η
διάρκεια αυτών των συμπτωμάτων ενδέχεται να σχετίζονται με τη μακρά ημιπερίοδο ζωής της
φλουοξετίνης (4-6 ημέρες) και του ενεργού της μεταβολίτη, της νορ-φλουοξετίνης (4-16 ημέρες).
4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών
Η φλουοξετίνη έχει καθόλου ή αμελητέα επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και
χειρισμού μηχανών.
Αν και έχει δειχθεί ότι η φλουοξετίνη δεν επηρεάζει τις ψυχοκινητικές ιδιότητες σε
υγιείς εθελοντές, κάθε ψυχοδραστικό φάρμακο ενδέχεται να επηρεάσει την κρίση ή
τις δεξιότητες. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται ώστε να αποφεύγουν την
οδήγηση των αυτοκινήτων ή το χειρισμό επικίνδυνων μηχανών, μέχρις ότου
βεβαιωθούν επαρκώς ότι η απόδοσή τους δεν έχει επηρεαστεί.
4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες ενδέχεται να μειωθούν στην ένταση και στη συχνότητα
εμφάνισής τους με τη συνέχιση της αγωγής και κατά κανόνα δεν οδηγούν σε διακοπή
της.
Όπως συμβαίνει με όλους τους αναστολείς επαναπρόσληψης της σεροτονίνης
(SSRI), οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν αναφερθεί:
Ανεπιθύμητες ενέργειες αυτής της κατηγορίας
Οι επιδημιολογικές μελέτες, οι οποίες διεξάχθηκαν κυρίως σε ασθενείς ηλικίας 50 ετών και άνω,
δείχνουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης οστικών καταγμάτων σε ασθενείς που λαμβάνουν SSRIs και
τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά (TCAs). Ο υποκείμενος μηχανισμός για αυτό τον κίνδυνο είναι
άγνωστος.
9
Οργανισμός ως σύνολο: Υπερευαισθησία (π.χ. κνησμός, εξάνθημα, κνίδωση,
αναφυλακτοειδής αντίδραση, αγγειίτιδα, αντιδράσεις τύπου ορονοσίας,
αγγειοοίδημα) (βλέπε «Αντενδείξεις & Προειδοποιήσεις»), ρίγη, σύνδρομο της
σεροτονίνης, φωτοευαισθησία και πολύ σπάνια τοξική επιδερμική νεκρόλυση
(σύνδρομο Lyell).
Πεπτικό σύστημα: Γαστρεντερικές διαταραχές (π.χ. διάρροια, ναυτία, έμετος,
δυσπεψία, δυσφαγία, αλλοίωση της γεύσης), ξηροστομία. Μη φυσιολογικές ηπατικές
δοκιμασίες έχουν αναφερθεί σπάνια. Πολύ σπάνιες αναφορές ιδιοσυγκρασιακής
ηπατίτιδας.
Νευρικό σύστημα: Έχουν αναφερθεί περιστατικά αυτοκτονικού ιδεασμού και
αυτοκτονικής συμπεριφοράς κατά τη διάρκεια της αγωγής με φλουοξετίνη ή λίγο
μετά τη διακοπή της θεραπείας (βλέπε παράγραφο 4.4). Κεφαλαλγία, διαταραχές του
ύπνου (π.χ. μη φυσιολογικά όνειρα, αϋπνία), ζάλη, ανορεξία, κόπωση (π.χ. υπνηλία,
καταστολή), ευφορία, παροδικής φύσεως ανώμαλες κινήσεις (π.χ. ακούσιες μυϊκές
συσπάσεις, αταξία, τρόμος, μυόκλονος), επιληπτικές κρίσεις, σπάνια ψυχοκινητική
ανησυχία/ακαθησία (βλέπε παράγραφο 4.4). Ψευδαισθήσεις, μανιακή αντίδραση,
σύγχυση, διέγερση, άγχος και συσχετιζόμενα συμπτώματα (π.χ. νευρικότητα),
μειωμένη συγκέντρωση και μειωμένες νοητικές διεργασίες (π.χ.
αποπροσωποποίηση), κρίσεις πανικού, και πολύ σπάνια σύνδρομο σεροτονίνης.
Ουρογεννητικό σύστημα: Κατακράτηση ούρων, συχνουρία.
Διαταραχές αναπαραγωγικού συστήματος: Σεξουαλική δυσλειτουργία
(καθυστερημένη ή απούσα εκσπερμάτιση, ανοργασμία), πριαπισμός, γαλακτόρροια.
Άλλες: Αλωπεκία, χασμήματα, διαταραχές της όρασης (π.χ. θάμβος όρασης,
μυδρίαση), εφίδρωση, αγγειοδιαστολή, αρθραλγία, μυαλγία, ορθοστατική υπόταση,
εκχύμωση. Άλλες αιμορραγικές εκδηλώσεις (όπως γυναικολογικές ή γαστρεντερικές
και λοιπές δερματικές ή βλεννογονικές αιμορραγίες) έχουν αναφερθεί σπάνια (βλέπε
Παρ. 4.4 «Προφυλάξεις», Αιμορραγία).
Υπονατριαιμία: Υπονατριαιμία (συμπεριλαμβανομένων περιπτώσεων με τιμές
νατρίου κάτω των 110 mmol/L) έχει αναφερθεί σπάνια και φαίνεται να είναι
αναστρέψιμη μετά τη διακοπή της φλουοξετίνης. Ορισμένες από τις περιπτώσεις
αυτές ενδέχεται να οφείλονται στο σύνδρομο της απρόσφορης έκκρισης της
αντιδιουρητικής ορμόνης (SIADH). Η πλειονότητα των αναφορών αυτών αφορούσαν
ηλικιωμένους και ασθενείς υπό αγωγή με διουρητικά ή ασθενείς με υποογκαιμία
διαφόρου αιτιολογίας.
Αναπνευστικό σύστημα: Φαρυγγίτιδα, δύσπνοια. Συμβάματα από το αναπνευστικό
(συμπεριλαμβανομένων φλεγμονωδών αντιδράσεων, ποικίλης ιστοπαθολογίας και/ή
ίνωσης) έχουν σπάνια αναφερθεί. Η δύσπνοια ενδέχεται να είναι το μόνο πρώιμο
σύμπτωμα.
Συμπτώματα απόσυρσης με τη διακοπή της θεραπείας με φλουοξετίνη: Η διακοπή της
θεραπείας με φλουοξετίνη έχει συχνά ως αποτέλεσμα την εμφάνιση συμπτωμάτων
απόσυρσης. Οι αντιδράσεις που έχουν αναφερθεί συχνότερα περιλαμβάνουν ζάλη,
διαταραχές αισθητικότητας (συμπεριλαμβανομένης της παραισθησίας), διαταραχές
του ύπνου (συμπεριλαμβανομένων αϋπνίας και έντονων ονείρων), εξασθένιση,
διέγερση ή άγχος, ναυτία και/ ή έμετο, τρόμο και κεφαλαλγία. Γενικά, αυτά τα
περιστατικά είναι ήπιας έως μέτριας έντασης και αυτοπεριοριζόμενα, όμως, σε
μερικούς ασθενείς μπορεί να είναι σοβαρά και/ ή παρατεταμένης χρονικής διάρκειας
(βλέπε παράγραφο 4.4). Επομένως, όταν η αγωγή με τη φλουοξετίνη δεν είναι πλέον
10
απαραίτητη, συνιστάται η προοδευτική διακοπή της θεραπείας με σταδιακή μείωση
της δόσης (βλέπε παράγραφο 4.2 και παράγραφο 4.4).
Παιδιά και έφηβοι (βλέπε παράγραφο 4.4):
Κατά τη διάρκεια παιδιατρικών κλινικών μελετών παρατηρήθηκε αυτοκτονική
συμπεριφορά (απόπειρα αυτοκτονίας και αυτοκτονικές σκέψεις) και εχθρότητα με
μεγαλύτερη συχνότητα σε παιδιά και εφήβους που έλαβαν αγωγή με
αντικαταθλιπτικά συγκριτικά με τους ασθενείς που έλαβαν αγωγή με το εικονικό
φάρμακο (placebo).
Η ασφάλεια της φλουοξετίνης δεν έχει συστηματικά αξιολογηθεί στα πλαίσια
χρόνιας θεραπείας με χρονική διάρκεια που υπερβαίνει τις 19 εβδομάδες.
Κατά τη διάρκεια παιδιατρικών κλινικών μελετών αναφέρθηκαν μανιακές
αντιδράσεις, συμπεριλαμβανομένης μανίας και υπομανίας (2,6% των ασθενών που
έλαβαν αγωγή με φλουοξετίνη έναντι 0% ασθενών της ομάδας ελέγχου στους
οποίους χορηγήθηκε placebo), οι οποίες οδήγησαν στην πλειονότητα των
περιπτώσεων σε διακοπή της αγωγής. Οι ασθενείς αυτοί δεν είχαν εμφανίσει στο
παρελθόν επεισόδια υπομανίας/μανίας.
Μετά από 19 εβδομάδες θεραπευτικής αγωγής, στους παιδιατρικούς ασθενείς που
έλαβαν αγωγή με φλουοξετίνη στα πλαίσια μίας κλινικής μελέτης σημειώθηκε κατά
μέσο όρο μείωση της αύξησης του ύψους κατά 1,1 cm (P = 0,004) και μείωση της
αύξησης του σωματικού βάρους κατά 1,1 kg (P = 0,008) συγκριτικά με τα άτομα που
έλαβαν αγωγή με το placebo. Έχουν επίσης αναφερθεί μέσα από την κλινική χρήση
μεμονωμένα περιστατικά επιβράδυνσης της αύξησης.
Έχουν επίσης αναφερθεί μέσα από κλινική χρήση σε παιδιατρικούς ασθενείς
μεμονωμένα περιστατικά ανεπιθύμητων ενεργειών τα οποία ενδέχεται να
υποδηλώνουν επιβράδυνση της σεξουαλικής ωρίμανσης ή σεξουαλική δυσλειτουργία
(βλέπε επίσης παράγραφο 5.3).
Κατά τη διάρκεια παιδιατρικών κλινικών μελετών, η αγωγή με τη φλουοξετίνη
συσχετίστηκε με τη μείωση των επιπέδων της αλκαλικής φωσφατάσης.
4.9 Υπερδοσολογία
Τα περιστατικά υπερδοσολόγησης με τη χορήγηση μόνης της φλουοξετίνης έχουν
κατά κανόνα ήπια πορεία. Στα συμπτώματα της υπερδοσολογίας περιλαμβάνονται:
ναυτία, έμετος, επιληπτικές κρίσεις, καρδιαγγειακή δυσλειτουργία κυμαινόμενη από
ασυμπτωματική αρρυθμία έως καρδιακή ανακοπή, αναπνευστική δυσλειτουργία και
σημεία ενδεικτικά μεταβολής της κατάστασης του ΚΝΣ κυμαινόμενα από διέγερση
έως κώμα. Μοιραίες εκβάσεις από υπερδοσολόγηση με μόνη τη φλουοξετίνη, ήταν
εξαιρετικά σπάνιες. Συνιστάται η παρακολούθηση των καρδιακών και των ζωτικών
σημείων του ασθενούς, σε συνδυασμό με την εφαρμογή άλλων γενικών
συμπτωματικών και υποστηρικτικών μέτρων. Δεν είναι γνωστό ειδικό αντίδοτο για
τη φλουοξετίνη.
Η προκλητή διούρηση, η διάλυση, η αιμοκάθαρση, και η αφαιμαξομετάγγιση δεν
φαίνεται να προσφέρουν κάποιο όφελος. Ο ενεργοποιημένος άνθρακας, ο οποίος
μπορεί να χρησιμοποιηθεί με σορβιτόλη, μπορεί να είναι το ίδιο ή περισσότερο
αποτελεσματικός από την πρόκληση εμέτου ή την πλύση του στομάχου. Κατά την
αντιμετώπιση της υπερδοσολογίας, σκεφτείτε την πιθανότητα εμπλοκής πολλών
φαρμάκων. Η στενή ιατρική παρακολούθηση για μεγάλο χρονικό διάστημα ίσως
είναι απαραίτητη για ασθενείς που έχουν λάβει υπερβολική ποσότητα ενός
11
τρικυκλικού αντικαταθλιπτικού, εάν αυτοί επίσης λαμβάνουν, ή έχουν πρόσφατα
λάβει φλουοξετίνη.
5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης της
σεροτονίνης, Κωδικός ATC: Ν06ΑΒ03
Η φλουοξετίνη είναι ένας εκλεκτικός αναστολέας της επαναπρόσληψης της
σεροτονίνης και σε αυτό φαίνεται ότι οφείλεται ο μηχανισμός δράσης της. Πρακτικά,
η φλουοξετίνη δεν έχει συγγένεια για άλλους υποδοχείς όπως οι αλφα
1
-, αλφα
2
-, και
βήτα- αδρενεργικοί, σεροτονινεργικοί, ντοπαμινεργικοί, ισταμινεργικοί-
1
,
μουσκαρινικοί και GABA υποδοχείς.
Μείζονα Καταθλιπτικά Επεισόδια: Κλινικές μελέτες σε ασθενείς με μείζονα
καταθλιπτικά επεισόδια έχουν διεξαχθεί σε σύγκριση με εικονικό φάρμακο (placebo)
και με άλλες δραστικές ουσίες. Η φλουοξετίνη έχει δείξει σημαντικά ανώτερη
αποτελεσματικότητα σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο, όπως υπολογιζόταν με
την Κλίμακα Εκτίμησης της Κατάθλιψης κατά Hamilton (Hamilton Depression
Rating Scale/HAM-D). Στις μελέτες αυτές, η φλουοξετίνη επέφερε στατιστικά
υψηλότερα ποσοστά ανταπόκρισης (οριζόταν η κατά 50% ελάττωση στη βαθμολογία
της κλίμακας HAM-D) και ύφεσης, συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο (placebo).
Δοσολογική ανταπόκριση: Κατά τις μελέτες σταθερής δόσης οι οποίες
πραγματοποιήθηκαν σε ασθενείς με μείζονα κατάθλιψη, η καμπύλη της δοσολογικής
ανταπόκρισης είναι επίπεδη, γεγονός που υποδηλώνει πως δεν αναμένεται
θεραπευτικό πλεονέκτημα με τη χρήση δόσεων που υπερβαίνουν τις συνιστώμενες.
Εντούτοις, η κλινική εμπειρία καταδεικνύει πως η αύξηση της δόσης μπορεί να έχει
κλινικό όφελος για ορισμένους ασθενείς.
Ιδεοληπτική-Ψυχαναγκαστική Διαταραχή: Σε βραχείας διάρκειας (κάτω από
24 εβδομάδες) μελέτες, η φλουοξετίνη έδειξε σημαντικά μεγαλύτερη
αποτελεσματικότητα από το εικονικό φάρμακο (placebo). Υπήρξε θεραπευτικό
αποτέλεσμα στα 20 mg/ημερησίως, αλλά οι μεγαλύτερες δόσεις (40 ή 60 mg
ημερησίως) έδειξαν μεγαλύτερα ποσοστά ανταπόκρισης. Οι μακράς διάρκειας
μελέτες (τρεις βραχείας διάρκειας μελέτες είχαν φάση επέκτασης και μία μελέτη
πρόληψης υποτροπών) δεν έδειξαν αποτελεσματικότητα.
Ψυχογενής βουλιμία: Σε βραχείας διάρκειας (κάτω από 16 εβδομάδες) μελέτες, σε
περιπατητικούς ασθενείς που εκπληρούσαν τα κριτήρια του DSM-II-R, για τη
ψυχογενή βουλιμία, η φλουοξετίνη 60 mg ημερησίως ήταν σημαντικά περισσότερο
αποτελεσματική, σε σύγκριση με εικονικό φάρμακο (placebo), στην ελάττωση των
επεισοδίων υπερφαγίας (Binge-eating) καθώς και των αντιρροπιστικών
δραστηριοτήτων. Εντούτοις, δεν ήταν δυνατόν να διεξαχθεί συμπέρασμα σχετικά με
τη μακροχρόνια αποτελεσματικότητα.
Δύο κλινικές μελέτες-ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο (placebo) έχουν διεξαχθεί σε
ασθενείς που εκπληρούσαν τα διαγνωστικά κριτήρια του DSM-IV για
Προεμμηνορρυσιακή Δυσφορική Διαταραχή (Premenstrual Dysphoric Disorder-
PMDD). Οι ασθενείς συμμετείχαν στη μελέτη εάν είχαν συμπτώματα επαρκούς
σοβαρότητας ώστε να επηρεάζεται η κοινωνική και η επαγγελματική
12
λειτουργικότητα και οι σχέσεις τους με τους συνανθρώπους. Οι ασθενείς που
ελάμβαναν από του στόματος αντισυλληπτικά αποκλείσθηκαν. Στην πρώτη μελέτη,
συνεχούς χορήγησης φλουοξετίνης, 20 mg ημερησίως για 6 εμμηνορρυσιακούς
κύκλους, παρατηρήθηκε κλινική βελτίωση στις πρωταρχικές μετρήσεις
αποτελεσματικότητας (ευερεθιστότητα, άγχος και δυσφορία). Στη δεύτερη μελέτη με
διαλείπουσα χορήγηση (20 mg ημερησίως για 14 ημέρες) κατά την ωχρινοποιητική
φάση για 3 εμμηνορρυσιακούς κύκλους, παρατηρήθηκε κλινική βελτίωση στις
πρωταρχικές παραμέτρους αποτελεσματικότητας (σύμφωνα με τη βαθμολογία
Σοβαρότητας στα Ενοχλήματα που καταγράφονται σε Ημερήσια Βάση – Daily
Record of Severity of Problems). Εντούτοις, από αυτές τις μελέτες, οριστικά
συμπεράσματα αναφορικά με την αποτελεσματικότητα και τη διάρκεια της αγωγής
δεν είναι δυνατόν να εξαχθούν.
Μείζονα καταθλιπτικά επεισόδια (παιδιά και έφηβοι): Έχουν πραγματοποιηθεί
κλινικές μελέτες σε παιδιά και εφήβους ηλικίας 8 ετών και άνω σε σύγκριση με το
εικονικό φάρμακο (placebo). Σε δύο βραχυχρόνιες μελέτες φάσης ΙΙΙ, καταδείχθηκε
σημαντική υπεροχή της φλουοξετίνης, στη δόση των 20mg, ως προς την
αποτελεσματικότητα, όπως αυτή μετρήθηκε με τη μείωση της συνολικής
βαθμολογίας στην κλίμακα Childhood Depression Rating Scale-Revised (CDRS-R)
και στη βαθμολογία στην κλίμακα Clinical Global Impression of Improvement (CGI-
I), συγκριτικά με το placebo. Και στις δύο μελέτες, οι ασθενείς πληρούσαν τα
κριτήρια για μέτρια έως σοβαρή MDD (DSM-III ή DSM-IV) κατά τη διάρκεια τριών
διαφορετικών αξιολογήσεων από τους θεράποντες παιδοψυχιάτρους. Η
αποτελεσματικότητα των κλινικών μελετών της φλουοξετίνης ενδέχεται να εξαρτάται
από την ένταξη σε αυτές ενός επιλεγμένου πληθυσμού ασθενών (ασθενείς που δεν
ανένηψαν αυτόματα εντός χρονικής περιόδου 3-5 εβδομάδων και στους οποίους η
κατάθλιψη επέμεινε παρά τη σημαντική μέριμνα που τους δόθηκε). Υπάρχουν
περιορισμένα μόνο στοιχεία ασφάλειας και αποτελεσματικότητας για χρονικό
διάστημα πέραν των 9 εβδομάδων. Σε γενικές γραμμές η αποτελεσματικότητα της
φλουοξετίνης ήταν μέτρια. Τα ποσοστά κλινικής ανταπόκρισης (το πρωτογενές
τελικό σημείο, οριζόμενο ως μείωση στη βαθμολογία CDRS-R κατά 30%)
κατέδειξαν μία στατιστικά σημαντική διαφορά σε μία εκ των δύο μελετών φάσης ΙΙΙ
(58% για τη φλουοξετίνη έναντι 32% για το placebo, P = 0,013 και 65% για τη
φλουοξετίνη έναντι 54% για το placebo, P = 0,093). Σε αυτές τις δύο μελέτες, η μέση
απόλυτη μεταβολή στο CDRS-R από την αρχή της μελέτης έως το τελικό σημείο
ήταν 20 για τη φλουοξετίνη έναντι 11 για το placebo, P = 0,002 και 22 για τη
φλουοξετίνη έναντι 15 για το placebo, P <0,001.
5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Απορρόφηση
Η φλουοξετίνη απορροφάται καλά από το γαστρεντερικό σωλήνα, μετά την από του
στόματος χορήγηση. Η βιοδιαθεσιμότητα δεν επηρεάζεται από την ταυτόχρονη λήψη
τροφής.
Κατανομή
Η φλουοξετίνη συνδέεται εκτεταμένα με τις πρωτεΐνες του πλάσματος (περίπου 95%)
και κατανέμεται ευρύτατα στους ιστούς (Όγκος Κατανομής: 20-40 l/kg). Οι σταθερές
συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται μετά τη χορήγηση επί αρκετές
εβδομάδες. Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα στη σταθερή κατάσταση μετά από
μακροχρόνια χορήγηση, είναι παρόμοιες με εκείνες που παρατηρήθηκαν στις 4 έως
5 εβδομάδες.
Μεταβολισμός
13
Η φλουοξετίνη έχει μία μη-γραμμική φαρμακοκινητική εικόνα με φαινόμενο πρώτης
διόδου από το ήπαρ. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται γενικά
μετά από 6 έως 8 ώρες από τη χορήγηση της δόσης. Η φλουοξετίνη μεταβολίζεται
εκτεταμένα από το ηπατικό ένζυμο CYP2D6, το οποίο εμφανίζει πολυμορφισμό. Η
φλουοξετίνη μεταβολίζεται κατά κύριο λόγο στο ήπαρ στο δραστικό μεταβολίτη, τη
νορφλουοξετίνη (απομεθυλο - φλουοξετίνη), η οποία σχηματίζεται με
απομεθυλίωση.
Αποβολή
Η ημιπερίοδος αποβολής της φλουοξετίνης είναι 4 έως 6 ημέρες και της
νορφλουοξετίνης 4 έως 16 ημέρες. Οι μακρές αυτές ημιπερίοδοι είναι υπεύθυνες για
την παραμονή του φαρμάκου στον οργανισμό για 5-6 εβδομάδες μετά τη διακοπή της
αγωγής. Η κύρια οδός απέκκρισης (περίπου 60%) είναι δια των νεφρών. Η
φλουοξετίνη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα.
Πληθυσμοί που διατρέχουν κίνδυνο
Ηλικιωμένοι:
Οι φαρμακοκινητικές παράμετροι δεν μεταβάλλονται σε υγιείς ηλικιωμένους, όταν
συγκρίνονται με εκείνες των νεαρότερων ατόμων.
Παιδιά και έφηβοι: Η μέση συγκέντρωση της φλουοξετίνης στα παιδιά είναι περίπου
2 φορές υψηλότερη από αυτή που παρατηρείται στους έφηβους και η μέση
συγκέντρωση της νορφλουοξετίνης είναι 1,5 φορές υψηλότερη. Οι συγκεντρώσεις
στη σταθεροποιημένη κατάσταση στο πλάσμα εξαρτώνται από το σωματικό βάρος
και είναι υψηλότερες στα παιδιά με χαμηλότερο σωματικό βάρος (βλέπε παράγραφο
4.2). Όπως ισχύει στους ενήλικες, η φλουοξετίνη και η νορφλουοξετίνη υφίστανται
εκτεταμένη συσσώρευση έπειτα από πολλαπλή από του στόματος δοσολόγηση. Οι
συγκεντρώσεις σταθεροποιημένης κατάστασης επιτεύχθηκαν εντός 3 έως 4
εβδομάδων με ημερήσια δοσολόγηση.
Ηπατική ανεπάρκεια:
Σε περίπτωση ηπατικής ανεπάρκειας (αλκοολική κίρρωση), οι ημιπερίοδοι ζωής της
φλουοξετίνης και της νορφλουοξετίνης, αυξήθηκαν σε 7 και 12 ημέρες, αντίστοιχα.
Θα πρέπει να εξετάζεται η χορήγηση χαμηλότερων δόσεων ή με μικρότερη
συχνότητα λήψης της δόσης.
Νεφρική ανεπάρκεια:
Μετά την εφάπαξ χορήγηση φλουοξετίνης σε ασθενείς με ήπια, μέτρια ή πλήρη
(ανουρία) νεφρική ανεπάρκεια, οι φαρμακοκινητικές παράμετροι ήταν παρόμοιες με
εκείνες σε υγιείς εθελοντές. Εντούτοις, με την επαναλαμβανόμενη χορήγηση
ενδέχεται να παρατηρηθεί μία αύξηση των σταθεροποιημένων συγκεντρώσεων στο
πλάσμα.
5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια.
Δεν υπάρχουν στοιχεία καρκινογένεσης ή εμφάνισης μεταλλάξεων, τόσο σε μελέτες
in vitro όσο και σε μελέτες με πειραματόζωα.
Κατά τη διάρκεια μίας μελέτης τοξικότητας σε νεαρή ηλικία η οποία
πραγματοποιήθηκε σε CD αρουραίους, η χορήγηση δόσης υδροχλωρικής
φλουοξετίνης ίσης με 30mg/kg/ημέρα κατά τις ημέρες 21 έως 90 μετά από τη
γέννηση είχε ως αποτέλεσμα μη αναστρέψιμη εκφύλιση και νέκρωση των όρχεων,
κενοτοπιώδη εκφύλιση του επιθηλίου της επιδιδυμίδας, έλλειψη ωρίμανσης και
δραστηριότητας του θηλυκού αναπαραγωγικού συστήματος και μειωμένη
γονιμότητα. Σημειώθηκε μείωση της σεξουαλικής ωρίμανσης στα αρσενικά (10 και
14
30mg/kg/ημέρα) και στα θηλυκά (30mg/kg/ημέρα). Η σημασία των ευρημάτων
αυτών στον άνθρωπο είναι άγνωστη. Σε αρουραίους στους οποίους χορηγήθηκε δόση
30mg/kg παρατηρήθηκε επίσης μείωση του μήκους των μηριαίων οστών συγκριτικά
με την ομάδα ελέγχου, και εκφύλιση, νέκρωση και αναγέννηση των σκελετικών
μυών. Στη δόση των 10mg/kg/ημέρα τα επίπεδα του πλάσματος που επιτεύχθηκαν
στα ζώα ήταν περίπου 0,8 έως 8,8 φορές (φλουοξετίνη) και 3,6 έως 23,2 φορές
(νορφλουοξετίνη) μεγαλύτερα των επιπέδων που παρατηρούνται συνήθως στους
παιδιατρικούς ασθενείς. Στη δόση των 3mg/kg/ημέρα τα επίπεδα του πλάσματος που
επιτεύχθηκαν στα ζώα ήταν περίπου 0,04 έως 0,5 φορές (φλουοξετίνη) και 0,3 έως
2,1 φορές (νορφλουοξετίνη) μεγαλύτερα των επιπέδων που παρατηρούνται συνήθως
στους παιδιατρικούς ασθενείς.
Υπάρχουν ενδείξεις μέσα από μία μελέτη που πραγματοποιήθηκε σε νεαρά ποντίκια
για το γεγονός πως η αναστολή του μεταφορέα της σεροτονίνης παρεμποδίζει την
αύξηση του οστού. Το εύρημα αυτό δείχνει να υποστηρίζεται από τα κλινικά
ευρήματα. Η αναστρεψιμότητα της επίδρασης αυτής δεν έχει τεκμηριωθεί.
Μία άλλη μελέτη που πραγματοποιήθηκε σε νεαρούς ποντικούς (στους οποίους
χορηγήθηκε αγωγή για τις ημέρες 4 έως 21 μετά τη γέννηση) κατέδειξε πως η
αναστολή του μεταφορέα της σεροτονίνης είχε μακράς διάρκειας επιδράσεις στη
συμπεριφορά των ποντικών. Δεν υπάρχουν πληροφορίες για την αναστρεψιμότητα
αυτής της επίδρασης. Η κλινική συσχέτιση του ευρήματος αυτού δεν έχει
τεκμηριωθεί.
6 ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
6.1 Κατάλογος εκδόχων
Λακτόζη
Άμυλο αραβοσίτου
Πυριτίου οξείδιο κολλοειδές, άνυδρο
Τάλκης κεκαθαρμένος
Μαγνήσιο στεατικό
Χρωστικές Καψακίου
Κυανό (E133)
Κίτρινο κινολίνης (E104)
Τιτανίου διοξείδιο (E171)
Ινδικοκαρμίνιο (Ε132)
Ερυθροσίνη (Ε127)
Συστατικά Καψακίου
Νάτριο λαουρυλοθειϊκό
Πυριτίου οξείδιο κολλοειδές, άνυδρο
Ζελατίνη
Μελάνη εντύπωσης
Κόμμεα λάκκας
Αιθανόλη
Προπυλενογλυκόλη
Ύδωρ διηθημένο
Αμμωνίου υδροξείδιο
Καλίου υδροξείδιο
Σιδήρου οξείδιο μέλαν (E172)
15
6.2 Ασυμβατότητες
Δεν εφαρμόζεται
6.3 Διάρκεια ζωής
4 χρόνια
6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος
Μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 25ºC.
6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη
Φιάλες από υψηλής πυκνότητας πολυαιθυλένιο (HDPE) με βιδωτά πώματα
πολυπροπυλενίου (με βάτα πίεσης) που περιέχουν 7, 10, 14, 20, 28, 30, 50, 60,
90 και 100 καψάκια, σκληρά.
Κυψέλες (blisters) από PVC/PVDC/Al που περιέχουν 7, 10, 12, 14, 20, 28, 30,
50, 60, 90 και 100 καψάκια, σκληρά.
Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.
6.6 Οδηγίες χρήσης και χειρισμού
Καμία ειδική υποχρέωση
7 ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
Δικαιούχος προϊόντος:
Generics [UK] Ltd, Station Close, Potters Bar, Hertfordshire EN6 1TL, United Kingdom
Yπεύθυνος Κυκλοφορίας για την Ελλάδα:
Generics Pharma Hellas Ltd, Λεωφόρος Βουλιαγμένης 577
Α
, 164 51 Αργυρούπολη
τηλ: 210-9936410
8 ΑΡΙΘΜΟΣ (ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
Fluoxetine/Generics 20 mg: 53973/21-08-2008
9 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΈΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ
Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 2-4-99
Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: 21-8-08
10 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ:
16