Λοιμώξεις από ευαίσθητους στη ροξιθρομυκίνη μικροοργανισμούς και κυρίως σε:
• Λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού: φαρυγγίτις/αμυγδαλίτις οφειλόμενες σε
Streptococcus pyogenes. Οξεία παραρινοκολπίτιδα οφειλόμενη σε Streptococcus
pneumoniae.
• Λοιμώξεις κατώτερου αναπνευστικού: αιτιολογική θεραπεία οξείας βακτηριακής
παρόξυνσης χρόνιας βρογχίτιδας οφειλόμενη σε Haemophilus influenzae, Moraxella
catarrhalis ή Streptococcus pneumoniae. Εμπειρική θεραπεία σε ασθενείς με
λοιμώξεις αναπνευστικού, στους οποίους υπάρχει υπόνοια λοίμωξης από Η.
influenzae, δεν συνιστάται.
• Πνευμονία οφειλόμενη σε Mycoplasma pneumoniae, Streptococcus pneumoniae,
Chlamydia pneumoniae.
• Στη θεραπεία της πνευμονιοκοκκικής πνευμονίας τα μακρολίδια δεν αποτελούν
φάρμακα πρώτης επιλογής.
• Λοιμώξεις του γεννητικού συστήματος, εκτός από τις γονοκοκκικές λοιμώξεις.
• Μη επιπεπλεγμένες λοιμώξεις δέρματος και μαλακών μορίων οφειλόμενες σε
Streptococcus pyogenes ή Staphylococcus aureus.
Τα αποστήματα απαιτούν συνήθως χειρουργική παροχέτευση.
Η in vitro ευαισθησία των βακτηριδίων στα αντιβιοτικά διαφέρει γεωγραφικά και χρονικά. Η
επικρατούσα στην περιοχή κατάσταση πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όταν γίνεται επιλογή
αντιμικροβιακής θεραπείας.
2.3. ΑΝΤΕΝΔΕΙΞΕΙΣ
Τα φάρμακα μπορούν να βοηθήσουν τους αρρώστους, μπορούν όμως να δημιουργήσουν και
προβλήματα όταν αυτά δεν λαμβάνονται σύμφωνα με τις οδηγίες. To συγκεκριμένο
φάρμακο δεν πρέπει να το πάρετε στις ακόλουθες περιπτώσεις:
-Υπερευαισθησία στη ροξιθρομυκίνη ή στα μακρολίδια
-Συνδυασμός με αγγειοσυσπαστικά αλκαλοειδή της ερυσιβώδους ολύρας, κυρίως
εργοταμίνη και διϋδροεργοταμίνη (βλ. παράγραφο 2.5 «Αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα
ή ουσίες»).
-Κύηση και γαλουχία (βλ. ιδιαίτερο κεφάλαιο).
-Τα δισκία των 300 mg αντενδείκνυνται σε ασθενείς με βαριάς μορφής ηπατική ανεπάρκεια.
2.4. ΕΙΔΙΚΕΣ ΠΡΟΦΥΛΑΞΕΙΣ ΚΑΙ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΚΑΤΑ ΤΗ ΧΡΗΣΗ
2.4.1. Γενικά
Προφυλάξεις
Σε σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια (π.χ. κίρρωση του ήπατος με ίκτερο ή/και ασκίτη) η δόση
πρέπει να μειώνεται στο ήμισυ (π.χ. σε ενήλικες 150 mg εφάπαξ ημερησίως).
Δεν απαιτείται τροποποίηση της δοσολογίας, σε περιπτώσεις νεφρικής ανεπάρκειας.
Απαιτείται προσοχή όταν η ροξιθρομυκίνη χρησιμοποιείται σε ασθενείς με συγγενές
παρατεταμένο διάστημα του QT, ή με συνυπάρχουσες καταστάσεις που προδιαθέτουν σε
αρρυθμίες (π.χ. μη διορθωμένη υποκαλιαιμία ή υπομαγνησιαιμία, κλινικά σημαντική
βραδυκαρδία) και σε ασθενείς που λαμβάνουν αντιαρρυθμικά της τάξης ΙΑ και της τάξης III
(βλ. παράγραφο 2.5 «Αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα ή ουσίες»).
Όπως είναι γνωστό ότι συμβαίνει με άλλα μακρολίδια, ενδέχεται να επιδεινωθεί η
μυασθένεια Gravis από την ροξιθρομυκίνη.
Προειδοποιήσεις
Σοβαρή σύσπαση των αγγείων («εργοτισμός») με πιθανότητα νέκρωσης των άκρων έχει
αναφερθεί μετά από ταυτόχρονη χορήγηση μακρολιδίων με αγγειοσυσπαστικά της
ερυσιβώδους ολύρας. Πρέπει πάντα να αποκλείεται η λήψη αυτών των φαρμάκων πριν