ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
PARLODEL 2,5 mg/tab δισκία και 5 mg/cap και 10 mg/cap καψάκια, σκληρά
2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
Parlodel δισκία 2,5 mg /ΤΑΒ:
Κάθε δισκίο (διχοτομούμενο) περιέχει 2,87 mg bromocriptine mesylate που
αντιστοιχεί σε 2,5 mg βρωμοκρυπτίνης.
Parlodel καψάκια, σκληρά 5 mg & 10 mg/CAP:
Κάθε καψάκιο, σκληρό περιέχει 5,74 mg bromocriptine mesylate που αντιστοιχεί σε 5,0
mg βρωμοκρυπτίνης ή 11,47 mg bromocriptine mesylate που αντιστοιχεί σε 10,0 mg
βρωμοκρυπτίνης.
Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.
3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ
Δισκίο
Καψάκιο, σκληρό
4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις
Το PARLODEL
ενδείκνυται για:
Προλακτινοεξαρτώμενες διαταραχές του κύκλου ή και γαλακτόρροια, π.χ.
βραχεία εκκριτική φάση, ανωορρηξία, αμηνόρροια.
Προλακτινοεξαρτώμενο ανδρικό υπογοναδισμό, στείρωση, ανικανότητα.
Προλακτινοεξαρτώμενο προεμμηνορρυσιακό σύνδρομο π.χ. κυκλική
μασταλγία.
Προλακτινοπαραγωγά αδενώματα υποφύσεως.
Υποφυσιακά αδενώματα που παράγουν αυξητική ορμόνη.
Σύνδρομο γαλακτόρροιας ή και αμηνόρροιας μετά τη διακοπή λήψης
αντισυλληπτικών δισκίων.
Μασταλγία ινώδους κυστικής μαστοπάθειας.
Μεγαλακρία.
Νόσος του Parkinson.
Για τα δισκία 2,5 mg: Πρόληψη ή καταστολή της φυσιολογικής γαλουχίας
μετά τον τοκετό μόνο εφόσον υπάρχει ιατρική ένδειξη (όπως στην
περίπτωση της ενδομήτριας απώλειας, του νεογνικού θανάτου, της
λοίμωξης της μητέρας με τον ιό HIV, κλπ).
Η βρωμοκρυπτίνη δε συνιστάται για την καταστολή της γαλουχίας στη συνήθη
κλινική πράξη ή για την ανακούφιση από τα συμπτώματα του πόνου μετά τον
τοκετό και της διόγκωσης που μπορεί να αντιμετωπισθούν επαρκώς με μη
φαρμακευτική παρέμβαση (όπως είναι η σταθερή στήριξη του μαστού, τα
επιθέματα πάγου) και/ή απλά αναλγητικά.
4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης
To Parlodel πρέπει να λαμβάνεται πάντοτε μαζί με το φαγητό.
-
Προλακτινοεξαρτώμενες διαταραχές του κύκλου ή και γαλακτόρροια
,
π.χ.
βραχεία εκκριτική φάση, ανωορρηξία, αμηνόρροια.
-
Σύνδρομο γαλακτόρροιας ή και αμηνόρροιας μετά την διακοπή λήψης των
αντισυλληπτικών δισκίων.
Χορηγούνται 1,25 mg βρωμοκρυπτίνης (μισό δισκίο) 2 ή 3 φορές ημερησίως. Αν η
δόση αυτή αποδειχθεί ανεπαρκής αυξάνεται προοδευτικά σε 2,50 mg (1 δισκίο) 2
ή 3 φορές ημερησίως. Η θεραπεία συνεχίζεται έως ότου επανέλθει ο
εμμηνορροïκός κύκλος στο φυσιολογικό ή και αποκατασταθεί η ωορρηξία. Αν
χρειασθεί η θεραπεία μπορεί να συνεχισθεί για πολλούς κύκλους ώστε να
προληφθεί η υποτροπή.
-
Προλακτινοεξαρτώμενο προεμμηνορρυσιακό σύνδρομο π.χ. κυκλική μασταλγία.
Η θεραπεία αρχίζει την 14η μέρα του κύκλου με 1,25 mg (μισό δισκίο)
ημερησίως και η δοσολογία αυξάνεται τμηματικά κατά μισό δισκίο ημερησίως
έως ένα δισκίο δύο φορές την ημέρα μέχρι ότου αρχίσει η εμμηνορρυσία.
-
Προλακτινοεξαρτώμενος ανδρικός υπογοναδισμός, στείρωση, ανικανότητ α
.
Χορηγούνται 1,25 mg βρωμοκρυπτίνης (μισό δισκίο) 2 ή 3 φορές ημερησίως,
αυξάνοντας βαθμιαίως σε 5-10 mg βρωμοκρυπτίνης ημερησίως.
-
Προλακτινοπαραγωγά αδενώματα υποφύσεως
.
Χορηγούνται 1,25 mg βρωμοκρυπτίνης (μισό δισκίο) 2 ή 3 φορές ημερησίως,
αυξάνοντας βαθμιαίως σε αρκετά δισκία ή καψάκια ημερησίως, όπως απαιτείται
για να διατηρείται η προλακτίνη του πλάσματος σε επαρκή καταστολή.
-
Μεγαλακρία,
Y
ποφυσιακά αδενώματα που παράγουν αυξητική ορμόνη
.
Αρχικά 1,25 mg βρωμοκρυπτίνης (μισό δισκίο) 2 ή 3 φορές ημερησίως,
αυξάνοντας βαθμιαίως σε 10 mg έως 20 mg βρωμοκρυπτίνης ημερησίως,
ανάλογα με την κλινική ανταπόκριση και τις παρενέργειες.
-
Αναστολή ή διακοπή της γαλουχίας
.
Χορηγούνται 2,50 mg βρωμοκρυπτίνης (ένα δισκίο) δυο φορές ημερησίως, με το
πρωινό και το βραδυνό φαγητό για 14 ημέρες. Για την πρόληψη της έναρξης της
παραγωγής γάλακτος, η θεραπεία θα πρέπει να αρχίζει όσο το δυνατό
γρηγορότερα μετά τον τοκετό ή την αποβολή. Μικρή έκκριση γάλακτος
παρουσιάζεται μερικές φορές 2 ή 3 μέρες μετά τη διακοπή θεραπείας. Αυτή
μπορεί να σταματήσει με την επανάληψη της θεραπείας στην ίδια δοσολογία για
άλλη μια βδομάδα.
-
Μασταλγία ινώδους κυστικής μαστοπάθειας
.
Χορηγούνται 1,25 mg βρωμοκρυπτίνης (μισό δισκίο) 2 ή 3 φορές ημερησίως,
αυξάνοντας βαθμιαίως σε 5-7,50 mg βρωμοκρυπτίνης ημερησίως.
- Νόσος του
Parkinson .
Για να εξασφαλισθεί η άριστη ανοχή η θεραπεία θα πρέπει να αρχίσει με τη
χαμηλότερη δόση του 1,25 mg βρωμοκρυπτίνης (μισό δισκίο) ημερησίως
χορηγούμενη κατά προτίμηση το βράδυ, κατά την πρώτη βδομάδα. Το Parlodel
πρέπει να τιτλοποιείται βραδέως ώστε να χορηγείται σε κάθε άρρωστο η
ελάχιστη δραστική δόση, ανάλογα με τη θεραπευτική ανταπόκριση. Η αύξηση
της ημερήσιας δοσολογίας πρέπει να είναι βαθμιαία, με κλάσματα του 1,25 mg
ημερησίως κάθε εβδομάδα. Η ημερήσια δοσολογία διαιρείται σε 2 ή 3
μεμονωμένες δόσεις. Επαρκής θεραπευτική ανταπόκριση μπορεί να επιτευχθεί
μέσα σε 6-8 εβδομάδες. Αν όχι, η δόση μπορεί να αυξηθεί περαιτέρω με
κλάσματα των 2,5 mg ημερησίως κάθε εβδομάδα.
Το σύνηθες σχήμα για μονοθεραπεία ή για συνδυασμένη θεραπεία είναι 10-30 mg
βρωμοκρυπτίνης ημερησίως. Η μέγιστη συνιστώμενη δόση για θεραπεία
συντήρησης είναι 30 mg/ημέρα και δεν πρέπει να υπερβαίνεται.
Αν τυχόν εμφανισθούν ανεπιθύμητες αντιδράσεις στη διάρκεια της φάσης
τιτλοποίησης της δοσολογίας, η ημερήσια δόση θα πρέπει να περιορισθεί και να
διατηρηθεί σταθερή για μία εβδομάδα τουλάχιστον. Αν οι παρενέργειες
εξαφανισθούν η δόση μπορεί και πάλι να αυξηθεί. Για ασθενείς που
παρουσιάζουν κινητικές διαταραχές υπό θεραπεία με λεβοδόπα συνιστάται ο
περιορισμός της δοσολογίας της λεβοδόπα πριν γίνει έναρξη της χορηγήσεως
του Parlodel. Όταν επιτευχθεί ικανοποιητική ανταπόκριση στο Parlodel η δοσολογία
της λεβοδόπα μπορεί να μειωθεί ακόμη περισσότερο προοδευτικά. Σε ορισμένους
ασθενείς η λεβοδόπα μπορεί να διακοπεί τελείως.
4.3 Αντενδείξεις
Το Parlodel
αντενδείκνυται σε ασθενείς με γνωστή υπερευαισθησία στη δραστική
ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα (βλ. Ποιοτική και ποσοτική σύσταση και
παρ.6.1 Κατάλογος εκδόχων) ή σε άλλα αλκαλοειδή της ερυσιβώδους όλυρας.
Η βρωμοκρυπτίνη αντενδείκνυται σε ασθενείς με μη ελεγχόμενη υπέρταση,
υπερτασικές διαταραχές της κύησης (συμπεριλαμβανομένων της εκλαμψίας,
προεκλαμψίας ή υπέρτασης που επάγεται από την κύηση), με υπέρταση μετά τον
τοκετό και κατά τη λοχεία.
Η βρωμοκρυπτίνη αντενδείκνυται για χρήση στην καταστολή της γαλουχίας ή
άλλων μη απειλητικών για τη ζωή ενδείξεων σε ασθενείς με ιστορικό
στεφανιαίας νόσου ή άλλων σοβαρών καρδιαγγειακών παθήσεων, ή
συμπτώματα/ιστορικό σοβαρών ψυχιατρικών διαταραχών.
Για μακροχρόνια θεραπεία: ένδειξη καρδιακής βαλβιδοπάθειας όπως
διαγνώστηκε με τη χρήση ηχοκαρδιογραφίας πριν από τη θεραπεία.
4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Γενικά
Σε γυναίκες που λαμβάνουν θεραπεία με Parlodel σε καταστάσεις που δε
σχετίζονται με υπερπρολακτιναιμία το φάρμακο θα πρέπει να χορηγείται στη
χαμηλότερη δραστική δόση που είναι απαραίτητη για την ανακούφιση των
συμπτωμάτων. Αυτό είναι απαραίτητο για να αποφευχθεί η πιθανότητα
καταστολής των επιπέδων προλακτίνης στο πλάσμα κάτω από τα φυσιολογικά
επίπεδα με αποτέλεσμα τη διαταραχή της ωχρινικής λειτουργίας.
Σε ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία για μασταλγία και οζώδεις ή/και
κυστικές αλλοιώσεις των μαστών θα πρέπει να αποκλειστεί η κακοήθεια με την
εφαρμογή κατάλληλων διαγνωστικών διαδικασιών.
Έχουν αναφερθεί λίγες περιπτώσεις αιμορραγίας από το γαστρεντερικό
σύστημα. Δια τούτο οι ασθενείς θα πρέπει να εξετάζονται προσεκτικά για
πεπτικό έλκος πριν από την έναρξη της θεραπείας, να παρακολουθούνται στενά
όσο λαμβάνουν τη θεραπεία και να τους δοθούν οδηγίες να αναφέρουν αμέσως
κάθε ανεπιθύμητη ενέργεια από το γαστρεντερικό.
Ιδιαίτερα κατά τις λίγες πρώτες ημέρες της θεραπείας, μπορεί να εμφανισθεί
περιστασιακά ορθοστατική υπόταση που να προκαλέσει μείωση της εγρήγορσης.
Γι’ αυτό θα πρέπει να δίδεται ιδιαίτερη προσοχή κατά την οδήγηση και το
χειρισμό μηχανημάτων.
Η βρωμοκρυπτίνη έχει συσχετιστεί με υπνηλία και επεισόδια αιφνίδιας έναρξης
ύπνου, κυρίως σε ασθενείς με νόσο του Parkinson. Πολύ σπάνια έχει αναφερθεί
αιφνίδια έναρξη ύπνου κατά τη διάρκεια καθημερινών δραστηριοτήτων σε
μερικές περιπτώσεις χωρίς να γίνει αντιληπτή ή χωρίς προειδοποιητικές
ενδείξεις. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερωθούν για την παρενέργεια αυτή και
πρέπει να τους δοθούν οδηγίες να είναι προσεκτικοί όταν οδηγούν ή χειρίζονται
μηχανήματα κατά τη διάρκεια της θεραπείας με βρωμοκρυπτίνη. Οι ασθενείς οι
οποίοι παρουσίασαν υπνηλία ή/και επεισόδιο αιφνίδιας έναρξης ύπνου πρέπει να
απέχουν από την οδήγηση ή το χειρισμό μηχανημάτων (βλ. παράγραφο 4.7
Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών). Επιπλέον, θα
πρέπει να εξετασθεί μείωση της δοσολογίας ή διακοπή της θεραπείας.
Μεταξύ των ασθενών που λαμβάνουν Parlodel ειδικά σε αυτούς που βρίσκονται
σε μακροχρόνια θεραπεία και με υψηλές δόσεις, έχουν αναφερθεί περιστασιακά
πλευριτική και περικαρδιακή συλλογή υγρού, καθώς και πλευριτική και
πνευμονική ίνωση και συμπιεστική περικαρδίτιδα. Οι ασθενείς με ανεξήγητες
διαταραχές του πνεύμονα και του υπεζωκότα θα πρέπει να εξετάζονται
σχολαστικά και θα πρέπει να εξετασθεί το ενδεχόμενο διακοπής της θεραπείας
με Parlodel.
Σε λίγους ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με Parlodel, ιδιαιτέρα μακροχρόνια
σε υψηλές ημερήσιες δόσεις, έχει αναφερθεί οπισθοπεριτοναϊκή ίνωση.
Για να εξασφαλιστεί η αναγνώριση της οπισθοπεριτοναϊκής ίνωσης σε αρχικό
αναστρέψιμο στάδιο συνίσταται η παρακολούθηση των εκδηλώσεων της (π.χ.
πόνος στη ράχη, οίδημα κάτω άκρων, διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας) σ’
αυτή την κατηγορία ασθενών. Η θεραπεία με Parlodel θα πρέπει να διακόπτεται
αν διαγνωστούν ή υπάρχει υποψία αλλοιώσεων τύπου ινώσεως στον
οπισθοπεριτοναϊκό χώρο.
Ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη,
ανεπάρκειας λακτάσης ή δυσαπορρόφησης της γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει
να λαμβάνουν το φάρμακο αυτό.
Χρήση σε γυναίκες μετά τον τοκετό
Σε σπάνιες περιπτώσεις σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες, συμπεριλαμβανομένων
της υπέρτασης, του εμφράγματος του μυοκαρδίου, των επιληπτικών κρίσεων,
του εγκεφαλικού επεισοδίου, ή των ψυχιατρικών διαταραχών έχουν αναφερθεί
σε γυναίκες μετά τον τοκετό που έλαβαν θεραπεία με βρωμοκρυπτίνη για την
αναστολή της γαλουχίας. Σε μερικούς ασθενείς η ανάπτυξη επιληπτικών
κρίσεων ή εγκεφαλικού επεισοδίου συνοδεύτηκε από σοβαρή κεφαλαλγία και/ή
παροδικές διαταραχές της όρασης. Η αρτηριακή πίεση πρέπει να
παρακολουθείται στενά, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια των πρώτων ημερών
θεραπείας. Εάν αναπτυχθούν υπέρταση, υποκείμενο θωρακικό άλγος, σοβαρή,
προϊούσα ή εμμένουσα κεφαλαλγία (με ή χωρίς διαταραχές στην όραση), ή
ένδειξη τοξικότητας του κεντρικού νευρικού συστήματος, η χορήγηση της
βρωμοκρυπτίνης πρέπει να διακόπτεται και ο ασθενής πρέπει να αξιολογείται
αμέσως.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται στους ασθενείς που έχουν λάβει πρόσφατα ή
λαμβάνουν ταυτόχρονα φάρμακα που μπορεί να επηρεάσουν την αρτηριακή
πίεση π.χ. αγγειοσυσπαστικά όπως συμπαθητικομιμητικά ή αλκαλοειδή της
ερυσιβώδους ολύρας συμπεριλαμβανομένης της εργομετρίνης και της
μεθυλεργομετρίνης. Αν και δεν υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία αλληλεπίδρασης
του Parlodel με τα φάρμακα αυτά, η ταυτόχρονη χρήση τους δε συνιστάται στη
περίοδο της λοχείας.
Χρήση σε ασθενείς με αδενώματα που εκκρίνουν προλακτίνη
Δεδομένου ότι οι ασθενείς με αδενώματα της υπόφυσης μπορεί να παρουσιάζουν
υπολειτουργία της υπόφυσης εξαιτίας καταστολής ή καταστροφής του
υποφυσιακού ιστού, θα πρέπει να γίνεται πλήρης έλεγχος της υποφυσιακής
λειτουργίας και έναρξη κατάλληλης θεραπείας υποκατάστασης πριν τη
χορήγηση του Parlodel. Σε ασθενείς με δευτεροπαθή επινεφριδιακή ανεπάρκεια,
είναι απαραίτητη η υποκατάσταση με κορτικοστεροειδή.
Η αύξηση του μεγέθους του όγκου σε ασθενείς με μακροαδενώματα της
υπόφυσης θα πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά και αν εμφανιστούν σημεία
επέκτασης του όγκου θα πρέπει να τίθεται ζήτημα χειρουργικής αντιμετώπισης.
Αν σε ασθενείς με αδενώματα της υπόφυσης προκύψει εγκυμοσύνη μετά τη
χορήγηση Parlodel, επιβάλλεται η προσεκτική παρακολούθηση. Τα αδενώματα που
εκκρίνουν προλακτίνη μπορεί να μεγαλώσουν κατά την εγκυμοσύνη. Στις
ασθενείς αυτές η χορήγηση Parlodel οδηγεί συχνά σε συρρίκνωση του όγκου και
ταχεία βελτίωση των διαταραχών των οπτικών πεδίων. Σε σοβαρές περιπτώσεις
η συμπίεση του οπτικού νεύρου ή άλλων κρανιακών νεύρων μπορεί να απαιτεί
επείγουσα επέμβαση στην υπόφυση.
Η διαταραχή των οπτικών πεδίων είναι γνωστή επιπλοκή των
μακροαδενωμάτων. Η αποτελεσματική θεραπεία με Parlodel οδηγεί σε μείωση της
υπερπρολακτιναιμίας και συχνά σε βελτίωση των διαταραχών της όρασης. Σε
μερικούς ασθενείς ωστόσο, μπορεί να εμφανιστεί δευτεροπαθής επιδείνωση των
οπτικών πεδίων παρά την επαναφορά των επιπέδων προλακτίνης στο
φυσιολογικό και τη συρρίκνωση του όγκου, που μπορεί να προέρχεται από έλξη
του οπτικού χιάσματος το οποίο έλκεται μέσα στο μερικώς κενό τουρκικό
εφίππιο. Στις περιπτώσεις αυτές η διαταραχή του οπτικού πεδίου μπορεί να
βελτιωθεί με τη μείωση της δόσης βρωμοκρυπτίνης, καθώς εμφανίζεται κάποια
αύξηση της προλακτίνης και επανεπέκταση του όγκου. Ως εκ τούτου, σε
ασθενείς με μακροπρολακτινώματα, συνιστάται η παρακολούθηση των οπτικών
πεδίων, για την έγκαιρη αναγνώριση της δευτεροπαθούς απώλειας του πεδίου
λόγω βλάβης του χιάσματος και προσαρμογή της δόσης του φαρμάκου.
Σε μερικούς ασθενείς με αδενώματα που εκκρίνουν προλακτίνη και που
βρίσκονται σε θεραπεία με Parlodel έχει παρατηρηθεί ρινόρροια εγκεφαλικού
υγρού. Τα διαθέσιμα δεδομένα υποδηλώνουν ότι αυτό μπορεί να είναι το
αποτέλεσμα της συρρίκνωσης των διηθητικών όγκων.
Διαταραχές ελέγχου των παρορμήσεων
Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται τακτικά για την ανάπτυξη
διαταραχών ελέγχου των παρορμήσεων. Οι ασθενείς και οι υπεύθυνοι για τη
φροντίδα τους θα πρέπει να ενημερώνονται ότι μπορεί να εμφανισθούν
συμπτώματα διαταραχών συμπεριφοράς που αφορούν σε διαταραχές ελέγχου
των παρορμήσεων, περιλαμβανομένων παθολογικής χαρτοπαιξίας, αυξημένης
γενετήσιας ορμής, υπερσεξουαλικότητας, ψυχαναγκαστικής επιθυμίας για
δαπάνες ή αγορές, αυξημένης πρόσληψης τροφής (υπερφαγία) και
ψυχαναγκαστικής κατανάλωσης φαγητού σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία
με αγωνιστές της ντοπαμίνης, συμπεριλαμβανομένου του Parlodel. Μείωση ή
διακοπή της δοσολογίας θα πρέπει να εξετάζεται εάν αναπτύσσονται τέτοια
συμπτώματα.
Παιδιά και έφηβοι (ηλικίας 7 έως 17 ετών)
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της βρωμοκρυπτίνης σε παιδιατρικούς
ασθενείς έχει αποδειχθεί μόνο για τις ενδείξεις των προλακτινωμάτων και της
μεγαλακρίας σε ασθενείς από 7 ετών και άνω. Μόνο μεμονωμένα δεδομένα είναι
διαθέσιμα για τη χρήση της βρωμοκρυπτίνης σε παιδιατρικούς ασθενείς κάτω
των 7 ετών. Εντούτοις, αναφορές από άλλες κλινικές εμπειρίες,
συμπεριλαμβανομένων των αναφορών ανεπιθύμητων ενεργειών μετά την
κυκλοφορία, δεν έχουν εντοπίσει διαφορές στην ανοχή ανάμεσα σε ενήλικες και
εφήβους ή παιδιά. Παρόλο που δεν έχει παρατηρηθεί μεταβολή στο προφίλ
ανεπιθύμητων ενεργειών σε παιδιατρικούς ασθενείς που λαμβάνουν Parlodel, δεν
μπορεί να αποκλεισθεί κατηγορηματικά μεγαλύτερη ευαισθησία σε ορισμένα
νεότερα άτομα, και ως εκ τούτου συνιστάται προσεκτική τιτλοποίηση της δόσης
σε παιδιατρικούς ασθενείς.
Ηλικιωμένοι
Κλινικές μελέτες για το Parlodel δεν περιλαμβάνουν επαρκή αριθμό ασθενών
ηλικίας 64 και άνω για να καθοριστεί εάν οι ηλικιωμένοι αντιδρούν διαφορετικά
σε σχέση με νεότερους ασθενείς. Εντούτοις, αναφορές από άλλες κλινικές
εμπειρίες, συμπεριλαμβανομένων των αναφορών ανεπιθύμητων ενεργειών μετά
την κυκλοφορία, δεν έχουν εντοπίσει διαφορές στην ανοχή ανάμεσα σε
ηλικιωμένους και νεότερους ασθενείς.
Παρόλο που δεν έχει παρατηρηθεί μεταβολή στο προφίλ ανεπιθύμητων ενεργειών
σε ηλικιωμένους ασθενείς που λαμβάνουν Parlodel, δεν μπορεί να αποκλεισθεί
κατηγορηματικά μεγαλύτερη ευαισθησία σε ορισμένα ηλικιωμένα άτομα. Σε
γενικές γραμμές, η επιλογή της δόσης για έναν ηλικιωμένο ασθενή θα πρέπει να
γίνεται προσεκτικά, ξεκινώντας από το χαμηλότερο άκρο του εύρους δόσης,
αντανακλώντας τη μεγαλύτερη συχνότητα μειωμένης ηπατικής, νεφρικής ή
καρδιακής λειτουργίας, και των συνοδών νόσων ή άλλων θεραπειών σε αυτό τον
πληθυσμό.
4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες
μορφές αλληλεπίδρασης
Η βρωμοκρυπτίνη είναι ταυτόχρονα υπόστρωμα και αναστολέας του CYP3A4
(βλ. παράγραφο 5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες). Απαιτείται γι’αυτόν το λόγο
προσοχή όταν συγχορηγούνται φάρμακα που είναι ισχυροί αναστολείς και/ή
υποστρώματα αυτού του ενζύμου (αντιμυκητιασικά τύπου αζόλης, αναστολείς
πρωτεάσης HIV). H ταυτόχρονη χρήση μακρολιδικών αντιβιοτικών όπως η
ερυθρομυκίνη, ή η ιοσαμυκίνη έδειξε ότι αυξάνει τα επίπεδα της βρωμοκρυπτίνης
στο πλάσμα. Η ταυτόχρονη αγωγή βρωμοκρυπτίνης με οκτρεοτίδη στους
μεγαλακρικούς ασθενείς οδήγησε σε αυξημένα επίπεδα της βρωμοκρυπτίνης στο
πλάσμα.
Επειδή το Parlodel ασκεί τη θεραπευτική του δράση διεγείροντας τους
κεντρικούς υποδοχείς ντοπαμίνης οι ανταγωνιστές ντοπαμίνης όπως τα
αντιψυχωτικά (φαινοθειαζίνες, βουτυροφενόνες και θειοξανθίνες) αλλά και
επίσης η μετοκλοπραμίδη και δομπεριδόνη μπορεί να μειώσουν τη
δραστηριότητα του.
Η λήψη οινοπνεύματος μειώνει την ανοχή του φαρμάκου.
4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία
Εγκυμοσύνη
Σε ασθενείς που επιθυμούν να συλλάβουν, το Parlodel όπως όλα τα φάρμακα, θα
πρέπει να διακόπτεται όταν βεβαιωθεί κύηση, εκτός αν υπάρχει ιατρικός λόγος
για συνέχιση της θεραπείας. Δεν έχει παρατηρηθεί καμία αύξηση της συχνότητας
των αποβολών μετά τη διακοπή του Parlodel κάτω από αυτές τις συνθήκες.
Εκτεταμένη εμπειρία δείχνει ότι το Parlodel χορηγούμενο στην εγκυμοσύνη δεν
επιδρά δυσμενώς στην διαδρομή και στην έκβασή της. Έχει χορηγηθεί σε όλη τη
διάρκεια της κυήσεως σε γυναίκες με μεγάλα προλακτινώματα (με υπερεφιππική
επέκταση) χωρίς τερατογόνο επίδραση. Σε μακροχρόνια λήψη συνιστάται
γυναικολογική εξέταση κάθε 12 μήνες πριν από την εμμηνόπαυση και σε 6 μήνες
μετά την εμμηνόπαυση. Αν λάβει χώρα εγκυμοσύνη επί παρουσίας αδενώματος
της υποφύσεως και η θεραπεία με το Parlodel έχει διακοπεί, η στενή επαγρύπνηση
σ’ όλη την διάρκεια της εγκυμοσύνης είναι ουσιώδης. Σε ασθενείς που δείχνουν
συμπτώματα εκσεσημασμένης διογκώσεως ενός προλακτινώματος, λ.χ.
κεφαλαλγία ή επιδείνωση του οπτικού πεδίου, η θεραπεία με το Parlodel πρέπει να
ξαναρχίζει. Σε άλλες περιπτώσεις μπορεί να κριθεί κατάλληλη η χειρουργική
επέμβαση.
Γαλουχία
Επειδή το Parlodel αναστέλλει την παραγωγή γάλακτος δεν πρέπει να χορηγείται
σε γυναίκες που θηλάζουν.
Γονιμότητα
Η γονιμότητα μπορεί να αποκατασταθεί με τη θεραπεία με Parlodel. Ως εκ τούτου,
στις γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία που δεν επιθυμούν να συλλάβουν θα
πρέπει να παρέχονται οδηγίες για τη χρήση κάποιας αξιόπιστης μεθόδου
αντισύλληψης.
4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών
Οι ασθενείς που παίρνουν Parlodel θα πρέπει να έχουν υπόψη τους οτι τις πρώτες
μέρες της αγωγής μπορεί να παρουσιασθεί, υπόταση που μπορεί να οδηγήσει σε
μείωση των αντανακλαστικών.
Σε ασθενείς που λαμβάνουν βρωμοκρυπτίνη και εμφανίζουν υπνηλία και/ή
επεισόδια αιφνίδιας έναρξης ύπνου θα πρέπει να γίνει σύσταση να απέχουν από
την οδήγηση ή την ενασχόληση με δραστηριότητες όπου η μειωμένη εγρήγορση
θα μπορούσε να θέσει αυτούς ή άλλους σε κίνδυνο σοβαρού τραυματισμού ή
θανάτου (π.χ. χειρισμός μηχανών), μέχρι την επίλυση αυτών των
επαναλαμβανομένων επεισοδίων και της υπνηλίας (βλ. παρ. 4.4 Ειδικές
προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση).
4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες (Πίνακας 1) κατατάσσονται ανάλογα με τη
συχνότητα εμφάνισης, οι πιο συχνές πρώτα, ως εξής: πολύ συχνές (≥ 1/10),
συχνές (≥ 1/100, < 1/10), όχι συχνές (≥1/1000,<1/100), σπάνιες (≥1/10000,
<1/1000), πολύ σπάνιες (<1/10000), συμπεριλαμβανομένων των μεμονωμένων
αναφορών.
Πίνακας 1
Ψυχιατρικές διαταραχές
Όχι συχνές
:
Σύγχυση
,
ψυχοκινητική διέγερση
,
παραισθήσεις
Σπάνιες
:
Ψυχωτικές
διαταραχές
,
αϋπνία
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
Συχνές
:
Κεφαλαλγία
,
ξηροστομία
,
ζάλη
Όχι συχνές
:
Δυσκινησία
Σπάνιες
:
Υπνηλία
,
παραισθησία
Πολύ σπάνιες
:
Υπερβολική υπνηλία κατά τη διάρκεια της ημέρας,
ξαφνική έναρξη ύπνου
Οφθαλμικές διαταραχές
Σπάνιες
:
Οπτικές διαταραχές, θολή όραση
Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
Σπάνιες
:
Εμβοές
Καρδιακές διαταραχές
Σπάνιες:
Πολύ
σπάνιες
:
Περικαρδίτιδα, συμπιεστική περικαρδίτιδα, ταχυκαρδία,
βραδυκαρδία, αρρυθμία
Καρδιακή βαλβιδοπάθεια (συμπεριλαμβανομένης της
ανεπάρκειας), περικαρδίτιδα και περικαρδιακή συλλογή
Αγγειακές διαταραχές
Όχι συχνές
:
Υπόταση, ορθοστατική υπόταση (πολύ σπάνια οδηγεί σε
συγκοπή)
Πολύ
σπάνιες
:
Αναστρέψιμη ωχρότητα των δακτύλων χεριών και
ποδιών προκαλούμενη από το ψύχος (ειδικά σε
ασθενείς που έχουν εμφανίσει στο παρελθόν το
φαινόμενο R
a
ynau
d
)
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του
μεσοθωρακίου
Συχνές
: μΣυ φ
όρηση του ρινικού βλεννογόνου
Σπάνιες
:
Συλλογή πλευριτικού υγρού, πνευμονική ίνωση,
πλευρίτις, δύσπνοια
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
Συχνές
:
Ναυτία, δυσκοιλιότητα, έμετος
Όχι συχνές
:
Ξηροστομία
Σπάνιες
:
Διάρροια, επιγάστριο άλγος, οπισθοπεριτοναϊκή ίνωση,
γαστρεντερικό έλκος, γαστρεντερική αιμορραγία
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
Όχι συχνές
:
Αλλεργικές αντιδράσεις δέρματος, απώλεια τριχών
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού
ιστού
Όχι συχνές
:
Κράμπες ποδών
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
Όχι συχνές
:
Κόπωση
Σπάνιες
:
Περιφερικό οίδημα
Πολύ σπάνιες
:
Ένα σύνδρομο που μοιάζει με το κακόηθες
νευροληπτικό σύνδρομο κατά την απότομη
διακοπή του
Parlodel
.
Διαταραχές ελέγχου των παρορμήσεων
Παθολογική χαρτοπαιξία, αυξημένη γενετήσια ορμή, υπερσεξουαλικότητα,
ψυχαναγκαστική επιθυμία για δαπάνες ή αγορές, αυξημένη πρόσληψη τροφής
(υπερφαγία), ψυχαναγκαστική κατανάλωση φαγητού μπορεί να παρουσιαστούν
σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με αγωνιστές της ντοπαμίνης,
συμπεριλαμβανομένου του
Parlodel
.
Σε σπάνιες περιπτώσεις, σε γυναίκες που έλαβαν θεραπευτικώς Parlodel για την
πρόληψη της παραγωγής γάλακτος, έχουν αναφερθεί σοβαρές παρενέργειες
συμπεριλαμβανομένων υπερτάσεως, εμφράγματος του μυοκαρδίου, σπασμών,
εγκεφαλικής αποπληξίας ή ψυχικών διαταραχών (βλ. παρ. 4.4 Ειδικές
προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά την χορήγηση).
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση
άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει
τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού
προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής
περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες
ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς:
Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων
Μεσογείων 284, 15562
Χολαργός, Αθήνα
Τηλ: 213 2040380/337
Φαξ: 210 6549585
Ιστότοπος: http :// www . eof . gr
4.9 Υπερδοσολογία
Σημεία και συμπτώματα
Όλοι οι ασθενείς που έλαβαν υπερβολική από του στόματος δόση Parlodel έχουν
επιβιώσει. Η μέγιστη εφάπαξ δόση Parlodel από το στόμα που έχει ως τώρα
ληφθεί από ενήλικο άτομο είναι 225 mg. Τα παρατηρηθέντα συμπτώματα ήταν
ναυτία, έμετος ζάλη, υπόταση, ορθοστατική υπόταση, ταχυκαρδία, υπνηλία,
αϋπνία, λήθαργος και παραισθήσεις.
Αντιμετώπιση υπερδοσολογίας
Σε περίπτωση υπερδοσολογίας συνιστάται η χορήγηση ενεργού άνθρακα και σε
περίπτωση πρόσφατης κατάποσης συνιστάται πλύση στομάχου.
Η αντιμετώπιση της υπερδοσολογίας είναι συμπτωματική. Για την θεραπεία της
ναυτίας, του εμέτου και των παραισθήσεων μπορεί να χορηγηθεί
μετοκλοπραμίδη.
5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αγωνιστής της ντοπαμίνης (κωδικός ATC N04B
C01), αναστολέας της έκκρισης προλακτίνης (κωδικός ATC G02C B01)
Το Parlodel αναστέλλει την έκκριση της προλακτίνης ορμόνης του προσθίου λοβού
της υποφύσεως, χωρίς να επηρεάζει τα φυσιολογικά επίπεδα των άλλων
ορμονών της υποφύσεως. Η προλακτίνη είναι απαραίτητη για την έναρξη και τη
διατήρηση της παραγωγής γάλακτος κατά τη λοχεία. Σε άλλες περιόδους, η
αυξημένη έκκριση προλακτίνης έχει ως αποτέλεσμα την παθολογική παραγωγή
γάλακτος (γαλακτόρροια) ή και διαταραχές της ωορρηξίας και της
εμμηνορρυσίας. Το Parlodel είναι σε θέση να περιορίσει τα παθολογικώς αυξημένα
επίπεδα της αυξητικής ορμόνης σε ασθενείς με μεγαλακρία. Οι επιδράσεις αυτές
οφείλονται σε διέγερση των υποδοχέων της ντοπαμίνης. Ως ειδικός αναστολέας
της εκκρίσεως προλακτίνης, το Parlodel μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την
καταστολή ή την πρόληψη της φυσιολογικής παραγωγής γάλακτος καθώς και
για τη θεραπεία των παθολογικών καταστάσεων που χαρακτηρίζονται από
υπερπρολακτιναιμία. Στην αμηνόρροια ή/και στην ανωορρηξία (με ή χωρίς
γαλακτόρροια), το Parlodel μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την αποκατάσταση του
εμμηνορροϊκού κύκλου και της ωορρηξίας. Τα συνήθη μέτρα που λαμβάνονται
κατά την καταστολή της παραγωγής γάλακτος, όπως ο περιορισμός της λήψεως
υγρών, δεν είναι αναγκαία με το Parlodel. Το Parlodel δεν διαταράσσει την
υποστροφή της μήτρας κατά τη λοχεία και δεν αυξάνει τον κίνδυνο
θρομβοεμβολών. Το Parlodel σταματά, όπως έχει αποδειχθεί, την αύξηση ή
περιορίζει το μέγεθος των αδενωμάτων της υποφύσεως που εκκρίνουν
προλακτίνη (προλακτινωμάτων). Σε μεγαλακρικούς ασθενείς - εκτός από τη
μείωση του επιπέδου της αυξητικής ορμόνης και της προλακτίνης στο πλάσμα -
το Parlodel ασκεί ευεργετική επίδραση στα κλινικά συμπτώματα και στην ανοχή
της γλυκόζης. Σε ασθενείς με ινώδη κυστική μαστοπάθεια το Parlodel δρα
ευεργετικά και ανακουφίζει από τη μαστοδυνία που συνοδεύει συχνά τέτοιες
καταστάσεις, αποκαθιστώντας στο φυσιολογικό της υποκείμενη διαταραχή του
ισοζυγίου προγεστερόνης/οιστρογόνων. Ταυτοχρόνως, περιορίζει την έκκριση
της προλακτίνης σε ασθενείς με αυξημένα επίπεδα.
Λόγω της ντοπαμινεργικής του δραστικότητας, το Parlodel σε δόσεις υψηλότερες
συνήθως από εκείνες που συνιστώνται στις ενδοκρινολογικές ενδείξεις είναι
αποτελεσματικό για τη θεραπεία της νόσου του Parkinson, η οποία χαρακτηρίζεται
από μία ειδική μελανορραβδωτή ανεπάρκεια. Η διέγερση των υποδοχέων
ντοπαμίνης με το Parlodel μπορεί να αποκαταστήσει στις καταστάσεις αυτές το
νευροχημικό ισοζύγιο μέσα στο ραβδωτό σώμα. Κλινικώς το Parlodel βελτιώνει
τον τρόμο, την δυσκαμψία, τη βραδυκινησία και άλλα παρκινσονικά
συμπτώματα σε όλα τα στάδια της νόσου. Συνήθως, το θεραπευτικό αποτέλεσμα
διαρκεί επί έτη (ως τώρα καλά αποτελέσματα έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που
υποβλήθηκαν σε θεραπεία ως 8 χρόνια). Το Parlodel μπορεί να χορηγηθεί είτε μόνο
του - σε πρώιμα αλλά και σε προχωρημένα στάδια - είτε σε συνδυασμό με άλλα
αντιπαρκινσονικά φάρμακα. Ο συνδυασμός με θεραπεία με λεβοδόπα έχει σαν
αποτέλεσμα την επίταση της αντιπαρκινσονικής επιδράσεως, επιτρέποντας
συχνά την ταυτόχρονη ελάττωση της δοσολογίας της λεβοδόπα. Το Parlodel
αποβαίνει ιδιαιτέρως ευεργετικό σε ασθενείς υπό θεραπεία με λεβοδόπα που
δείχνουν επιδείνωση της θεραπευτικής τους ανταποκρίσεως ή επιπλοκές, όπως
ανώμαλες ακούσιες κινήσεις (χοριοαθετωσική δυσκινησία ή και επώδυνη
δυστονία), ανεπάρκεια του τέλους της δόσεως και φαινόμενο "ON-OFF"). Το
Parlodel βελτιώνει την καταθλιπτική συμπτωματολογία που παρατηρείται συχνά
στους παρκινσονικούς. Αυτό οφείλεται στις ενδογενείς αντικαταθλιπτικές
ιδιότητες του Parlodel, όπως αυτές βεβαιώνονται σε ελεγχόμενες μελέτες σε μη
παρκινσονικούς ασθενείς με ενδογενή ή ψυχογενή κατάθλιψη.
5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Απορρόφηση
Το Parlodel απορροφάται ταχέως και καλά. Όταν τα δισκία ή τα καψάκια
χορηγούνται σε υγιείς εθελοντές, η ημιπερίοδος ζωής είναι 0,2 με 0,5 ώρες και
το μέγιστο της βρωμοκρυπτίνης στο πλάσμα του αίματος επιτυγχάνεται μέσα σε
1 με 3 ώρες. Μια από του στόματος δόση 5 mg βρωμοκρυπτίνης οδήγησε σε C
max
0,465 ng/ml. Η καταστολή της έκκρισης της προλακτίνης ξεκινά μέσα σε 1 με 2
ώρες από την πέψη και φτάνει στο μέγιστο (π.χ. μείωση της προλακτίνης στο
πλάσμα περισσότερο από 80%) μέσα σε 5 με 10 ώρες και παραμένει κοντά στο
μέγιστο για 8 έως 12 ώρες.
Βιομετατροπή
Η βρωμοκρυπτίνη υφίσταται εκτεταμένη βιομετατροπή πρώτης διόδου στο ήπαρ,
αντανακλούμενη από τα πολύπλοκα προφίλ μεταβολισμού και την πλήρη
απουσία γονικού φαρμάκου στα ούρα και κόπρανα. Δείχνει υψηλή συγγένεια με
το CYP3A και τα υδροξύλια στο δακτύλιο της προλίνης του κυκλοπεπτιδικού
υπολείμματος που αποτελούν το κύριο μεταβολικό μονοπάτι.
αναστολείς και/ή τα πιθανά υποστρώματα του CYP3A4 αναμένεται
ενδεχομένως να αναστέλλουν την κάθαρση της κρεατινίνης και να οδηγήσουν σε
αυξημένα επίπεδα. Η βρωμοκρυπτίνη επίσης είναι ένας ισχυρός αναστολέας του
CYP3A4 με υπολογισμένη τιμή IC50 1,69 μM. Εντούτοις λόγω των χαμηλών
θεραπευτικών συγκεντρώσεων της ελεύθερης βρωμοκρυπτίνης στους ασθενείς
δεν θα πρέπει να αναμένεται σημαντική μεταβολή του μεταβολισμού ενός
δευτέρου φαρμάκου του οποίου η κάθαρση γίνεται από το CYP3A4.
Απέκκριση
Η απομάκρυνση του γονικού φαρμάκου από το πλάσμα είναι διφασική με τελικό
χρόνο ημίσειας ζωής στις 15 ώρες (εύρος 8 με 20 ώρες). Το δραστικό φάρμακο
και οι μεταβολίτες απεκκρίνονται σχεδόν πλήρως από το ήπαρ και μόνο 6%
απεκκρίνεται από τους νεφρούς. Η σύνδεση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος
ανέρχεται σε 96%.
Χαρακτηριστικά ανάλογα με τον ασθενή
Σε ασθενείς με βλάβη της ηπατικής λειτουργίας, η ταχύτητα της απομάκρυνσης
μπορεί να καθυστερεί και τα επίπεδα του φαρμάκου στο πλάσμα να αυξηθούν, με
αποτέλεσμα να χρειάζεται ρύθμιση της δόσης.
5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια
Οξεία τοξικότητα
Οι μελέτες οξείας τοξικότητας με τη χρήση βρωμοκρυπτίνης σε μικρονιζέ μορφή
αποκάλυψε τιμές LD
50
από το στόμα 2620 mg/kg στους ποντικούς, υψηλότερη από
1000 mg/kg στα κουνέλια και υψηλότερη από 2000 mg/kg στους αρουραίους. Οι
τιμές LD
50
που ελήφθησαν μετά από ενδοφλέβια ένεση ήταν: για τους ποντικούς
190 mg/kg για τους αρουραίους 72 mg/kg και για τα κουνέλια 12,5 mg/kg. Τα
σημεία τοξικότητας αποτελούνται από κινητική διέγερση και τελικά κράμπες,
δύσπνοια και κώμα. Η υψηλή ευαισθησία των κουνελιών είναι τυπική για τα
συστατικά της ερυσιβώδους όλυρας γενικά.
Μεταλλαξιογόνος δράση
Η βρωμοκρυπτίνη στερείτο γονιδιοτοξικής δράσης όταν ερευνήθηκε για
μεταλλαξιογόνο δράση στη Salmonella
typhimurium με ή χωρίς μεταβολική
ενεργοποίηση και δυναμικό πρόκλησης θραύσης στο μυελό των οστών in vitro
(εξέταση μικροπυρήνα σε ποντίκια, χρωμοσώματα σε μετάφαση σε κινέζικα
hamsters).
Καρκινογένεση
Σε μία μελέτη 100 εβδομάδων σε αρουραίους, η βρωμοκρυπτίνη χορηγήθηκε με
την τροφή σε δόσεις 1,8, 9,9, ή 44,5 mg/kg βάρους σώματος ημερησίως που
αντιπροσωπεύει 25-100 φορές τη θεραπευτική δόση που αναστέλλει την
προλακτίνη για τον άνθρωπο. Η θεραπεία προκάλεσε δοσοεξαρτώμενη μείωση
στη συνολική επίπτωση όγκων σε όλες τις ομάδες θεραπείας. Αυτό
αντανακλούσε μία γενική μείωση της επίπτωσης των όγκων του μαστού στα
θηλυκά και των επινεφριδίων στα αρσενικά. Και οι δύο αντιδράσεις προφανώς
σχετίζονταν με την ανασταλτική δράση της βρωμοκρυπτίνης στην προλακτίνη.
Αντιστρόφως, η θεραπεία με βρωμοκρυπτίνη αύξησε την επίπτωση των όγκων
της μήτρας σε μεσαίες και υψηλές δόσεις.
Έχει αποδειχθεί σε μία μελέτη διάρκειας ενός έτους σε αρουραίους ότι οι
επιδράσεις στη μήτρα ήταν αποτέλεσμα παρατεταμένης κυριαρχίας των
οιστρογόνων που προκλήθηκε από την ανασταλτική δράση της βρωμοκρυπτίνης
στην προλακτίνη, η οποία υπερτερεί στο φθίνον ενδοκρινικό σύστημα των
ηλικιωμένων θηλυκών αρουραίων.
Στη μελέτη σε αρουραίους διάρκειας 100 εβδομάδων, η βρωμοκρυπτίνη φάνηκε
να αναστέλλει την αύξηση των επιπέδων προγεσταγόνων στο πλάσμα που
σχετίζεται με το στάδιο της ψευδοκύησης που εμφανίζεται φυσιολογικά στους
ηλικιωμένους αρουραίους αλλά τα επίπεδα οιστραδιόλης δεν επηρεάστηκαν.
Ως εκ τούτου, δεν προκάλεσε έκπληξη το γεγονός ότι οι υπερπλαστικές και
μεταπλαστικές αλλοιώσεις που εμφανίζονται στη μήτρα στις 53 εβδομάδες
εξελίσσονταν σε νεοπλάσματα όταν η διάρκεια της θεραπείας παρατάθηκε σε
100 εβδομάδες.
Το εύρημα αυτό δεν αφορά στις γυναίκες εξαιτίας των θεμελιωδών διαφορών
στη διαδικασία γήρανσης των αναπαραγωγικών λειτουργιών.
Σε ηλικιωμένους αρουραίους, αντίθετα από τις γυναίκες, οι ωοθήκες
παραμένουν να ανταποκρίνονται για να υποστηρίξουν την ψευδοκύηση κατά τη
συνεχιζόμενη διέγερση της προλακτίνης αν η υπερπρολακτιναιμία
καταστέλλεται από τη βρωμοκρυπτίνη για να υποστηρίξει την κυριαρχία των
οιστρογόνων που οδηγεί σε πλακώδη μεταπλασία του γεννητικού σωλήνα. Δεν
υπάρχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι αυτές οι ειδικές για τους
αρουραίους φαρμακοδυναμικές επιδράσεις έχουν κάποια κλινική σημασία για
τον άνθρωπο.
Η απουσία άμεσης διεγερτικής επίδρασης της βρωμοκρυπτίνης στη μήτρα
αποδείχθηκε περαιτέρω σε μία μελέτη 104 εβδομάδων σε αρουραίους που είχαν
υποβληθεί σε ωοθηκεκτομή.
Μια δόση 10 mg/kg ημερησίως που χορηγήθηκε με την τροφή δεν προκάλεσε
όγκους στη μήτρα ή προ-νεοπλασματικές αλλαγές. Η απουσία
καρκινογεννητικής δράσης επιβεβαιώθηκε στα ποντίκια που έλαβαν
βρωμοκρυπτίνη με την τροφή σε δόση μέχρι 50 mg/kg βάρους σώματος ημερησίως.
Δεν υπήρχε διαφορά στην επίπτωση των όγκων οποιασδήποτε περιοχής μεταξύ
των ζώων που έλαβαν θεραπεία και των μαρτύρων.
Τοξικότητα κατά την αναπαραγωγή
Δεν αποκαλύφθηκε εμβρυοτοξική ή τερατογονική δράση της βρωμοκρυπτίνης σε
αρουραίους, κουνέλια ή πιθήκους.
Στα αρσενικά ζώα η βρωμοκρυπτίνη δεν είχε καμία επίδραση στα γεννητικά
κύτταρα, τη γονιμότητα και την ανάπτυξη των απογόνων. Στα θηλυκά ζώα η
γονιμότητα και η προ-γεννητική ανάπτυξη των απογόνων δεν επηρεάστηκε
αρνητικά από τη θεραπεία με βρωμοκρυπτίνη από το στόμα.
Μία υψηλή δόση 30 mg/kg βάρους σώματος που δόθηκε στους αρουραίους κατά
τη διάρκεια του τελευταίου τριμήνου της κύησης μέχρι τον τοκετό μείωσε την
επιβίωση και την αύξηση του βάρους των νεογέννητων. Αυτό αποδίδεται στο
μειωμένο θηλασμό λόγω αναστολής της έκκρισης προλακτίνης από τη
βρωμοκρυπτίνη.
Ωστόσο, η μετα-γεννητική ανάπτυξη των F1 γενεών δεν επηρεάστηκε, άσχετα με
το αν η θεραπεία δόθηκε σε αρχική ή σε μεταγενέστερη φάση της κύησης. Όταν
δόθηκε σε θηλυκούς πιθήκους (κατηγορίας stumptailed) για έναν ή περισσότερους
κύκλους και επακολούθησε εγκυμοσύνη, η δόση των 0,15 mg/kg βάρους
βρωμοκρυπτίνης δύο φορές ημερησίως δεν είχε επίδραση στη γονιμότητα, ούτε
στην εμβρυϊκή ανάπτυξη των απογόνων.
6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
6.1 Κατάλογος εκδόχων
Δισκία: sillic acid colloidal, disodium edetate, magnesium stearate, maleic acid, maize starch, lactose
Καψάκια , σκληρά: sillic acid colloidal, magnesium stearate, maleic acid, maize starch dried, lactose
anhydrous, gelatine, indigo carmine (κάψουλες 5 mg), titanium dioxide
6.2 Ασυμβατότητες
Δεν έχουν αναφερθεί.
6.3 Διάρκεια ζωής
Δισκία 2,5 mg: 2 χρόνια
Καψάκια, σκληρά 5 mg και 10 mg: 3 και 4 χρόνια αντίστοιχα
6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά την φύλαξη του προϊόντος
Δισκία 2,5 mg: Μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 25°C. Φυλάσσετε
στην αρχική συσκευασία.
Καψάκια, σκληρά 5 mg και 10 mg: Μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη
των 25°C.
6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη
Τα δισκία των 2,5 mg διατίθενται σε συσκευασία των 30 (2Χ15). Τα δισκία είναι
υπόλευκα, στρογγυλά, επίπεδα με λοξοτομημένα άκρα, χαραγμένα με την ένδειξη
«2.5MG» στην άνω πλευρά και συσκευασμένα σε blisters από PVC/PVDC
σφραγισμένα με φύλλο αλουμινίου.
Τα καψάκια των 5 mg διατίθενται σε συσκευασία των 30 (3Χ10) σε blisters από
ALU/PVC/ PVDC. Τα καψάκια είναι επιμήκη, αδιαφανή με χρώμα μπλε στο ένα
άκρο και αδιαφανή με χρώμα άσπρο, χαραγμένα με την ένδειξη «5mg» στο άλλο
άκρο.
Τα καψάκια των 10 mg διατίθενται σε συσκευασία των 30 (3Χ10) σε blisters από
ALU/PVC/PVDC. Τα καψάκια είναι επιμήκη, αδιαφανή με χρώμα άσπρο στο ένα
άκρο και αδιαφανή με χρώμα άσπρο, χαραγμένα με την ένδειξη «10mg» στο άλλο
άκρο
6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός
Καμία ειδική υποχρέωση.
7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
MEDA Pharmaceuticals A.E.
3,Ευρυτανίας
152 31 Χαλάνδρι
Τηλ.: 210-6775690
Fax.: 210-6775695
8. ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
Δισκία 2,5 mg/TAB : 18131/12-03-2012
Καψάκια 5 mg/CAP : 33557/11/12-03-2012
Καψάκια 10 mg/CAP : 18132/12-03-2012
9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ/ΤΕΛΕΥΤΑΙΑΣ ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ
Ημερομηνία πρώτης άδειας
Δισκία 2,5 mg/TAB: 20-08-1977
Καψάκια 10 mg/CAP: 02-06-1979
Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: 09-05-2008
10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ