
φαρμάκων αυτών μπορεί να προκαλέσει ορισμένα συμπτώματα (ζάλη, παραισθησίες,
κεφαλαλγία, ναυτία, άγχος) που όμως είναι ήπια και παροδικά. Γι’ αυτό το λόγο,
συνιστάται η διακοπή της φαρμακευτικής ουσίας να γίνεται προοδευτικά και πάντοτε
σύμφωνα με τις οδηγίες του θεράποντος ιατρού. Σε γενικές όμως γραμμές επειδή είναι
δύσκολο να προβλεφθεί ακριβώς από πειραματικά δεδομένα η εξατομικευμένη αντίδραση
του ασθενούς σε φάρμακα που δρουν στο ΚΝΣ, θα πρέπει με ιδιαίτερη προσοχή να
χρησιμοποιούνται σε άτομα με ιστορικό κατάχρησης ψυχοφαρμάκων.
2.4.2 Ηλικιωμένοι: Οι ασθενείς άνω των 65 ετών θα πρέπει να λαμβάνουν τη μίση της
συνιστώμενης δοσολογίας.
2.4.3 Κύηση- Γαλουχία: Η ασφάλεια της σιταλοπράμης κατά την κύηση στον άνθρωπο
δεν έχει εξακριβωθεί. Γι’ αυτό το ZECLICID δεν πρέπει να χορηγείται κατά την κύηση και
σε μητέρες που θηλάζουν, εκτός εάν το αναμενόμενο όφελος για την ασθενή υπερβαίνει
το θεωρητικό κίνδυνο για το έμβρυο ή το θηλάζον βρέφος.
2.4.4 Παιδιά: το ZECLICID δεν πρέπει κανονικά να χορηγείται σε παιδιά και εφήβους
κάτω των 18 ετών. Πρέπει επίσης να γνωρίζετε ότι οι ασθενείς κάτω των 18 ετών, όταν
λαμβάνουν τη συγκεκριμένη κατηγορία φαρμάκων, έχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης
ανεπιθύμητων ενεργειών, όπως απόπειρες αυτοκτονίας, σκέψεις αυτοκτονίας, εχθρική
συμπεριφορά (κυρίως επιθετικότητα, εναντιωτική συμπεριφορά και θυμό). Εντούτοις, ο
γιατρός σας μπορεί να χορηγήσει το ZECLICID σε ασθενείς κάτω των 18 ετών, εάν
θεωρήσει ότι αυτό είναι προς όφελός τους. Εάν ο γιατρός σας χορήγησε το ZECLICID σε
ασθενή κάτω των 18 ετών, απευθυνθείτε στον ίδιο να το συζητήσετε, εάν το επιθυμείτε.
Πρέπει να ενημερώσετε το γιατρό σας εάν εκδηλωθεί ή επιδεινωθεί ένα από τα
συμπτώματα που αναφέρονται ανωτέρω, εφόσον το ZECLICID χορηγείται σε ασθενείς
κάτω των 18 ετών. Επίσης, δεν υπάρχουν μέχρι σήμερα μεγάλης διάρκειας στοιχεία
ασφάλειας του ZECLICID όσον αφορά στη σωματική ανάπτυξη, των ωρίμανση, τη
διανοητική ανάπτυξη και την ανάπτυξη της συμπεριφοράς αυτής της ηλικιακής ομάδας.
2.4.5 Επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων: Η
σιταλοπράμη έχει ελάχιστη επίδραση στη γνωστική ψυχοκινητική απόδοση και η
αλληλεπίδραση με την αλκοόλη δεν είναι αξιόλογη. Κατά τα άλλα, όλα εξαρτώνται από
την κατάσταση του ασθενούς. Πρέπει να εξετάζεται σε συνεργασία με το γιατρό.
2.4.6 Ιδιαίτερες προειδοποιήσεις για τα περιεχόμενα έκδοχα: Βλ. κεφ. 2.3.
2.5. Αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα: Η ταυτόχρονη χορήγηση αναστολέων
της ΜΑΟ μπορεί να προκαλέσει υπερτασικές κρίσεις. Απαιτείται προσοχή κατά τη
συγχορήγηση με λίθιο ή τρυπτοφάνη και με σεροτονινεργικά φάρμακα (π.χ.
σουματρυπτάνη).
Δεν συνιστάται η σύγχρονη λήψη με οινόπνευμα.
Η συγχορήγηση με προϊόντα που περιέχουν Υπερικό/ Βαλσαμόχορτο (St. John’s Wort/
Hypericum perforatum) μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα αύξηση των ανεπιθύμητων
ενεργειών.
Ελαφρά αυξημένα επίπεδα σιταλοπράμης στον ορό έχουν παρατηρηθεί κατά την
ταυτόχρονη θεραπεία με ορισμένες φαινοθειαζίνες (λεβομεπρομαζίνη κ.λ.π.) αλλά δεν
έχουν κλινική σημασία.
Φάρμακα που πεηρεάζουν την αιμόσταση: Η σύγχρονη χορήγηση με αντιπηκτικά
φάρμακα που επηρεάζουν τη λειτουργία των αιμοπεταλίων (π.χ. ΜΣΑΦ,
ακετυλοσαλικυλικά, τικτοπιδίνη, διπυριδαμόλη) ή άλλα φάρμακα που επηρεάζουν την
αιμόσταση, αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης αιμορραγιών.
2.6. Δοσολογία: Τα δισκία σιταλοπράμης χορηγούνται σε μία δόση το βράδυ.
Μείζων καταθλιπτικό επεισόδιο και προφυλακτική θεραπεία κατά των υποτροπών και της
εμφάνισης νέων επεισοδίων κατάθλιψης: η συνήθης δόση είναι 20 mg μια φορά την
ημέρα. Εάν κλινικώς ενδείκνυται, αυξάνεται η δόση σε 40 mg και εάν είναι απαραίτητο
στο μέγιστο των 60 mg/ήμερα.
Ασθενείς άνω των 65 ετών θα πρέπει να λαμβάνουν το μισό της συνιστώμενης δόσης,
2