ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
FLUOXETINE/MYLAN 20 mg Διασπειρόμενο Δισκίο
2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
Κάθε διασπειρόμενο δισκίο περιέχει φλουοξετίνη υδροχλωρική
ισοδύναμη με 20mg φλουοξετίνης.
Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.
3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ
Διασπειρόμενο δισκίο.
Οβαλ, αμφίκυρτο δισκίο λευκού χρώματος, με ανάγλυφη την
ένδειξη “FL|20” στη μια πλευρά, και “G” στην άλλη.
Η εγκοπή δεν χρησιμεύει για τη θραύση του δισκίου.
4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις
Ενήλικες
:
Μείζονα καταθλιπτικά επεισόδια.
Ιδεοληπτική – Ψυχαναγκαστική Διαταραχή.
Ψυχογενής βουλιμία: Το FLUOXETINE/MYLAN ενδείκνυται ως
συμπληρωματική φαρμακευτική αγωγή της ψυχοθεραπείας, για τη
μείωση των επεισοδίων υπερβολικής πρόσληψης τροφής (binge
eating ) και των επεισοδίων διαταραχών συμπεριφοράς προς
αντιρρόπηση των συνεπειών της υπερβολικής πρόσληψης τροφής.
Παιδιά και έφηβοι ηλικίας 8 ετών και άνω:
Μέτριο έως σοβαρό μείζον καταθλιπτικό επεισόδιο, εάν η
κατάθλιψη δεν ανταποκρίνεται στην ψυχολογική θεραπεία έπειτα
από 4-6 συνεδρίες. Φαρμακευτική αγωγή με αντικαταθλιπτικά θα
πρέπει να χορηγείται σε παιδί ή σε νεαρό άτομο με μέτριας έως
σοβαρής βαρύτητας κατάθλιψη, μόνο σε συνδυασμό με ταυτόχρονη
ψυχολογική θεραπεία.
4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης
Δοσολογία
Μείζονα καταθλιπτικά επεισόδια
Ενήλικες και ηλικιωμένοι: Η συνιστώμενη δόση είναι 20 mg
ημερησίως. Η δοσολογία θα πρέπει να επαναξιολογείται και να
αναπροσαρμόζεται, εφόσον καταστεί αναγκαίο, μέσα σε 3 έως 4
1
εβδομάδες από την έναρξη της θεραπευτικής αγωγής και στη
συνέχεια όποτε αυτό κρίνεται κλινικά αναγκαίο. Αν και, σε
μερικούς ασθενείς που δεν ανταποκρίνονται επαρκώς στη δόση
των 20 mg, η αύξηση της δοσολογίας πιθανά συνοδεύεται από
αυξημένο ενδεχόμενο πρόκλησης ανεπιθύμητων ενεργειών, αύξηση
της δοσολογίας είναι δυνατό να γίνει σταδιακά έως τη μέγιστη
δόση των 60 mg (βλ. παράγραφο 5.1). Οι αναπροσαρμογές της
δοσολογίας θα πρέπει να πραγματοποιούνται με προσοχή, σε
εξατομικευμένη βάση για κάθε ασθενή, έτσι ώστε οι ασθενείς να
συντηρούνται σε θεραπεία με τη χαμηλότερη δόση που έχει
θεραπευτικό αποτέλεσμα.
Οι ασθενείς που πάσχουν από κατάθλιψη θα πρέπει να λαμβάνουν
θεραπεία για επαρκές χρονικό διάστημα διάρκειας τουλάχιστον 6
μηνών προκειμένου να διασφαλισθεί η πλήρης απουσία
συμπτωμάτων.
Ιδεοληπτική - ψυχαναγκαστική διαταραχή
Ενήλικες και ηλικιωμένοι: Η συνιστώμενη δόση είναι 20mg
ημερησίως. Αν και η αύξηση της δοσολογίας πιθανά συνοδεύεται
από αυξημένο ενδεχόμενο πρόκλησης ανεπιθύμητων ενεργειών, σε
μερικούς ασθενείς, σταδιακή αύξηση της δόσης είναι δυνατή έως
τα 60 mg το ανώτατο μετά από δύο εβδομάδες χορήγησης χωρίς
θεραπευτική ανταπόκριση στη δόση των 20 mg.
Εάν δεν παρατηρηθεί κλινική βελτίωση εντός 10 εβδομάδων, θα
πρέπει να επανεξετάζεται η χορήγηση αγωγής με φλουοξετίνη. Εάν
διαπιστωθεί ικανοποιητική θεραπευτική ανταπόκριση, η
φαρμακευτική αγωγή είναι δυνατόν να συνεχιστεί σε δοσολογία
προσαρμοσμένη σε εξατομικευμένο επίπεδο. Αν και δεν υπάρχουν
συστηματικές μελέτες που να απαντούν στο ερώτημα του για πόσο
χρόνο θα πρέπει να συνεχίζεται η αγωγή με φλουοξετίνη, η
ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή είναι μια χρόνια κατάσταση, άρα
κρίνεται σκόπιμη η συνέχιση της αγωγής, πέραν των 10
εβδομάδων, στους ασθενείς που έχουν αρχικά ανταποκριθεί στη
φαρμακευτική αυτή αγωγή. Πρέπει να γίνεται προσεκτική
αναπροσαρμογή της δόσης του ασθενούς σε εξατομικευμένη βάση,
ώστε να διατηρείται ο ασθενής στη χαμηλότερη αποτελεσματική
δοσολογία.
Η ανάγκη της φαρμακοθεραπείας θα πρέπει να επανεκτιμάται
περιοδικά. Ορισμένοι κλινικοί συνιστούν ταυτόχρονη
ψυχοθεραπεία συμπεριφοράς στους ασθενείς στους οποίους έχει
παρατηρηθεί κλινική βελτίωση με την φαρμακοθεραπεία.
Η μακροχρόνια αποτελεσματικότητα (πέραν των 24 εβδομάδων),
δεν έχει επιβεβαιωθεί, στην ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή.
Ψυχογενής βουλιμία
Ενήλικες και ηλικιωμένοι: Συνιστάται μια δόση των
60mg/ημερησίως. Η μακροχρόνια αποτελεσματικότητα (πέραν των
τριών μηνών), δεν έχει επιβεβαιωθεί, στην ψυχογενή βουλιμία.
Όλες οι ενδείξεις
2
Ενήλικες:
Η συνιστώμενη δόση μπορεί να αυξηθεί ή να ελαττωθεί. Δόσεις
άνω των 80mg/ημερησίως δεν έχουν συστηματικά μελετηθεί.
Η φλουοξετίνη είναι δυνατόν να χορηγηθεί ως εφάπαξ δόση ή σε
διαιρεμένες δόσεις, κατά τη διάρκεια ή ανάμεσα στα γεύματα.
Μετά τη διακοπή της χορήγησης του φαρμάκου, οι δραστικές
ουσίες παραμένουν στον οργανισμό του ασθενούς για εβδομάδες.
Αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψιν κατά την έναρξη ή τη
διακοπή της φαρμακοθεραπείας.
Παιδιά και έφηβοι ηλικίας 8 ετών και άνω (μέτριο έως σοβαρό
μείζον καταθλιπτικό επεισόδιο):
Η θεραπευτική αγωγή θα πρέπει να ξεκινά και να τίθεται υπό την
επίβλεψη ειδικού. Η εναρκτήρια δόση είναι 10 mg/ημέρα
χορηγούμενη ως σκεύασμα φλουοξετίνης σε υγρή μορφή. Οι
αναπροσαρμογές της δόσης θα πρέπει να πραγματοποιούνται με
προσοχή, σε εξατομικευμένη βάση, προκειμένου η θεραπεία του
ασθενούς να διατηρείται στη χαμηλότερη αποτελεσματική δόση.
Έπειτα από την παρέλευση μίας έως δύο εβδομάδων, η δόση
μπορεί να αυξηθεί έως τα 20 mg/ημέρα. Υπάρχει ελάχιστη κλινική
εμπειρία από τη χορήγηση ημερήσιων δόσεων που υπερβαίνουν τα
20 mg. Δεν υπάρχουν παρά μόνο περιορισμένα δεδομένα στην
περίπτωση που η χρονική διάρκεια της αγωγής υπερβαίνει τις 9
εβδομάδες.
Παιδιά με μικρότερο σωματικό βάρος:
Λόγω των υψηλότερων επιπέδων στο πλάσμα σε παιδιά με
μικρότερο σωματικό βάρος, το θεραπευτικό αποτέλεσμα μπορεί να
επιτυγχάνεται με χαμηλότερες δόσεις (βλ. παράγραφο 5.2).
Για τους παιδιατρικούς ασθενείς που ανταποκρίνονται στη
θεραπεία, η ανάγκη χορήγησης συνεχούς θεραπείας, θα πρέπει να
επαναξιολογείται έπειτα από 6 μήνες. Στην περίπτωση που δε
σημειωθεί κλινικό όφελος εντός 9 εβδομάδων, θα πρέπει να
επαναξιολογείται η καταλληλότητα της χορηγούμενης
θεραπευτικής αγωγής.
Ηλικιωμένοι:
Συνιστάται προσοχή κατά την αύξηση της χορηγούμενης
δοσολογίας και γενικά, η χορηγούμενη ημερήσια δοσολογία δεν θα
πρέπει να υπερβαίνει τα 40 mg. Η ανώτερη συνιστώμενη
χορηγούμενη δόση είναι 60 mg/ημερησίως.
Σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια (βλ. παράγραφο 5.2) ή σε
εκείνους που λαμβάνουν εκ παραλλήλου άλλα φάρμακα που
ενδέχεται να αλληλεπιδράσουν με το FLUOXETINE/MYLAN (βλ.
παράγραφο 4.5), η φλουοξετίνη μπορεί να πρέπει να χορηγείται σε
3
μικρότερες δόσεις ή σε αραιότερα χρονικά διαστήματα (π.χ. 20 mg
κάθε δεύτερη μέρα).
Συμπτώματα απόσυρσης που σημειώνονται με τη διακοπή της
φλουοξετίνης:
H αιφνίδια διακοπή της αγωγής θα πρέπει να αποφεύγεται. Όταν
διακόπτεται η αγωγή με τη φλουοξετίνη, η δόση θα πρέπει να
μειώνεται σταδιακά για χρονικό διάστημα τουλάχιστον μίας έως
δύο εβδομάδων για τη μείωση του κινδύνου εμφάνισης πιθανών
συμπτωμάτων απόσυρσης (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.8). Εάν
εμφανισθούν μη ανεκτά συμπτώματα με τη μείωση της δόσης ή με
τη διακοπή της αγωγής, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο
επαναχορήγησης της δοσολογίας προ της διακοπής. Στη συνέχεια,
ο ιατρός θα πρέπει να επιχειρήσει ελάττωση της δοσολογίας, αλλά
με πλέον βαθμιαίο ρυθμό
.
Μέθοδος χορήγησης
Από του στόματος χορήγηση
4.3 Αντενδείξεις
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
Η φλουοξετίνη αντενδείκνυται σε συνδυασμό με μη αναστρέψιμο
μη-εκλεκτικό MAOΙ χ ιπρονιαζίδη) (βλέπε παραγράφους 4,4 και
4,5).
Η φλουοξετίνη αντενδείκνυται σε συνδυασμό με μετοπρολόλη, που
χρησιμοποιείται στην καρδιακή ανεπάρκεια (βλέπε παράγραφο
4,5).
4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη
χρήση.
Παιδιατρικός πληθυσμός - Παιδιά και έφήβοι ηλικίας μικρότερης
των 18 ετών:
Συμπεριφορά σχετιζόμενη με αυτοκτονία (απόπειρα αυτοκτονίας
και αυτοκτονικές σκέψεις) και εχθρικότητα (κυρίως
επιθετικότητα, συμπεριφορά αντιπαράθεσης και θυμός)
παρατηρήθηκαν συχνότερα κατά τις κλινικές μελέτες σε παιδιά
και εφήβους που έλαβαν αγωγή με αντικαταθλιπτικά σε σχέση με
τα άτομα που έλαβαν αγωγή με το εικονικό φάρμακο. Το Fluoxetin
Mylan πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο σε παιδιά και εφήβους
ηλικίας 8 έως 18 ετών για τη θεραπεία των μειζόνων
καταθλιπτικών επεισοδίων μέτριας έως σοβαρής βαρύτητας και δε
θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε άλλες ενδείξεις. Εάν παρόλ’
αυτά, βάσει κλινικών αναγκών, έχει παρθεί η απόφαση να
χορηγηθεί θεραπεία, ο ασθενής θα πρέπει να παρακολουθείται
προσεκτικά για ενδεχόμενη εμφάνιση αυτοκτονικών
συμπτωμάτων. Επίσης, είναι διαθέσιμα μόνο περιορισμένα
4
στοιχεία αναφορικά με τις μακροχρόνιες επιδράσεις στην
ασφάλεια σε παιδιά και εφήβους συμπεριλαμβανομένων
επιδράσεων στη σωματική ανάπτυξη, στη σεξουαλική ωρίμανση,
στη διανοητική, στη συναισθηματική ανάπτυξη και στην ανάπτυξη
της συμπεριφοράς (βλ. παράγραφο 5.3).
Σε μία κλινική μελέτη διάρκειας 19 εβδομάδων, παρατηρήθηκε
μείωση του ύψους και αύξηση του σωματικού βάρους στα παιδιά
και τους εφήβους που έλαβαν αγωγή με φλουοξετίνη (βλ.
παράγραφο 5.1). Δεν έχει τεκμηριωθεί το κατά πόσο σημειώνεται
επίδραση στην επίτευξη φυσιολογικού ύψους κατά την ενηλικίωση.
Δεν μπορεί να αποκλεισθεί η ενδεχόμενη επιβράδυνση της
εφηβείας (βλ. παραγράφους 4.8 και 5.3). Για το λόγο αυτό θα
πρέπει να παρακολουθούνται η αύξηση και η ανάπτυξη κατά την
εφηβεία (ύψος, σωματικό βάρος και στάδιο παιδιατρικής
ανάπτυξης κατά TANNER) τόσο κατά τη διάρκεια όσο και μετά το
πέρας της θεραπείας με τη φλουοξετίνη. Σε περίπτωση που
σημειώνεται επιβράδυνση σε μία από αυτές τις δύο παραμέτρους,
θα πρέπει να εξετάζεται η αναγκαιότητα παραπομπής του
ασθενούς σε παιδίατρο.
Κατά τη διάρκεια κλινικών παιδιατρικών μελετών αναφέρθηκαν
συχνά μανία και υπομανία (βλ. παράγραφο 4.8). Για το λόγο αυτό,
συνιστάται τακτική παρακολούθηση για τυχόν εμφάνιση
μανίας/υπομανίας. Η φλουοξετίνη θα πρέπει να διακόπτεται σε
ασθενή που εισέρχεται σε φάση μανίας.
Είναι σημαντικό, ο γιατρός που χορηγεί την αγωγή να συζητά
επισταμένα με το παιδί/ νεαρό άτομο και/ ή τους γονείς του για
τους κινδύνους και τα οφέλη της θεραπευτικής αγωγής.
Εξάνθημα και αλλεργικές αντιδράσεις
:
Εξάνθημα, αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις και προοδευτικά
εξελισσόμενα συστηματικά συμβάματα, μερικές φορές σοβαρά
(συμπεριλαμβανομένου του δέρματος, των νεφρών, του ήπατος ή
των πνευμόνων) έχουν αναφερθεί. Η χορήγηση της φλουοξετίνης
πρέπει να διακόπτεται εάν εμφανισθεί εξάνθημα ή άλλα αλλεργικά
φαινόμενα, για τα οποία δεν μπορεί να προσδιορισθεί κάποιος
άλλος αιτιολογικός παράγοντας.
Αυτοκτονία / αυτοκτονικές σκέψεις ή κλινική επιδείνωση
Η κατάθλιψη σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο αυτοκτονικών
σκέψεων, αυτοτραυματισμού και αυτοκτονίας (επεισόδια
σχετιζόμενα με αυτοκτονία). Ο κίνδυνος αυτός παραμένει έως
ότου επιτευχθεί σημαντική ύφεση. Καθώς μπορεί να μη σημειωθεί
βελτίωση κατά τη διάρκεια των πρώτων λίγων εβδομάδων
θεραπείας ή περισσότερων, οι ασθενείς θα πρέπει να
παρακολουθούνται στενά έως ότου επιτευχθεί τέτοια βελτίωση.
Κατά τη γενική κλινική εμπειρία, με όλες τις αντικαταθλιπτικές
θεραπείες, ο κίνδυνος αυτοκτονίας μπορεί να αυξηθεί κατά τα
πρώιμα στάδια ανάρρωσης.
Άλλες ψυχιατρικές καταστάσεις για τις οποίες η φλουοξετίνη
συνταγογραφείται μπορεί επίσης να σχετίζονται με αυξημένο
5
κίνδυνο επεισοδίων σχετιζόμενων με αυτοκτονία. Επιπρόσθετα,
αυτές οι καταστάσεις μπορεί να συνυπάρχουν με μείζονα
καταθλιπτική διαταραχή. Για το λόγο αυτό, οι ίδιες προφυλάξεις
που παίρνονται κατά τη θεραπεία ασθενών με μείζονα
καταθλιπτική διαταραχή, θα πρέπει να παίρνονται κατά τη
θεραπεία ασθενών με άλλες ψυχιατρικές διαταραχές.
Ασθενείς με ιστορικό επεισοδίων σχετιζόμενων με αυτοκτονία, ή
εκείνοι που παρουσιάζουν σημαντικού βαθμού αυτοκτονικό
ιδεασμό πριν από την έναρξη της θεραπείας, είναι γνωστό ότι
διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο αυτοκτονικών σκέψεων ή
αποπειρών αυτοκτονίας και γι αυτό θα πρέπει να
παρακολουθούνται προσεκτικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
Μία μετά-ανάλυση ελεγχόμενων με εικονικό φάρμακο κλινικών
δοκιμών με αντικαταθλιπτικά φάρμακα σε ενήλικες ασθενείς με
ψυχιατρικές διαταραχές, έδειξε αυξημένο κίνδυνο αυτοκτονικής
συμπεριφοράς με αντικαταθλιπτικά σε σύγκριση με το εικονικό
φάρμακο σε ασθενείς ηλικίας κάτω των 25 ετών.
Στενή παρακολούθηση των ασθενών, και ιδιαίτερα αυτών που
διατρέχουν υψηλό κίνδυνο, θα πρέπει να συνδυάζεται με τη
φαρμακευτική αγωγή, ιδιαίτερα στην αρχή της θεραπείας και μετά
από αλλαγές στη δοσολογία.
Οι ασθενείς (και αυτοί που φροντίζουν τους ασθενείς) θα πρέπει
να είναι σε επαγρύπνηση σχετικά με την ανάγκη παρακολούθησης
για οποιαδήποτε κλινική επιδείνωση, αυτοκτονική συμπεριφορά ή
σκέψεις και οποιεσδήποτε ασυνήθιστες αλλαγές στη συμπεριφορά
και να αναζητούν ιατρική συμβουλή άμεσα εάν εμφανιστούν αυτά
τα συμπτώματα.
Επιληπτικές κρίσεις:
Οι επιληπτικές κρίσεις είναι ένας πιθανός κίνδυνος της
αντικαταθλιπτικής αγωγής. Επομένως, όπως συμβαίνει με άλλα
αντικαταθλιπτικά, η φλουοξετίνη θα πρέπει να χορηγείται με
προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό εμφάνισης επιληπτικών κρίσεων.
Η χορήγηση της φλουοξετίνης πρέπει να διακόπτεται εάν
εμφανισθούν επιληπτικές κρίσεις στον ασθενή ή εάν παρατηρηθεί
αύξηση στη συχνότητα εμφάνισης αυτών. Η αγωγή με φλουοξετίνη
πρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς με μη σταθεροποιημένες
σπαστικές διαταραχές/ επιληψία, ενώ οι ασθενείς με ελεγχόμενη
επιληψία θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά (βλέπε
παράγραφο 4,5).
Ηλεκτροσπασμοθεραπεία (ΗΣΘ):
Έχουν καταγραφεί σπάνιες αναφορές παρατεταμένων σπασμών σε
ασθενείς υπό αγωγή με φλουοξετίνη, οι οποίοι υποβλήθηκαν σε
ηλεκτροσπασμοθεραπεία, γι’ αυτό και απαιτείται προσοχή.
Μανία:
Απαιτείται προσοχή κατά τη χορήγηση αντικαταθλιπτικών
φαρμάκων σε ασθενείς με ιστορικό μανίας / υπομανίας. Όπως
συμβαίνει με όλα τα αντικαταθλιπτικά, η αγωγή με φλουοξετίνη
θα πρέπει να διακόπτεται σε οποιονδήποτε ασθενή που εισέρχεται
σε μανιακή φάση.
6
Ηπατική / Νεφρική λειτουργία:
Η φλουοξετίνη μεταβολίζεται εκτεταμένα στο ήπαρ και
απεκκρίνεται από τους νεφρούς. Μικρότερη δόση, π.χ. χορήγηση
κάθε δεύτερη ημέρα, συνιστάται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική
δυσλειτουργία. Κατά τη χορήγηση της φλουοξετίνης στη δόση των
20 mg/ ημερησίως για 2 μήνες, σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική
ανεπάρκεια (GFR<10ml/min), οι οποίοι υποβάλλονταν σε
αιμοκάθαρση, δεν παρατηρήθηκαν διαφορές στα επίπεδα της
φλουοξετίνης ή της νορφλουοξετίνης στο πλάσμα σε σύγκριση με
τις αντίστοιχες τιμές των ατόμων της ομάδας ελέγχου, με
φυσιολογική νεφρική λειτουργία.
Ταμοξιφαίνη:
Η φλουοξετίνη, ένας ισχυρός αναστολέας του CYP2D6, μπορεί να
οδηγήσει σε μειωμένες συγκεντρώσεις ενδοξιφαίνης, ενός από
τους πλέον σημαντικούς δραστικούς μεταβολίτες της
ταμοξιφαίνης. Για το λόγο αυτό, θα πρέπει όπου αυτό είναι
δυνατό, να αποφεύγεται η φλουοξετίνη κατά τη διάρκεια της
αγωγής με την ταμοξιφαίνη (βλ. παράγραφο 4.5).
Καρδιαγγειακές επιδράσεις:
Έχουν αναφερθεί περιστατικά παράτασης του διαστήματος QT και
κοιλιακή αρρυθμία συμπεριλαμβανομένης κοιλιακής ταχυκαρδίας
δίκην ριπιδίου (torsade de pointes) κατά την περίοδο μετά από την
κυκλοφορία του φαρμάκου (βλ. παραγράφους 4.5, 4.8 και 4.9).
Η φλουοξετίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε
ασθενείς με καταστάσεις όπως συγγενές σύνδρομο
παρατεταμμένου διαστήματος QT, οικογενειακό ιστορικό
παράτασης του διαστήματος QT ή άλλες καταστάσεις που
προδιαθέτουν σε αρρυθμίες (π.χ. υποκαλιαιμία, υπομαγνησιαιμία,
βραδυκαρδία, οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου ή μη αντιρροπούμενη
καρδιακή ανεπάρκεια) ή σε αυξημένη έκθεση στη φλουοξετίνη (π.χ.
ηπατική δυσλειτουργία).
Εάν χορηγείται αγωγή σε ασθενείς με σταθεροποιημένη
καρδιοπάθεια, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο εκτίμησης
με ΗΚΓ πριν από την έναρξη της θεραπείας. Εάν εμφανιστούν
σημεία καρδιακής αρρυθμίας κατά τη διάρκεια της θεραπείας με
φλουοξετίνη, θα πρέπει να αποσύρεται η θεραπεία και να
διενεργείται ΗΚΓ.
Απώλεια βάρους:
Απώλεια βάρους ενδέχεται να εμφανισθεί σε ασθενείς, οι οποίοι
λαμβάνουν θεραπεία με φλουοξετίνη, αλλά αυτή είναι συνήθως
ανάλογη του αρχικού βάρους σώματος.
Σακχαρώδης Διαβήτης:
Σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη, η θεραπεία με έναν εκλεκτικό
αναστολέα επαναπρόσληψης της σεροτονίνης (SSRI) είναι πιθανόν
να μεταβάλλει τον γλυκαιμικό έλεγχο. Υπογλυκαιμία έχει
7
παρατηρηθεί κατά τη διάρκεια αγωγής με φλουοξετίνη και
υπεργλυκαιμία μετά τη διακοπή της λήψης του φαρμάκου. Η
δοσολογία της ινσουλίνης ή / και των από του στόματος
υπογλυκαιμικών παραγόντων ενδέχεται να απαιτεί
αναπροσαρμογή.
Ακαθησία/ ψυχοκινητική ανησυχία:
Η χρήση της φλουοξετίνης έχει συσχετισθεί με την ανάπτυξη
ακαθησίας, η οποία χαρακτηρίζεται από ένα αίσθημα ανησυχίας το
οποίο είναι για το άτομο αρκετά ή πολύ δυσάρεστο και από την
ανάγκη να κινείται κανείς συχνά, η οποία συχνά συνοδεύεται από
αδυναμία να σταθεί κανείς χωρίς να κινείται σε όρθια ή καθιστή
θέση. Αυτό είναι πιθανότερο να παρατηρηθεί εντός των λίγων
πρώτων εβδομάδων της αγωγής. Στους ασθενείς που εμφανίζουν
τα συμπτώματα αυτά, η αύξηση της δόσης μπορεί να είναι
επιβλαβής.
Συμπτώματα απόσυρσης που παρατηρούνται κατά τη διακοπή της
θεραπείας με εκλεκτικό αναστολέα επαναπρόσληψης της
σεροτονίνης (
SSRI
):
Τα συμπτώματα απόσυρσης είναι συχνά όταν διακόπτεται η
αγωγή, ιδιαιτέρως όταν η θεραπεία διακοπεί αιφνιδίως (βλ.
παράγραφο 4.8). Στις κλινικές μελέτες, ανεπιθύμητα συμβάντα
μετά τη διακοπή της θεραπείας παρατηρήθηκαν περίπου στο 60%
των ασθενών που έλαβαν αγωγή είτε με φλουοξετίνη είτε με
placebo. Αυτά τα ανεπιθύμητα συμβάντα ήταν σοβαρά στο 17% στην
ομάδα υπό φλουοξετίνη και στο 12% στην ομάδα υπό αγωγή με το
placebo.
Ο κίνδυνος εμφάνισης συμπτωμάτων απόσυρσης μπορεί να
εξαρτάται από αρκετούς παράγοντες όπως η διάρκεια και η δόση
της αγωγής καθώς και ο ρυθμός μείωσης της δόσης. Οι
αντιδράσεις που αναφέρθηκαν συχνότερα είναι: ζάλη, διαταραχές
αισθητικότητας (συμπεριλαμβανομένης της παραισθησίας),
διαταραχές του ύπνου (συμπεριλαμβανομένης αϋπνίας και
έντονων ονείρων), εξασθένιση, διέγερση ή άγχος, ναυτία και/ή
έμετος, τρόμος και κεφαλαλγία. Γενικά τα συμπτώματα αυτά είναι
ήπιας έως μέτριας έντασης, εντούτοις, σε μερικούς ασθενείς
ενδέχεται να είναι σοβαρής έντασης. Συνήθως παρατηρούνται
εντός των πρώτων λίγων ημερών μετά από τη διακοπή της αγωγής.
Γενικά τα συμπτώματα αυτά είναι αυτοπεριοριζόμενα και
συνήθως υποχωρούν μέσα σε χρονικό διάστημα 2 εβδομάδων, αν
και σε ορισμένα άτομα μπορεί να είναι παρατεταμένα (2-3 μήνες ή
περισσότερο). Επομένως συνιστάται η σταδιακή μείωση της
φλουοξετίνης κατά τη διακοπή της αγωγής για μία χρονική
περίοδο τουλάχιστον μιας έως δύο εβδομάδων, ανάλογα με τις
ανάγκες του ασθενούς (βλ. παράγραφο 4.2 «
Συμπτώματα
απόσυρσης που παρατηρούνται με τη διακοπή της φλουοξετίνης
»,).
Αιμορραγία:
Επιφανειακές αιμορραγικές διαταραχές (όπως εκχυμώσεις και
πορφύρα) έχουν αναφερθεί, σε ασθενείς υπό αγωγή με εκλεκτικούς
αναστολείς επαναπρόσληψης της σεροτονίνης (SSRIs). Η
εκχύμωση έχει αναφερθεί σαν σπάνιο ανεπιθύμητο συμβάν κατά
8
τη διάρκεια της αγωγής με φλουοξετίνη. Άλλες αιμορραγικές
εκδηλώσεις (όπως γυναικολογικές ή γαστρεντερικές και λοιπές
επιφανειακές ή βλεννογονικές αιμορραγίες) έχουν αναφερθεί
σπάνια. Συνιστάται προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν αγωγή με
SSRIs, ιδιαίτερα με ταυτόχρονη λήψη από του στόματος
αντιπηκτικών, φαρμάκων με γνωστή επίδραση στην
αιμοπεταλιακή λειτουργία (π.χ. άτυπα αντιψυχωσικά όπως η
κλοζαπίνη, φαινοθειαζίνες, τα περισσότερα τρικυκλικά
αντικαταθλιπτικά, ασπιρίνη και ΜΣΑΦ) ή άλλων φαρμάκων τα
οποία είναι πιθανό να αυξάνουν τον κίνδυνο για αιμορραγία όπως
επίσης σε ασθενείς με ιστορικό αιμορραγικών διαταραχών (βλέπε
παράγραφο 4,5).
Μυδρίαση:
Έχει αναφερθεί μυδρίαση συσχετιζόμενη με τη φλουοξετίνη. Για
το λόγο αυτό, θα πρέπει να επιδεικνύεται προσοχή όταν η
φλουοξετίνη συνταγογραφείται σε ασθενείς με αυξημένη
ενδοφθάλμια πίεση ή με κίνδυνο να εμφανίσουν οξύ γλαύκωμα
κλειστής γωνίας.
.
Εκδηλώσεις λόγω ανάπτυξης σεροτονινεργικού συνδρόμου ή
κακοήθους νευροληπτικού συνδρόμου:
Σπάνιες περιπτώσεις ανάπτυξης συνδρόμου σεροτονίνης ή
συνδρόμου που προσομοιάζει με το κακόηθες σύνδρομο από
νευροληπτικά, έχει αναφερθεί σε ασθενείς υπό αγωγή με
φλουοξετίνη, ιδιαίτερα όταν συγχορηγήθηκε με άλλα
σεροτονινεργικά (μεταξύ των οποίων και η L-τρυπτοφάνη) και/ή
νευροληπτικά φάρμακα (βλ. παράγραφο 4,4). Επειδή οι συνδρομές
αυτές ενδέχεται να επιφέρουν απειλητικές για τη ζωή
καταστάσεις, η αγωγή με φλουοξετίνη θα πρέπει να διακόπτεται
εάν εμφανισθούν τέτοιες ενέργειες (χαρακτηριζόμενες από ομάδα
συμπτωμάτων όπως υπερθερμία, ακαμψία, μυοκλονίες, αστάθεια
του αυτόνομου νευρικού συστήματος με πιθανές ταχείες
διακυμάνσεις των ζωτικών σημείων, μεταβολές της νοητικής
κατάστασης, περιλαμβανομένης της σύγχυσης, της
ευερεθιστότητας και της ακραίας διέγερσης που εξελίσσεται
προοδευτικά σε παραλήρημα και κώμα) και θα πρέπει να ξεκινήσει
υποστηρικτική συμπτωματική αγωγή.
Μη αναστρέψιμοι μη- εκλεκτικοί Αναστολείς της
Μονοάμινοξειδάσης (πχ ιπρονιαζίδη):
Κάποιες περιπτώσεις σοβαρών και μερικές φορές θανατηφόρων
αντιδράσεων έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν αγωγή
με SSRIs σε συνδυασμό με μη αναστρέψιμους, μη εκλεκτικούς
αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης (MAOI).
Αυτές οι αντιδράσεις παρουσιάζονται με χαρακτηριστικά που
μοιάζουν με το σύνδρομο σεροτονίνης (το οποίο μπορεί να
συγχέεται με να διαγνωστεί ως) το κακοήθες νευροληπτικό
σύνδρομο). Η κυπροεπταδίνη ή το δαντρολένιο πιθανόν να
ωφελήσουν ασθενείς που αντιμετωπίζουν τέτοιες αντιδράσεις.
9
Συμπτώματα από την φαρμακευτική αλληλεπίδραση με τους ΜΑΟΙ
περιλαμβάνουν: υπερθερμία, ακαμψία, μυοκλωνία, αστάθεια του
αυτόνομου νευρικού συστήματος με πιθανές ταχείες διακυμάνσεις
των ζωτικών σημείων, αλλαγές της νοητικής κατάστασης που
περιλαμβάνουν σύγχυση, ευερεθιστότητα και ακραία διέγερση που
εξελίσσεται σε παραλήρημα και κώμα. Επομένως, η φλουοξετίνη
αντενδείκνυται σε συγχορήγηση με έναν μη αναστρέψιμο, μη
εκλεκτικό ΜΑΟΙ (βλ. παράγραφο 4,3).
Λόγω του διαστήματος 2 εβδομάδων που διαρκούν τα
συμπτώματα, η αγωγή με φλουοξετίνη θα πρέπει να αρχίζει πάντα
2 εβδομάδες μετά τη διακοπή του μη αναστρέψιμου, μη εκλεκτικού
αναστολέα ΜΑΟΙ. Αντίστοιχα, το λιγότερο 5 εβδομάδες θα πρέπει
να περάσουν μετά τη διακοπή της αγωγής με φλουοξετίνη, πριν
από την έναρξη λήψης του μη αναστρέψιμου, μη εκλεκτικού ΜΑΟΙ.
4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες
μορφές αλληλεπίδρασης
Χρόνος Ημιζωής:
Η μακρά ημιπερίοδος ζωής της φλουοξετίνης και
της νορφλουοξετίνης θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψιν (βλ
παράγραφο 5.2) όταν εξετάζονται οι φαρμακοδυναμικές και οι
φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις (π.χ. μεταφορά από
φλουοξετίνη σε άλλο αντικαταθλιπτικό).
Θεραπείες συνδυασμού που πρέπει να αποφεύγονται
Μη αναστρέψιμοι μη- εκλεκτικοί Αναστολείς της
Μονοάμινοξειδάσης (πχ ιπρονιαζίδη):
Κάποιες περιπτώσεις σοβαρών και μερικές φορές θανατηφόρων
αντιδράσεων έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν αγωγή
με SSRIs σε συνδυασμό με μη αναστρέψιμους, μη εκλεκτικούς
αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης (MAOI).
Αυτές οι αντιδράσεις παρουσιάζονται με χαρακτηριστικά που
μοιάζουν με το σύνδρομο σεροτονίνης (το οποίο μπορεί να
συγχέεται με να διαγνωστεί ως) το κακοήθες νευροληπτικό
σύνδρομο). Η κυπροεπταδίνη ή το δαντρολένιο πιθανόν να
ωφελήσουν ασθενείς που αντιμετωπίζουν τέτοιες αντιδράσεις.
Συμπτώματα από την φαρμακευτική αλληλεπίδραση με τους ΜΑΟΙ
περιλαμβάνουν: υπερθερμία, ακαμψία, μυοκλωνία, αστάθεια του
αυτόνομου νευρικού συστήματος με πιθανές ταχείες διακυμάνσεις
των ζωτικών σημείων, αλλαγές της νοητικής κατάστασης που
περιλαμβάνουν σύγχυση, ευερεθιστότητα και ακραία διέγερση που
εξελίσσεται σε παραλήρημα και κώμα. Επομένως, η φλουοξετίνη
αντενδείκνυται σε συγχορήγηση με έναν μη αναστρέψιμο, μη
εκλεκτικό ΜΑΟΙ (βλ. παράγραφο 4,3).
Λόγω του διαστήματος 2 εβδομάδων που διαρκούν τα
συμπτώματα, η αγωγή με φλουοξετίνη θα πρέπει να αρχίζει πάντα
2 εβδομάδες μετά τη διακοπή του μη αναστρέψιμου, μη εκλεκτικού
αναστολέα ΜΑΟΙ. Αντίστοιχα, το λιγότερο 5 εβδομάδες θα πρέπει
10
να περάσουν μετά τη διακοπή της αγωγής με φλουοξετίνη, πριν
από την έναρξη λήψης του μη αναστρέψιμου, μη εκλεκτικού ΜΑΟΙ.
Χρήση μετοπρολόλης στην καρδιακή ανεπάρκεια:
Ο κίνδυνος ανάπτυξης ανεπιθύμητων ενεργειών από τη χρήση
μετοπρολόλης συμπεριλαμβανομένης της υπερβολικής
βραδυκαρδίας, είναι πιθανόν να αυξηθεί, λόγω αναστολής του
μεταβολισμού της από την φλουοξετίνη (βλ. παράγραφο 4,3).
Μη-συνιστώμενες συγχορηγήσεις
Ταμοξιφαίνης:
Έχει αναφερθεί στη βιβλιογραφία φαρμακοκινητική
αλληλεπίδραση μεταξύ των αναστολέων του CYP2D6 και της
ταμοξιφαίνης που εμφανίζεται ως μείωση κατά 65-75% στα
επίπεδα πλάσματος μιας από τις πλέον δραστικές μορφές της
ταμοξιφαίνης, δηλ. της ενδοξιφαίνης. Σε μερικές μελέτες
αναφέρθηκε μειωμένη αποτελεσματικότητα της ταμοξιφαίνης με
ταυτόχρονη χρήση της με μερικά αντικαταθλιπτικά της
κατηγορίας των SSRIs. Επειδή δεν μπορεί να αποκλεισθεί το
ενδεχόμενο μείωσης της δράσης της ταμοξιφαίνης, η συγχορήγησή
της με ισχυρούς αναστολείς του CYP2D6 (συμπεριλαμβανομένης
της φλουοξετίνης), θα πρέπει να αποφεύγεται όταν υπάρχει η
δυνατότητα (βλ. παράγραφο 4.4).
Αλκοόλ:
Στις τυπικές δοκιμασίες η φλουοξετίνη δεν προκάλεσε αύξηση των
επιπέδων του αλκοόλ στο αίμα ή επίταση των επιδράσεών του.
Εντούτοις, η λήψη αλκοόλ από ασθενείς υπό αγωγή με αναστολείς
επαναπρόσληψης της σεροτονίνης (SSRI) δεν προτείνεται.
ΜΑΟΙ-Α συμπεριλαμβανομένων της λινεζολίδης και του
χλωριούχου μεθυλοθειονίνιου (κυανό του μεθυλενίου):
Υπάρχει κίνδυνος ανάπτυξης συνδρόμου της σεροτονίνης,
συμπεριλαμβανομένης διάρροιας, ταχυκαρδίας, εφίδρωσης, μυϊκού
τρόμου, σύγχυσης ή κώμα. Σε περίπτωση που η συγχορήγηση
αυτών των δραστικών συστατικών με τη φλουοξετίνη δεν μπορεί
να αποφευχθεί, θα πρέπει να πραγματοποιείται προσεκτική
παρακολούθηση και η αγωγή των παραγόντων αυτών που
συγχορηγούνται να ξεκινά με τις χαμηλότερες δυνατές
συνιστώμενες δόσεις (βλ. παράγραφο 4,4).
Μεκουϊταζίνη:
Ο κίνδυνος ανάπτυξης ανεπιθύμητων ενεργειών από τη χρήση της
μεκουϊταζίνης (όπως παράταση του διαστήματος QT) μπορεί μα
αυξηθεί, λόγω αναστολής του μεταβολισμού της από την
φλουοξετίνη.
Συνδυασμοί που απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή
Φαινυτοΐνη:
11
Μεταβολές στα επίπεδα του φαρμάκου αυτού στο πλάσμα έχουν
παρατηρηθεί κατά τη συγχορήγηση με τη φλουοξετίνη. Μερικές
περιπτώσεις εκδήλωσης τοξικότητας έχουν αναφερθεί. Πρέπει να
εξετάζεται το ενδεχόμενο της συντηρητικής τιτλοποίησης της
δόσης του συγχορηγούμενου φαρμάκου καθώς και η
παρακολούθηση της κλινικής κατάστασης του ασθενούς.
Σεροτονινεργικά φάρμακα (λίθιο, τραμαδόλη, τριπτάνη,
τρυπτοφάνη, σελεγιλίνη (
MAOI
-
B
), φυτικά σκευάσματα με
St
.
John
s
wort
(Υπερικό/Βαλσαμόχορτο)):
Υπάρχουν αναφορές ανάπτυξης ήπιου συνδρόμου σεροτονίνης
όταν οι SSRIs χορηγούνται ταυτόχρονα με φάρμακα, τα οποία
έχουν επίσης σεροτονινεργική επίδραση. Επομένως, η
συγχορήγηση της φλουοξετίνης με αυτά τα φάρμακα θα πρέπει να
πραγματοποιείται με προσοχή και με προσεκτικότερη και
συχνότερη κλινική παρακολούθηση του ασθενούς λ. παράγραφο
4.4).
Η χρήση με τριπτάνες επιφέρει τον επιπλέον κίνδυνο ανάπτυξης
στεφανιαίας αγγειοσυστολής και υπέρτασης.
Παράταση του διαστήματος
QT
:
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί φαρμακοκινητικές και
φαρμακοδυναμικές μελέτες μεταξύ της φλουοξετίνης και άλλων
φαρμακευτικών προϊόντων που παρατείνουν το διάστημα QT. Δεν
μπορεί να αποκλεισθεί μία αθροιστική δράση της φλουοξετίνης και
αυτών των φαρμακευτικών προϊόντων. Για το λόγο αυτό, η
συγχορήγηση της φλουοξετίνης με φαρμακευτικά προϊόντα που
παρατείνουν το διάστημα QT, όπως αντιαρρυθμικά τάξης IA και III,
αντιψυχωσικά (π.χ. παράγωγα φαινοθειαζίνης, πιμοζίδη,
αλλοπεριδόλη), τρικυκλικά αντακαταθλιπτικά, ορισμένους
αντιμικροβιακούς παράγοντες (π.χ. σπαρφλοξασίνη,
μοξιφλοξασίνη, ερυθρομυκίνη IV, πενταμιδίνη), ανθελονοσιακή
αγωγή ιδιαίτερα με αλοφαντρίνη, ορισμένα αντιισταμινικά
(αστεμιζόλη, μιζολαστίνη) θα πρέπει να πραγματοποιείται με
προσοχή (βλ. παραγράφους 4.4, 4.8 και 4.9)..
Φάρμακα που επηρεάζουν την αιμόσταση (από του στόματος
αντιπηκτικά οποιουδήποτε μηχανισμού, αιμοπετάλια κατά των
παραγόντων πήξης, συμπεριλαμβανομένης της ασπιρίνης και των
ΜΣΑΦ):
Αναπτύσσεται κίνδυνος αυξημένης αιμορραγίας. Θα πρέπει να
πραγματοποιείται κλινική παρακολούθηση του ασθενούς και πιο
συχνή παρακολούθηση με ΙΝR, κατά την λήψη από του στόματος
αντιπηκτικών. Πιθανόν να είναι κατάλληλη η προσαρμογή της
δοσολογίας τους κατά τη διάρκεια της θεραπείας με φλουοξετίνη,
καθώς και μετά τη διακοπή της (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.8).
Κυπροεπταδίνη:
12
Έχουν αναφερθεί μεμονωμένες περιπτώσεις μειωμένης
αντικαταθλιπτικής δράσης της φλουοξετίνης, όταν αυτή
συγχορηγείται με κυπροεπταδίνη.
Φάρμακα που προκαλούν υπονατριαιμία:
Η υπονατριαιμία είναι μία ανεπιθύμητη ενέργεια της
φλουοξετίνης. Η συγχορήγησή της, επομένως, με άλλους
παράγοντες που συσχετίζονται με την υπονατριαιμία (πχ.
διουρητικά, δεσμοπρεσίνη, καρβαμαζεπίνη και οξυκαρμπαζεπίνη),
μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο (βλ. παράγραφο 4.8).
Φάρμακα που ελαττώνουν το επιληπτογόνο όριο:
Οι επιληπτικές κρίσεις αποτελούν ανεπιθύμητη ενέργεια της
φλουοξετίνης. Η συγχορήγησή της με άλλους παράγοντες που
ελαττώνουν το επιληπτογόνο όριο (για παράδειγμα, TCAs, άλλους
SSRIs, φαινοθειαζίνες, βουτυροφαινόνες, μεφλοκίνη, χλωροκινίνη,
βουπροπιόνη, τραμαδόλη), μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο
κίνδυνο.
Άλλα φάρμακα που μεταβολίζονται από το υπόστρωμα
CYP
2
D
6:
Η φλουοξετίνη είναι ένας ισχυρός αναστολέας του ενζύμου
CYP2D6. Επομένως, ταυτόχρονη θεραπεία με φάρμακα που επίσης
μεταβολίζονται με αυτό το ενζυμικό σύστημα είναι πιθανόν να
οδηγήσει σε φαρμακευτικές αλληλεπιδράσεις, ιδιαίτερα εκείνα που
έχουν στενό θεραπευτικό εύρος (όπως είναι η φλεκαϊνίδη, η
προπαφαινόνη και η νεμπιβολόλη), εκείνα που η δοσολογία τους
τιτλοποιείται, καθώς επίσης και η ατομοξετίνη, η καρβαμαζεπίνη,
τα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά και η ρισπεριδόνη. Θα πρέπει η
θεραπεία με τα παραπάνω να ξεκινά ή να προσαρμόζεται στη
χαμηλότερη δυνατή δόση του δοσολογικού τους εύρους. Αυτό
ισχύει και στην περίπτωση που η φλουοξετίνη έχει ληφθεί στις
προηγούμενες 5 εβδομάδες.
4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία
Εγκυμοσύνη:
Ορισμένες επιδημιολογικές μελέτες υποδηλώνουν αυξημένο
κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακών ανωμαλιών συσχετιζόμενων
με τη χρήση της φλουοξετίνης κατά το πρώτο τρίμηνο της κύησης.
Ο υποκείμενος μηχανισμός είναι άγνωστος. Επί του συνόλου, τα
δεδομένα υποδηλώνουν πως ο κίνδυνος γέννησης ενός βρέφους με
κάποια καρδιαγγειακή ανωμαλία όταν η μητέρα εκτέθηκε σε
φλουοξετίνη είναι περίπου 2/100, σε σύγκριση με αναμενόμενη
συχνότητα περίπου 1/100 για αυτού του είδους τις ανωμαλίες στο
γενικό πληθυσμό.
επιδημιολογικά δεδομένα υποδηλώνουν πως η χρήση των SSRIs
κατά την κύηση, ιδιαίτερα κατά το τελικό στάδιο της κύησης,
είναι πιθανό να αυξήσει τον κίνδυνο επίμονης πνευμονικής
υπέρτασης του νεογνού (PPHN).
13
Ο κίνδυνος που παρατηρήθηκε αφορούσε σε περίπου 5 περιστατικά
ανά 1000 κυήσεις. Στο γενικό πληθυσμό, σημειώνονται 1 έως 2
περιστατικά PPHN ανά 1000 κυήσεις.
Επιπλέον, παρόλο που η φλουοξετίνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί
κατά τη διάρκεια της κύησης, θα πρέπει να επιδεικνύεται προσοχή,
ιδιαίτερα κατά το τελικό στάδιο της κύησης ή λίγο πριν την
έναρξη του τοκετού, επειδή έχουν αναφερθεί οι ακόλουθες
ανεπιθύμητες ενέργειες στα νεογνά: ευερεθιστότητα, τρόμος,
υποτονία, επίμονο κλάμα, δυσκολία θηλασμού ή ύπνου. Αυτά τα
συμπτώματα μπορεί να είναι ενδεικτικά είτε σεροτονινεργικών
επιδράσεων ή συνδρόμου απόσυρσης. Ο χρόνος εμφάνισης και η
διάρκεια αυτών των συμπτωμάτων ενδέχεται να σχετίζονται με τη
μακρά ημιπερίοδο ζωής της φλουοξετίνης (4-6 ημέρες) και του
ενεργού της μεταβολίτη, της νορ-φλουοξετίνης (4-16 ημέρες).
Θηλασμός:
Η φλουοξετίνη και ο μεταβολίτης της, νορφλουοξετίνη,
απεκκρίνονται στο μητρικό γάλα. Ανεπιθύμητα συμβάντα έχουν
αναφερθεί σε νεογνά που θηλάζουν. Εάν η θεραπεία με
φλουοξετίνη θεωρείται απαραίτητη, θα πρέπει να εξετάζεται το
ενδεχόμενο διακοπής της γαλουχίας, αλλά εάν συνεχιστεί η
γαλουχία, θα πρέπει να συνταγογραφείται η χαμηλότερη
αποτελεσματική δόση φλουοξετίνης.
Γονιμότητα
:
Τα δεδομένα από μελέτες σε ζώα έδειξαν πως η φλουοξετίνη
μπορεί να επηρεάσει την ποιότητα του σπέρματος (βλέπε
παράγραφο 5.3).
Οι αναφορές ανθρώπινων περιστατικών με μερικούς SSRIs έδειξαν
πως η επίδραση στην ποιότητα του σπέρματος είναι αναστρέψιμη.
Δεν έχει παρατηρηθεί μέχρι στιγμής επίπτωση στην ανθρώπινη
γονιμότητα.
4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού
μηχανημάτων
Η φλουοξετίνη δεν έχει καμία ή έχει ασήμαντη επίδραση στην
ικανότητα οδήγησης ή χειρισμού μηχανημάτων. Αν και έχει δειχθεί
ότι η φλουοξετίνη δεν επηρεάζει την ψυχοκινητική ικανότητα σε
υγιείς εθελοντές, κάθε ψυχοδραστικό φάρμακο ενδέχεται να
επηρεάσει την κρίση ή τις δεξιότητες. Οι ασθενείς θα πρέπει να
ενημερώνονται ώστε να αποφεύγουν την οδήγηση των
αυτοκινήτων ή το χειρισμό επικίνδυνων μηχανημάτων, μέχρις
ότου βεβαιωθούν ότι η ικανότητά τους δεν έχει μειωθεί.
4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες
α) Περίληψη των χαρακτηριστικών ασφάλειας
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν συχνότερα σε
ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με φλουοξετίνη ήταν κεφαλαλγία,
ναυτία, αϋπνία, κόπωση και διάρροια. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες
ενδέχεται να μειωθούν στην ένταση και στη συχνότητα εμφάνισής
14
τους με τη συνέχιση της αγωγής και κατά κανόνα δεν οδηγούν σε
διακοπή της.
β) Πίνακας ανεπιθύμητων αντιδράσεων
Ο πίνακας που ακολουθεί περιέχει τις ανεπιθύμητες ενέργειες που
παρατηρήθηκαν με τη θεραπεία φλουοξετίνης σε ενήλικες και σε
παιδιατρικό πληθυσμό. Κάποιες από αυτές τις ανεπιθύμητες
ενέργειες είναι κοινές με άλλων SSRIs.
Οι ακόλουθες συχνότητες έχουν υπολογιστεί από κλινικές δοκιμές
σε ενήλικες (n = 9297) και από καταγραφές αυθόρμητων
αναφορών.
Εκτίμηση συχνότητας εμφάνισης: Πολύ συχνές (≥1/10), συχνές
(≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες
(≥1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), μη γνωστές
(δεν μπορούν να εκτιμηθούν από τα διαθέσιμα δεδομένα). Εντός
κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες
ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.
Πολύ
συχνές
Συχνές Όχι συχνές Σπάνιες
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
Θρομβοπενία,
Ουδετεροπενία,
Λευκοπενία
Δ μιαταραχές του ανοσοποιητικού συστή ατος
Αναφυλακτική
αντίδραση,
Ορονοσία
Δ μιαταραχές του ενδοκρινικού συστή ατος
Απρόσφορη
έκκριση
αντιδιουρητικής
μορ όνης
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
Ελαττωμέν
η όρεξη
1
Υπονατριαιμία
Ψυχιατρικές διαταραχές
Αϋπνία
2
Άγχος,
Νευρικότητ
α,
Ανησυχία,
Ένταση,
Γενετήσια
ορμή
μειωμένη
3
,
Διαταραχή
ύπνου,
Μη
φυσιολογικ
ά όνειρα
4
Αποπροσωποποί
ηση,
Εξηρμένη
συναισθηματική
διάθεση,
Ευφορική
συναισθηματική
διάθεση,
Σκέψη μη
φυσιολογική,
Οργασμός
ανώμαλος
5,
Τριγμός των
δοντιών,
Αυτοκτονικές
σκέψεις και
Υπομανία,
Μανία,
Ψευδαισθήσεις,
Διέγερση,
Επεισόδια
πανικού,
Σύγχυση,
Δυσθυμία,
Επιθετικότητα
15
συμπεριφορά
6
Δ μιαταραχές του νευρικού συστή ατος
Κεφαλαλ
γία
Διαταραχή
στην
προσοχή,
Ζάλη,
Δυσγευσία,
Λήθαργος,
Υπνηλία
7,
Τρόμος,
Ψυχοκινητική
υπερδραστηριότ
ητα,
Δυσκινησία,
Αταξία,
Διαταραχή
ισορροπίας,
Μυόκλωνος,
Διαταραχή
μνήμης
Σπασμοί,
Ακαθησία,
Στοματογλωσσικό
σύνδρομο,
Σεροτονινεργικό
σύνδρομο
μ Οφθαλ ικές διαταραχές
Όραση
μθα πή
Μυδρίαση
Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
Εμβοές
Καρδιακές διαταραχές
Αίσθημα
παλμών
Κοιλιακή αρρυθμία
συμπεριλαμβανομέ
νης torsade de pointes,
Παράταση του QT
στο
ηλεκτροκαρδιογρά
φημα
Αγγειακές διαταραχές
Έξαψη
8
Υπόταση Αγγειίτιδα
Αγγειοδιαστολή
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
Χασμουρητ
ό
Δύσπνοια,
Επίσταξη
Φαρυγγίτιδα,
Πνευμονικές
διαταραχές
(φλεγμονώδεις
διεργασίες με
ποικίλα
ιστοπαθολογικά
ευρήματα και/ή
ίνωση)
9
Δ μιαταραχές του γαστρεντερικού συστή ατος
Διάρροια
Ναυτία
Έμετος
Δυσπεψία
μΞηροστο ία
Δυσφαγία,
Αιμορραγία του
γαστρεντερικού
σωλήνα
10
Άλγος του
οισοφάγου
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
Ιδιοσυγκρασιακή
ηπατίτιδα
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
Εξάνθημα
11
Κνίδωση
Κνησμός
Υπεριδρωσί
α
Αλωπεκία,
Αυξημένη τάση
εκχυμώσεων,
Κρύος ιδρώτας
Αγγειοοίδημα,
Εκχύμωση,
Αντίδραση
φωτοευαισθησίας,
Πορφύρα,
Πολύμορφο
ερύθημα,
Σύνδρομο Stevens-
Johnson,
Τοξική επιδερμική
νεκρόλυση
16
(σύνδρομο Lyell)
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
Αρθραλγία Μυικές
δεσμιδώσεις
Μυαλγία
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
Συχνή
ούρηση
12
Δυσουρία Κατακράτηση
ούρων,
Δ ιαταραχή ούρησης
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
Γυναικολογ
ική
αιμορραγία
13
Στυτική
δυσλειτουρ
γία,
Διαταραχή
εκσπερμάτι
σης
14
Σεξουαλική
δυσλειτουργία
Γαλακτόρροια,
Υπερπρολακτιναιμ
ία,
Πριαπισμός
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
Κόπωση
15
Αίσθηση
μεκνευρισ ο
ύ Ρίγη
Αίσθημα
κακουχίας,
Αίσθηση μη
φυσιολογική,
Αίσθηση
ψυχρού,
Αίσθηση θερμού,
μΑι ορραγία
βλεννογόνων
Παρακλινικές εξετάσεις
μΣω ατικό
βάρος
μ μειω ένο
Αυξημένες
τρανσαμινάσες,
Αυξημένη
μγλουτα υλτρανσφε
ράση
1. Περιλαμβάνει ανορεξία
2. Περιλαμβάνει πολύ πρωϊνή αφύπνιση, αρχική αϋπνία, αϋπνία κατά τη
μέση του ύπνου
3. Περιλαμβάνει απώλεια της γενετήσιας ορμής
4. Περιλαμβάνει εφιάλτες
5. Περιλαμβάνει ανοργασμία
6. Περιλαμβάνει αυτοκτονία, καταθλιπτική διάθεση που οδηγεί στην
αυτοκτονία, σκόπιμο αυτοτραυματισμό, αυτό-ζημιογόνο ιδεασμό,
αυτοκτονική συμπεριφορά, αυτοκτονικό ιδεασμό, απόπειρα
αυτοκτονίας, νοσηρές σκέψεις, συμπεριφορά αυτό-τραυματισμού.
Αυτά τα συμπτώματα μπορεί να οφείλονται σε υποκείμενη νόσο.
7. Περιλαμβάνει υπερβολικό ύπνο, καταστολή
8. Περιλαμβάνει εξάψεις
9. Περιλαμβάνει ατελεκτασία, διάμεση πνευμονική νόσο, πνευμονίτιδα
10. Περιλαμβάνει πολύ συχνές αιμορραγίες στα ούλα, αιματέμεση,
αιματοχεσία, ορθική αιμορραγία, αιμορραγική διάρροια, μέλαινα,
αιμορραγία γαστρικού έλκους
11. Περιλαμβάνει ερύθημα, αποφολιδωτικό εξάνθημα, κεγχροειδές
ερύθρασμα, εξάνθημα, ερυθηματώδες εξάνθημα, θυλακιώδες
εξάνθημα, γενικευμένο εξάνθημα, κηλιδώδες εξάνθημα,
κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα, ιλαροειδές εξάνθημα, βλατιδώδες
εξάνθημα, κνησμώδες εξάνθημα, φλυκταινώδες εξάνθημα,
περιομφαλικό ερυθηματώδες εξάνθημα
12. Περιλαμβάνει πολλακιουρία
13. Περιλαμβάνει αιμορραγία από τον τράχηλο της μήτρας,
δυσλειτουργία μήτρας, αιμορραγία μήτρας, αιμορραγία γεννητικών
17
οργάνων, μηνομητρορραγία, μηνορραγία, μητρορραγία,
πολυμηνόρροια, μετεμμηνοπαυσιακή αιμορραγία, αιμορραγία μήτρας,
κολπική αιμορραγία
14. Περιλαμβάνει αποτυχία εκσπερμάτισης, δυσλειτουργία
εκσπερμάτισης, πρόωρη εκσπερμάτιση, καθυστερημένη εκσπερμάτιση,
παλίνδρομη εκσπερμάτιση
15. Περιλαμβάνει εξασθένηση
γ) Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών
Αυτοκτονία / αυτοκτονικές σκέψεις ή κλινική επιδείνωση:
Περιστατικά αυτοκτονικού ιδεασμού και αυτοκτονικών
συμπεριφορών έχουν αναφερθεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας με
φλουοξετίνη ή λίγο μετά τη διακοπή της θεραπείας (βλ. παράγραφο
4.4).
Οστικά κατάγματα:
Οι επιδημιολογικές μελέτες, οι οποίες διεξάχθηκαν κυρίως σε
ασθενείς ηλικίας 50 ετών και άνω, δείχνουν αυξημένο κίνδυνο
εμφάνισης οστικών καταγμάτων σε ασθενείς που λαμβάνουν
SSRIs και τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά (ΤΚΑ). Ο υποκείμενος
μηχανισμός για αυτό τον κίνδυνο είναι άγνωστος.
Συμπτώματα απόσυρσης με τη διακοπή της θεραπείας με
φλουοξετίνη:
Η διακοπή της θεραπείας με φλουοξετίνη έχει συχνά ως
αποτέλεσμα την εμφάνιση συμπτωμάτων απόσυρσης. Οι
αντιδράσεις που έχουν αναφερθεί συχνότερα περιλαμβάνουν ζάλη,
διαταραχές αισθητικότητας (συμπεριλαμβανομένης της
παραισθησίας), διαταραχές του ύπνου (συμπεριλαμβανομένων
αϋπνίας και έντονων ονείρων), εξασθένιση, διέγερση ή άγχος,
ναυτία και/ ή έμετο, τρόμο και κεφαλαλγία. Γενικά, αυτά τα
περιστατικά είναι ήπιας έως μέτριας έντασης και
αυτοπεριοριζόμενα, όμως, σε μερικούς ασθενείς μπορεί να είναι
σοβαρά και/ ή παρατεταμένης χρονικής διάρκειας (βλ. παράγραφο
4.4). Επομένως, όταν η αγωγή με τη φλουοξετίνη δεν είναι πλέον
απαραίτητη, συνιστάται η προοδευτική διακοπή της θεραπείας με
σταδιακή μείωση της δόσης (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.4).
δ) Παιδιατρικός πληθυσμός (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.1.):
Ανεπιθύμητες ενέργειες, οι οποίες έχουν παρατηρηθεί ειδικά ή με
διάφορες συχνότητες για το συγκεκριμένο πληθυσμό
περιγράφονται παρακάτω. Οι συχνότητες αυτών των συμβαμάτων
βασίζονται σε κλινικές μελέτες παιδιατρικής έκθεσης (n = 610).
Κατά τη διάρκεια παιδιατρικών κλινικών μελετών, παρατηρήθηκε
αυτοκτονική συμπεριφορά (απόπειρα αυτοκτονίας και
αυτοκτονικές σκέψεις) εχθρότητα (τα περιστατικά που
αναφέρθηκαν ήταν: θυμός, ευερεθιστότητα, επιθετικότητα, ταραχή,
σύνδρομο ενεργοποίησης), μανιακές αντιδράσεις,
συμπεριλαμβανομένης μανίας και υπομανίας (χωρίς να έχουν
αναφερθεί προηγούμενα επεισόδια σε αυτούς τους ασθενείς) και
επίσταξη, αναφέρθηκαν συχνά και με μεγαλύτερη συχνότητα σε
παιδιά και εφήβους, που έλαβαν αγωγή με αντικαταθλιπτικά
18
συγκριτικά με τους ασθενείς που έλαβαν αγωγή με το εικονικό
φάρμακο (placebo).
Έχουν επίσης αναφερθεί μέσα από την κλινική χρήση μεμονωμένα
περιστατικά επιβράδυνσης της αύξησης (βλ. παράγραφο 5.1).
Κατά τη διάρκεια παιδιατρικών κλινικών μελετών, η αγωγή με τη
φλουοξετίνη συσχετίστηκε με τη μείωση των επιπέδων της
αλκαλικής φωσφατάσης.
Έχουν επίσης αναφερθεί μέσα από κλινική χρήση σε
παιδιατρικούς ασθενείς μεμονωμένα περιστατικά ανεπιθύμητων
συμβάντων τα οποία ενδέχεται να υποδηλώνουν επιβράδυνση της
σεξουαλικής ωρίμανσης ή σεξουαλική δυσλειτουργία (βλ.
παράγραφο 5.3).
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από
τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος
είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης
οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από
τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να
αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες
ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς: Εθνικός
Οργανισμός Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός,
Αθήνα. Τηλ: + 30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 21 06549585,
Ιστότοπος: http://www.eof.gr.
4.9 Υπερδοσολογία
Συμπτώματα
Τα περιστατικά υπερδοσολόγησης με τη χορήγηση μόνης της
φλουοξετίνης έχουν κατά κανόνα ήπια πορεία. Στα συμπτώματα
της υπερδοσολογίας περιλαμβάνονται ναυτία, έμετος, επιληπτικές
κρίσεις, καρδιαγγειακή δυσλειτουργία κυμαινόμενη από
ασυμπτωματική αρρυθμία (συμπεριλαμβανομένων κομβικών και
κοιλιακών αρρυθμιών) ή μεταβολών στο ΗΚΓ οι οποίες είναι
ενδεικτικές παράτασης του QTc έως καρδιακή ανακοπή
(συμπεριλαμβανομένων πολύ σπάνιων περιστατικών Torsade de
Pointes), πνευμονική δυσλειτουργία και σημεία ενδεικτικά
μεταβολής της κατάστασης του ΚΝΣ κυμαινόμενα από διέγερση
έως κώμα. Μοιραίες εκβάσεις από υπερδοσολόγηση με μόνη τη
φλουοξετίνη, ήταν εξαιρετικά σπάνιες.
Αντιμετώπιση
Συνιστάται η παρακολούθηση των καρδιακών και άλλων ζωτικών
σημείων του ασθενούς, σε συνδυασμό με την εφαρμογή άλλων
γενικών συμπτωματικών και υποστηρικτικών μέτρων. Δεν υπάρχει
ειδικό αντίδοτο για τη φλουοξετίνη.
Η προκλητή διούρηση, η αιμοκάθαρση, η αιμοδιάχυση και η
αφαιμαξομετάγγιση δεν φαίνεται να προσφέρουν κάποιο όφελος. Ο
ενεργοποιημένος άνθρακας, ο οποίος μπορεί να χρησιμοποιηθεί με
19
σορβιτόλη, μπορεί να είναι το ίδιο ή περισσότερο αποτελεσματικός
από την πρόκληση εμέτου ή την πλύση του στομάχου. Κατά την
αντιμετώπιση της υπερδοσολογίας, σκεφθείτε την πιθανότητα
εμπλοκής πολλών φαρμάκων. Η στενή ιατρική παρακολούθηση για
μεγάλο χρονικό διάστημα ίσως είναι απαραίτητη για ασθενείς που
έχουν λάβει υπερβολική ποσότητα ενός τρικυκλικού
αντικαταθλιπτικού, εάν αυτοί επίσης λαμβάνουν, ή έχουν
πρόσφατα λάβει φλουοξετίνη.
5 ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Εκλεκτικοί αναστολείς
επαναπρόσληψης της σεροτονίνης
Κωδικός ATC: Ν06ΑΒ03
Η φλουοξετίνη είναι ένας εκλεκτικός αναστολέας της
επαναπρόσληψης της σεροτονίνης και σε αυτό φαίνεται ότι
οφείλεται ο μηχανισμός δράσης της. Πρακτικά η φλουοξετίνη δεν
έχει συγγένεια για άλλους υποδοχείς όπως οι α
1
-, α
2
- και β-
αδρενεργικοί, σεροτονινεργικοί, ντοπαμινεργικοί, ισταμινεργικοί-
1
, μουσκαρινικοί και GABA υποδοχείς.
Μείζονα καταθλιπτικά επεισόδια:
Κλινικές μελέτες σε ασθενείς με μείζονα καταθλιπτικά επεισόδια,
έχουν διεξαχθεί σε σύγκριση με εικονικό φάρμακο (
placebo)
και με
άλλες δραστικές ουσίες. Η φλουοξετίνη έχει δείξει σημαντικά
ανώτερη αποτελεσματικότητα σε σύγκριση με το εικονικό
φάρμακο, όπως υπολογιζόταν με την Κλίμακα Εκτίμησης της
Κατάθλιψης κατά Hamilton (Hamilton Depression Rating
Scale/HAM-D). Στις μελέτες αυτές, η φλουοξετίνη επέφερε
στατιστικά υψηλότερα ποσοστά ανταπόκρισης (οριζόταν η κατά
τουλάχιστον 50% ελάττωση στη βαθμολογία της κλίμακας HAM-
D) και ύφεσης, συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο (placebo).
Δοσολογική ανταπόκριση:
Κατά τις μελέτες σταθερής δόσης οι οποίες πραγματοποιήθηκαν σε
ασθενείς με μείζονα κατάθλιψη, η καμπύλη της δοσολογικής
ανταπόκρισης είναι επίπεδη, γεγονός που υποδηλώνει πως δεν
αναμένεται θεραπευτικό πλεονέκτημα με τη χρήση δόσεων που
υπερβαίνουν τις συνιστώμενες. Εντούτοις, η κλινική εμπειρία
καταδεικνύει πως η αύξηση της δόσης μπορεί να έχει κλινικό
όφελος για ορισμένους ασθενείς.
Ιδεοληπτική - Ψυχαναγκαστική Διαταραχή:
Σε βραχείας διάρκειας (μέχρι 24 εβδομάδες) μελέτες, η
φλουοξετίνη έδειξε στατιστικά σημαντικά μεγαλύτερη
αποτελεσματικότητα από το εικονικό φάρμακο (placebo). Υπήρξε
θεραπευτικό αποτέλεσμα στα 20 mg/ημερησίως, αλλά οι
μεγαλύτερες δόσεις (40 ή 60 mg/ημερησίως) έδειξαν μεγαλύτερα
ποσοστά ανταπόκρισης. Οι μακριάς διάρκειας μελέτες (τρεις
20
βραχείας διάρκειας μελέτες με φάση επέκτασης και μια μελέτη
πρόληψης υποτροπών) δεν έδειξαν αποτελεσματικότητα.
Ψυχογενής βουλιμία:
Σε βραχείας διάρκειας (μέχρι 16 εβδομάδες) μελέτες, σε
περιπατητικούς ασθενείς που εκπληρούσαν τα κριτήρια του DSM-
III-R για την ψυχογενή βουλιμία, η φλουοξετίνη 60 mg/ημερησίως
ήταν στατιστικά σημαντικά περισσότερο αποτελεσματική, σε
σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (placebo), στην ελάττωση των
επεισοδίων υπερφαγίας (Binge-eating) καθώς και των
αντιρροπηστικών δραστηριοτήτων. Εντούτοις, δεν ήταν δυνατόν
να διεξαχθεί συμπέρασμα σχετικά με τη μακροχρόνια
αποτελεσματικότητα της φλουοξετίνης.
Δύο κλινικές μελέτες ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο (placebo)
έχουν διεξαχθεί σε ασθενείς που εκπληρούσαν τα διαγνωστικά
κριτήρια του DSM-IV για Προεμμηνορρυσιακή Δυσφορική
Διαταραχή (Premenstrual Dysphoric Disorder - PMDD). Οι
ασθενείς συμμετείχαν στη μελέτη εάν είχαν συμπτώματα
επαρκούς σοβαρότητας ώστε να επηρεάζεται η κοινωνική και η
επαγγελματική λειτουργικότητα και οι σχέσεις τους με τους
συνανθρώπους. Οι ασθενείς που ελάμβαναν από του στόματος
αντισυλληπτικά αποκλείσθηκαν. Στην πρώτη μελέτη, συνεχούς
χορήγησης φλουοξετίνης, 20 mg/ημερησίως για 6
εμμηνορρυσιακούς κύκλους, παρατηρήθηκε κλινική βελτίωση στις
πρωταρχικές μετρήσεις αποτελεσματικότητας (ευερεθιστότητα,
άγχος και δυσφορία). Στη δεύτερη μελέτη, με διαλείπουσα
χορήγηση (20 mg/ημερησίως για 14 ημέρες) κατά την
ωχρινοποιητική φάση για 3 εμμηνορρυσιακούς κύκλους,
παρατηρήθηκε κλινική βελτίωση στις πρωταρχικές μετρήσεις
αποτελεσματικότητας (σύμφωνα με τη βαθμολογία Σοβαρότητας
στα Ενοχλήματα που καταγράφονται σε Ημερήσια Βάση Daily
Record of Severity of Problems). Εντούτοις, από αυτές τις μελέτες,
οριστικά συμπεράσματα αναφορικά με την αποτελεσματικότητα
και τη διάρκεια της αγωγής δεν είναι δυνατό να εξαχθούν.
Μείζονα καταθλιπτικά επεισόδια (παιδιά και έφηβοι):
Έχουν πραγματοποιηθεί κλινικές μελέτες σε παιδιά και εφήβους
ηλικίας 8 ετών και άνω σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο
(placebo). Σε δύο βραχυχρόνιες, βασικές μελέτες, καταδείχθηκε
σημαντική υπεροχή της φλουοξετίνης, στη δόση των 20mg, ως προς
την αποτελεσματικότητα, όπως αυτή μετρήθηκε με τη μείωση της
συνολικής βαθμολογίας στην κλίμακα Childhood Depression Rating
Scale-Revised (CDRS-R) και στη βαθμολογία στην κλίμακα Clinical
Global Impression of Improvement (CGI-I), συγκριτικά με το placebo. Και
στις δύο μελέτες, οι ασθενείς πληρούσαν τα κριτήρια για μέτρια
έως σοβαρή MDD (DSM-III ή DSM-IV) κατά τη διάρκεια τριών
διαφορετικών αξιολογήσεων από τους θεράποντες
παιδοψυχιάτρους. Η αποτελεσματικότητα των κλινικών μελετών
της φλουοξετίνης ενδέχεται να εξαρτάται από την ένταξη σε αυτές
ενός επιλεγμένου πληθυσμού ασθενών (ασθενείς που δεν
ανένηψαν αυτόματα εντός χρονικής περιόδου 3-5 εβδομάδων και
στους οποίους η κατάθλιψη επέμεινε παρά τη σημαντική μέριμνα
που τους δόθηκε). Υπάρχουν περιορισμένα μόνο στοιχεία
21
ασφάλειας και αποτελεσματικότητας για χρονικό διάστημα πέραν
των 9 εβδομάδων. Σε γενικές γραμμές η αποτελεσματικότητα της
φλουοξετίνης ήταν μέτρια. Τα ποσοστά κλινικής ανταπόκρισης (το
πρωτογενές τελικό σημείο, οριζόμενο ως μείωση στη βαθμολογία
CDRS-R κατά 30%) κατέδειξαν μία στατιστικά σημαντική διαφορά
σε μία εκ των δύο βασικών μελετών (58% για τη φλουοξετίνη
έναντι 32% για το placebo, P = 0,013 και 65% για τη φλουοξετίνη
έναντι 54% για το placebo, P = 0,093). Σε αυτές τις δύο μελέτες, η
μέση απόλυτη μεταβολή στο CDRS-R από την αρχή της μελέτης έως
το τελικό σημείο ήταν 20 για τη φλουοξετίνη έναντι 11 για το
placebo, P = 0,002 και 22 για τη φλουοξετίνη έναντι 15 για το
placebo, P <0,001.
Επιδράσεις στην αύξηση (παιδιά και έφηβοι, βλ. παραγράφους 4.4
και 4.8):
Έπειτα από 19 εβδομάδες θεραπείας, οι παιδιατρικοί ασθενείς που
έλαβαν θεραπεία με φλουοξετίνη στα πλαίσια μιας κλινικής
δοκιμής, αύξησαν το ύψος τους κατά μέσο όρο κατά 1,1 εκατοστά
λιγότερο (p=0,004) και το βάρος τους κατά 1,1 kg λιγότερο
(p=0,008) σε σύγκριση με τα άτομα που έλαβαν το εικονικό
φάρμακο.
Σε μια αναδρομική, με εξομοίωση ελεγχόμενη μελέτη παρατήρησης
με μέση έκθεση στη φλουοξετίνη 1,8 έτη, τα παιδιατρικά
υποκείμενα που έλαβαν αγωγή φλουοξετίνης δεν εμφάνισαν
διαφορά ως προς την αύξηση διορθωμένη βάσει της αναμενόμενης
αύξησης του ύψους από τη εξομοιούμενη ομάδα ελέγχου στην
οποία δεν χορηγήθηκε η θεραπεία (0,0 εκατοστά, p=0,9673).
5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Απορρόφηση
Η φλουοξετίνη απορροφάται καλά από το γαστρεντερικό σωλήνα,
μετά την από του στόματος χορήγηση. Η βιοδιαθεσιμότητα δεν
επηρεάζεται από την ταυτόχρονη λήψη τροφής.
Κατανομή
Η φλουοξετίνη συνδέεται εκτεταμένα με τις πρωτεΐνες του
πλάσματος (περίπου 95%) και κατανέμεται ευρύτατα στους ιστούς
(όγκος κατανομής: 20-40 l/kg). Οι σταθερές συγκεντρώσεις στο
πλάσμα επιτυγχάνονται μετά τη συνεχή χορήγηση επί αρκετές
εβδομάδες. Οι συγκεντρώσεις στη σταθερή κατάσταση, μετά από
μακροχρόνια χορήγηση, είναι παρόμοιες με εκείνες που
παρατηρήθηκαν στις 4 ή 5 εβδομάδες.
Βιομετασχηματισμός
Η φλουοξετίνη έχει μία μη-γραμμική φαρμακοκινητική με
αποτέλεσμα πρώτης διόδου από το ήπαρ. Οι μέγιστες
συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται γενικά μετά από 6 έως
8 ώρες από τη χορήγηση της δόσης. Η φλουοξετίνη μεταβολίζεται
εκτεταμένα από το ηπατικό ένζυμο CYP2D6, το οποίο εμφανίζει
πολυμορφισμό. Η φλουοξετίνη μεταβολίζεται κατά κύριο λόγο στο
ήπαρ στο δραστικό μεταβολίτη, τη νορφλουοξετίνη
22
(απομεθυλιωμένη φλουοξετίνη), η οποία σχηματίζεται με
απομεθυλίωση.
Αποβολή
Η ημιπερίοδος αποβολής της φλουοξετίνης είναι 4 έως 6 ημέρες
και της νορφλουοξετίνης 4 έως 16 ημέρες. Οι μακρές αυτές
ημιπερίοδοι είναι υπεύθυνες για την παραμονή του φαρμάκου στον
οργανισμό για 5-6 εβδομάδες μετά τη διακοπή της αγωγής. Η
κύρια οδός απέκκρισης (περίπου 60%) είναι δια των νεφρών. Η
φλουοξετίνη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα.
Πληθυσμοί σε κίνδυνο
Ηλικιωμένοι:
Οι φαρμακοκινητικές παράμετροι δε μεταβάλλονται σε υγιείς
ηλικιωμένους, όταν συγκρίνονται με εκείνες των νεαρότερων
ατόμων.
Παιδιατρικός πληθυσμός:
Η μέση συγκέντρωση της φλουοξετίνης στα παιδιά είναι περίπου
2 φορές υψηλότερη από αυτή που παρατηρείται στους έφηβους και
η μέση συγκέντρωση της νορφλουοξετίνης είναι 1,5 φορές
υψηλότερη. Οι συγκεντρώσεις στη σταθεροποιημένη κατάσταση
στο πλάσμα εξαρτώνται από το σωματικό βάρος και είναι
υψηλότερες στα παιδιά με χαμηλότερο σωματικό βάρος (βλ.
παράγραφο 4.2). Όπως ισχύει στους ενήλικες, η φλουοξετίνη και η
νορφλουοξετίνη υφίστανται εκτεταμένη συσσώρευση έπειτα από
πολλαπλή από του στόματος δοσολόγηση. Οι συγκεντρώσεις
σταθεροποιημένης κατάστασης επιτεύχθηκαν εντός 3 έως 4
εβδομάδων με ημερήσια δοσολόγηση.
Ηπατική ανεπάρκεια:
Σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια (αλκοολική κίρρωση) οι
ημιπερίοδοι ζωής της φλουοξετίνης και της νορφλουοξετίνης
αυξήθηκαν σε 7 και 12 ημέρες αντίστοιχα. Πρέπει να εξετάζεται το
ενδεχόμενο χορήγησης χαμηλότερων δόσεων ή μικρότερης
συχνότητας λήψης της δόσης.
Νεφρική ανεπάρκεια:
Μετά την εφάπαξ χορήγηση φλουοξετίνης σε ασθενείς με ήπια,
μέτρια ή πλήρη (ανουρία) νεφρική ανεπάρκεια, οι
φαρμακοκινητικές παράμετροι ήσαν παρόμοιες με εκείνες σε υγιείς
εθελοντές. Εντούτοις, με τη μακροχρόνια χορήγηση ενδέχεται να
παρατηρηθεί μία αύξηση των σταθερών συγκεντρώσεων στο
πλάσμα.
5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια
Δεν υπάρχουν στοιχεία καρκινογένεσης ή εμφάνισης
μεταλλάξεων τόσο σε μελέτες
in vitro
όσο και σε μελέτες με
πειραματόζωα.
Μελέτες ενηλίκων σε ζώα
23
Σε μια μελέτη αναπαραγωγής 2 γενεών σε αρουραίους, η
φλουοξετίνη δεν προκάλεσε ανεπιθύμητες ενέργειες στο
ζευγάρωμα ή στη γονιμότητα των αρουραίων, δεν ήταν
τερατογόνος, και δεν επηρέασε την αύξηση, την ανάπτυξη, ή τις
αναπαραγωγικές παραμέτρους των απογόνων.
Οι συγκεντρώσεις στη διατροφή αντιστοιχούσαν σε δόσεις σχεδόν
ισοδύναμες με 1,5, 3,9 και 9,7 mg φλουοξετίνης/kg σωματικού
βάρους.
Όταν σε άρρενες ποντικούς χορηγήθηκε καθημερινά αγωγή
φλουοξετίνης μέσω της διατροφής τους επί 3 μήνες σε δόση η
οποία αντιστοιχούσε σε περίπου 31 mg/kg φάνηκε μία μείωση στο
βάρος των όρχεων και υποσπερματογένεση. Ωστόσο, αυτό το
δοσολογικό επίπεδο υπερέβαινε τη μέγιστη ανεκτή δόση (MTD)
καθώς σημειώθηκαν σημαντικά σημεία τοξικότητας.
Μελέτες σε νεαρά ζώα
Σε μια μελέτη τοξικότητας με νεαρούς αρουραίους, η χορήγηση
υδροχλωρικής φλουοξετίνης 30 mg/kg/ημερησίως, στις ημέρες 21
έως 90 μετά τον τοκετό, επέφερε μη-αναστρέψιμο εκφυλισμό και
νέκρωση των όρχεων, επιθηλιακή κενοτοπίωση της επιδιδυμίδας,
ανωριμότητα και αδράνεια του αναπαραγωγικού συστήματος των
θηλυκών και μείωση της γονιμότητας. Καθυστέρηση στην
σεξουαλική ωρίμανση παρατηρήθηκε σε άρρενες (10 και 30
mg/kg/ημερησίως) και σε θήλεις (30 mg/kg/ημερησίως). Δεν είναι
γνωστή η σημαντικότητα των ευρημάτων αυτών για τον άνθρωπο.
Επίσης, σε αρουραίους στους οποίους χορηγήθηκαν 30 mg/kg
παρατηρήθηκε μείωση του μηριαίου οστού, σε σύγκριση με την
ομάδα ελέγχου και εκφύλιση των σκελετικών μυών, νέκρωση και
αναγέννηση. Με δόση 10 mg/kg/ημερησίως, οι συγκεντρώσεις στο
πλάσμα στα ζώα ήταν περίπου 0,8 έως 8,8 φορές υψηλότερες
(φλουοξετίνη) και 3,6 έως 23,2 φορές υψηλότερες
(νορφλουοξετίνη) από αυτές που συνήθως παρατηρήθηκαν στους
παιδιατρικούς ασθενείς.
Με δόση 3 mg/kg/ημερησίως, οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα στα
ζώα ήταν περίπου 0,04 έως 0,5 φορές υψηλότερες (φλουοξετίνη)
και 0,3 έως 2,1 φορές υψηλότερεςορφλουοξετίνη) από αυτές που
παρατηρήθηκαν στους παιδιατρικούς ασθενείς.
Σε μια μελέτη με νεαρούς ποντικούς παρατηρήθηκε ότι η αναστολή
του μεταφορέα σεροτονίνης παρεμποδίζει τον φυσιολογικό οστικό
σχηματισμό. Το εύρημα αυτό υποστηρίζεται και από κλινικές
παρατηρήσεις. Η αναστρεψιμότητα της επίδρασης αυτής δεν έχει
τεκμηριωθεί.
Άλλη μελέτη σε νεαρούς ποντικούς (με χορήγηση μεταγεννητικά
στις ημέρες 4 έως 21) έδειξε ότι η αναστολή του μεταφορέα
σεροτονίνης επιφέρει μακροχρόνιες επιδράσεις στη συμπεριφορά
των ποντικών. Δεν είναι γνωστό εάν η επίδραση αυτή είναι
αναστρέψιμη. Η κλινική σημασία της επίδρασης αυτής δεν έχει
τεκμηριωθεί.
24
6 ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
6.1 Κατάλογος εκδόχων
Κυτταρίνη Μικροκρυσταλλική,
Πυριτίου διοξείδιο κολλοειδές άνυδρο,
Αμυλο αραβοσίτου,
Κροσποβιδόνη,
Σακχαρίνη νατριούχος,
Μαγνήσιο στεατικό,
Κόνις μίνθης πιπερώδους.
6.2 Ασυμβατότητες
Δεν εφαρμόζεται.
6.3 Διάρκεια ζωής
2 χρόνια
6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος
Μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 25ºC.
6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη
Φιάλες από πολυπροπυλένιο με κουμπωτό (snap) πώμα από
πολυαιθυλένιο που περιέχουν 30, 100, 250 και 500 δισκία.
Ή
Φιάλες από υψηλής πυκνότητας πολυαιθυλένιο με βιδωτά πώματα
πολυπροπυλενίου που περιέχουν 100 και 250 δισκία.
Συσκευασίες κυψέλης (blister) από PVC/PE/PVdC/Al που περιέχουν
7, 12, 14, 28 και 30 δισκία.
Συσκευασίες κυψέλης (blister) από PVC/PE/PVdC/Al που περιέχουν
30 (30 x 1) και 100 (100 x 1) δισκία σε μονήρεις δόσεις.
Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες
6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης
Καμία ειδική υποχρέωση
7 ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
Δικαιούχος Προϊόντος:
Generics [UK] Ltd, Station Close, Potters Bar, Hertfordshire, EN6 1TL, United
Kingdom
Κάτοχος Άδειας Κυκλοφορίας:
Generics Pharma Hellas ΕΠΕ
25
Λ. Βουλιαγμένης 577
Α
, 16 451 Αργυρούπολη, Τηλ: 210-9936410
8 ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
53974/21-08-08
9 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ
ΑΔΕΙΑΣ
Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 08-12-2005
Ημερομηνία ανανέωσης: 21-08-2008
10 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ
26