ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
Panadol Advance 500 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία
2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
Κάθε δισκίο περιέχει 500 mg παρακεταμόλης.
Έκδοχα με γνωστή δράση: νατριούχα
μεθυλπαραϋδροξυβενζοϊκά (E219), νατριούχα
αιθυλπαραϋδροξυβενζοϊκά (E215) και νατριούχα
προπυλπαραϋδροξυβενζοϊκά (E217).
Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλέπε παράγραφο 6.1.
3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ
Επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο
Το δισκίο μπορεί να διαχωριστεί σε δύο ίσες δόσεις.
4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις
Αντιμετώπιση ήπιας έως μέτριας εντάσεως άλγους,
δυσμηνόρροια και ως αντιπυρετικό.
Προτιμάται σε άτομα τα οποία πρέπει να αποφεύγουν τη λήψη
ακετυλοσαλικυλικού οξέος (υπερευαισθησία στο
ακετυλοσαλικυλικό οξύ, βρογχικό άσθμα, διαταραχές της
πηκτικότητας, ιστορικό πεπτικού έλκους, παιδιά με κίνδυνο
αναπτύξεως συνδρόμου Reye από τη χορήγηση σαλικυλικών).
4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης
Δοσολογία
Η συνήθης δόση ενηλίκων είναι 60 mg/kg βάρους σε
διηρημένες δόσεις.
Δεν απαιτείται συνήθως προσαρμογή της δοσολογίας σε
ηλικιωμένους ασθενείς.
Ενήλικες (συμπεριλαμβανομένων των ηλικιωμένων): 0,5-1 g
(1-2 δισκία) κάθε 4-6 ώρες, εάν είναι αναγκαίο. Η ημερήσια
δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 4 g, για χορήγηση βραχείας
διάρκειας και τα 2,5 g για χρόνια χορήγηση.
1
Παιδιατρικός πληθυσμός
Έφηβοι 12-18 ετών: 0,5-1 g (1-2 δισκία) κάθε 4-6 ώρες, εάν
είναι αναγκαίο. Η ημερήσια δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα
4 g, για χορήγηση βραχείας διάρκειας και τα 2,5 g για χρόνια
χορήγηση
Παιδιά 6-12 ετών: 250-500 mg (1/2-1 δισκίο) ή 10-15 mg/kg ΒΣ,
3-4 φορές ημερησίως
Δεν είναι κατάλληλο για παιδιά μικρότερα των 6 ετών.
Μέγιστη διάρκεια χρήσης στα παιδιά χωρίς τη συμβουλή
γιατρού: 3 ημέρες.
Τρόπος χορήγησης
Από του στόματος
Να μην υπερβαίνετε τη συνιστώμενη δόση.
Πρέπει να χρησιμοποιείται η ελάχιστη δόση που απαιτείται
για την ανακούφιση των συμπτωμάτων.
Μεταξύ των λήψεων να μεσολαβεί διάστημα 4 ωρών
τουλάχιστον.
4.3 Αντενδείξεις
Υπερευαισθησία στην παρακεταμόλη ή κάποιο από τα έκδοχα
που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
Βαριά ηπατική και νεφρική ανεπάρκεια
4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη
χρήση
Περιέχει παρακεταμόλη.
Να μην λαμβάνεται μαζί με άλλα προϊόντα που περιέχουν
παρακεταμόλη. Η ταυτόχρονη χρήση με άλλα προϊόντα που
περιέχουν παρακεταμόλη μπορεί να οδηγήσει σε
υπερδοσολογία. Η υπερδοσολογία με παρακεταμόλη είναι
πιθανό να προκαλέσει ηπατική ανεπάρκεια, κατάσταση που
μπορεί να οδηγήσει σε μεταμόσχευση ήπατος ή θάνατο.
Η παρακεταμόλη πρέπει να χορηγείται με προσοχή
σε άτομα με ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία Η
υποκείμενη ηπατική νόσος αυξάνει τον κίνδυνο
ηπατικής βλάβης σχετιζόμενης με παρακεταμόλη.
Ασθενείς που έχουν διαγνωσθεί με ηπατική ή νεφρική
ανεπάρκεια πρέπει να συμβουλεύονται τον ιατρό τους
πριν τη χρήση.
σε αλκοολικούς
2
σε γυναίκες κατά την εγκυμοσύνη και την περίοδο της
γαλουχίας.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Σε παιδιά απαιτείται προσοχή ώστε να μην υπερβαίνεται η
συνιστώμενη δόση. Τα παιδιά είναι πιο ευαίσθητα σε
περίπτωση υπερδοσολογίας.
Όταν το φάρμακο λαμβάνεται χρόνια ή σε μεγάλες δόσεις
πρέπει να παρακολουθείται η ηπατική λειτουργία.
Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις ηπατικής
δυσλειτουργίας/ανεπάρκειας σε ασθενείς με έλλειψη
αποθεμάτων γλουταθειόνης, όπως σοβαρά υποσιτισμένοι,
ανορεξικοί, άτομα με χαμηλό δείκτη σωματικής μάζας ή
άτομα που καταναλώνουν χρόνια μεγάλες ποσότητες αλκοόλ.
Σε ασθενείς που βρίσκονται σε κατάσταση εξάντλησης των
αποθεμάτων γλουταθειόνης, όπως σηψαιμία, η χρήση της
παρακεταμόλης μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο μεταβολικής
οξέωσης.
Εάν τα συμπτώματα επιμένουν να ζητείται ιατρική συμβουλή.
Τα έκδοχα νατριούχα μεθυλ-, νατριούχα αιθυλ- και νατριούχα
προπυλ-παραϋδροξυβενζοϊκά (E219, E215, E217) μπορεί να
προκαλέσουν αλλεργικές αντιδράσεις (πιθανώς
καθυστερημένες).
Να φυλάσσεται σε θέση την οποία δεν βλέπουν και δεν
προσεγγίζουν τα παιδιά.
4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα
και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης
Η χολεστυραμίνη μειώνει την απορρόφηση της
παρακεταμόλης, ενώ η μετοκλοπραμίδη και η ντομπεριδόνη
την αυξάνουν.
Με ταυτόχρονη λήψη φαρμάκων που είναι επαγωγείς των
ηπατικών ενζύμων όπως (π.χ. φαινοβαρβιτάλη) ή μπορεί να
δράσουν ηπατοτοξικά (π.χ. ΜΣΑΦ, ιντερφερόνες) αυξάνεται ο
κίνδυνος ηπατικής βλάβης.
Ασθενείς που παίρνουν βαρβιτουρικά, τρικυκλικά
αντικαταθλιπτικά και αλκοόλη μπορεί να εμφανίσουν
διαταραχές μεταβολισμού μεγάλων δόσεων παρακεταμόλης
και να αυξήσουν τον χρόνο ημιζωής της στο πλάσμα.
3
Η προβενεσίδη μπορεί να μειώσει την νεφρική απέκκριση και
να αυξήσει τα επίπεδα της παρακεταμόλης στο πλάσμα.
Σε σύγχρονη χορήγηση με από του στόματος αντιπηκτικά
φαίνεται ότι αυξάνει ο κίνδυνος αιμορραγίας. Η αντιπηκτική
δράση της βαρφαρίνης και άλλων κουμαρινικών μπορεί να
αυξηθεί από την παρατεταμένη τακτική καθημερινή χρήση της
παρακεταμόλης αυξάνοντας τον κίνδυνο αιμορραγίας,
περιστασιακές δόσεις δεν έχουν σημαντική επίδραση.
Η παρακεταμόλη μειώνει την βιοδιαθεσιμότητα της
λαμοτριγίνης χωρίς όμως να είναι σαφής η κλινική σημασία
της.
Το αλκοόλ μπορεί να αυξήσει την ηπατοτοξικότητα της
παρακεταμόλης κατά την υπερδοσολογία.
Χρόνια λήψη αντιεπιληπτικών ή στεροειδικών
αντισυλληπτικών από το στόμα επηρεάζουν τα ηπατικά
ένζυμα και μπορεί να εμποδίσουν την επίτευξη θεραπευτικών
επιπέδων στο πλάσμα αυξάνοντας το μεταβολισμό πρώτης
διόδου ή την αποβολή.
Εργαστηριακές εξετάσεις: Η παρακεταμόλη μπορεί να δώσει
ψευδή αποτελέσματα ουρικού οξέος στο αίμα με τη μέθοδο
του φωσφοροβολφραμικού οξέος και της γλυκόζης με τη
μέθοδο οξειδάσης-υπεροξειδάσης.
4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία
Κύηση: Μέχρι σήμερα δεν έχουν προκύψει ενδείξεις ότι η
παρακεταμόλη εμφανίζει δυσμενείς επιδράσεις στο έμβρυο.
Εντούτοις, πρέπει να λαμβάνονται οι συνήθεις προφυλάξεις
που αφορούν τη χρήση φαρμάκων κατά τη διάρκεια της
κυήσεως, ιδιαίτερα κατά το πρώτο τρίμηνο. Εάν απαιτείται η
χρήση της, θα πρέπει να χρησιμοποιείται στην ελάχιστη δόση,
διάρκεια και συχνότητα που απαιτείται για την ανακούφιση
των συμπτωμάτων.
Θηλασμός: Η παρακεταμόλη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα
και έχει ανιχνευτεί σε συγκεντρώσεις με αναλογία 1:1 με
αυτές του πλάσματος, αλλά δεν φαίνεται να έχει δυσμενείς
επιδράσεις στο βρέφος όταν χορηγείται σύμφωνα με το
δοσολογικό σχήμα.
4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και
χειρισμού μηχανών
Δεν έχει αναφερθεί τέτοια επίδραση.
4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες
4
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες από ιστορικά δεδομένα κλινικών
μελετών είναι σπάνιες και από μικρό αριθμό ασθενών.
Αντίστοιχα, οι ανεπιθύμητες ενέργειες που έχουν αναφερθεί
από την εκτενή εμπειρία μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου
στις θεραπευτικές δόσεις όπως αναφέρονται στην
επισήμανση και θεωρούνται σχετικές παρατίθενται σε
μορφή πίνακα παρακάτω ανά οργανικό σύστημα και
συχνότητα.
Η ακόλουθη συνθήκη έχει χρησιμοποιηθεί για την ταξινόμηση
των ανεπιθύμητων ενεργειών: πολύ συχνές (1/10), συχνές
(1/100 έως <1/10), όχι συχνές (1/1.000 έως <1/100),
σπάνιες (1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000),
μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα
δεδομένα).
Η συχνότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών έχει εκτιμηθεί
βάσει των αυθόρμητων αναφορών που ελήφθησαν από τα
δεδομένα μετά την κυκλοφορία.
Οργανικό σύστημα Ανεπιθύμητη ενέργεια Συχνότητα
Διαταραχές του
αιμοποιητικού και του
λεμφικού συστήματος
Θρομβοκυττοπενία Πολύ
σπάνιες
Διαταραχές του
ανοσοποιητικού
συστήματος
Αναφυλαξία
Αντιδράσεις
υπερευαισθησίας του
δέρματος
συμπεριλαμβανομένων των
δερματικών εξανθημάτων,
σοβαρές δερματικές
αντιδράσεις, αγγειοοίδημα
και σύνδρομο Stevens
Johnson.
Πολύ
σπάνιες
Διαταραχές του
αναπνευστικού
συστήματος, του
θώρακα και του
μεσοθωρακίου
Βρογχόσπασμος σε ασθενείς
ευαίσθητους στην ασπιρίνη
και άλλα ΜΣΑΦ.
Πολύ
σπάνιες
Διαταραχές του
ήπατος και των
χοληφόρων
Ηπατική δυσλειτουργία Πολύ
σπάνιες
Κατά τη χρόνια λήψη ή τη λήψη μεγάλων δόσεων αναφέρονται
ελαφρά γαστρικά ενοχλήματα, αιμολυτική αναιμία,
ακοκκιοκυτταραιμία, μεθαιμοσφαιριναιμία, δερματικά
εξανθήματα, κνίδωση, πυρετός, υπογλυκαιμία, διέγερση του
Κ.Ν.Σ. ή υπνηλία, θρομβοκυτταροπενική πορφύρα.
5
Παρατεταμένη λήψη υψηλών δόσεων μπορεί να προκαλέσει
νεφροπάθεια και σπανίως παγκρεατίτιδα.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά
από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού
προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή
παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του
φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες
υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες
ανεπιθύμητες ενέργειες στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων,
Τμήμα Ανεπιθύμητων Ενεργειών, με την υποβολή της Κίτρινης
Κάρτας με τους εξής τρόπους:
- Ηλεκτρονική υποβολή της Κίτρινης Κάρτας μέσω της
ιστοσελίδας του ΕΟΦ
http://www.eof.gr/web/guest/yellowgeneral
- Έντυπη μορφή αποστολή μέσω ταχυδρομείου, ατελώς, στο
Τμήμα Ανεπιθύμητων Ενεργειών του ΕΟΦ (Μεσογείων 284,
15562), τηλέφωνο επικοινωνίας: 213 2040380 ή 213 2040337.
- Υποβολή μέσω ΦΑΞ στο 210 6549585
4.9 Υπερδοσολογία
Η υπερδοσολογία με παρακεταμόλη είναι πιθανό να
προκαλέσει ηπατική ανεπάρκεια, κατάσταση που μπορεί να
οδηγήσει σε μεταμόσχευση ήπατος και θάνατο.
Η υπερδοσολογία μπορεί να είναι αποτέλεσμα μιας ακούσιας
ή εκούσιας λήψης μεγάλης ποσότητας παρακεταμόλης ή
παρατεταμένης λήψης υψηλών δόσεων. Οι συνέπειες μπορεί
να είναι πολύ σοβαρές. Η δια μιας λήψη 10 έως 15 g
παρακεταμόλης από ενήλικες μπορεί να προκαλέσει βαριά
ηπατοκυτταρική νέκρωση και σπανιώτερα νεφρική
σωληναριακή νέκρωση.
Τα συμπτώματα της υπερδοσολογίας εμφανίζονται εντός 24
ωρών και εξελίσσονται σε βαρύτητα. Περιλαμβάνουν ναυτία,
εμέτους, υπεριδρωσία, λήθαργο, κοιλιακό άλγος. Η ηπατική
βλάβη μπορεί να εμφανισθεί και 4 έως 6 ημέρες μετά την
λήψη, ενώ συνήθως φθάνει στο μέγιστο της βαρύτητάς της
στις 3 με 4 ημέρες από τη λήψη. Μπορεί να έχει σαν
αποτέλεσμα ηπατική ανεπάρκεια με εγκεφαλοπάθεια, κώμα
και θάνατο. Μπορεί επίσης να αναπτυχθούν οξέωση, οίδημα
εγκεφάλου, αιμορραγία, υπογλυκαιμία, υπόταση, λοίμωξη και
νεφρική ανεπάρκεια.
Εργαστηριακώς αναπτύσσεται υπερτρανσαμινασαιμία,
υπερχολερυθριναιμία και παράταση του χρόνου προθρομβίνης
που αποτελεί αξιόπιστο δείκτη της εξέλιξης της ηπατικής
6
λειτουργίας και πρέπει να παρακολουθείται τακτικά. Μπορεί
να εμφανισθεί οξεία νεφρική ανεπάρκεια από οξεία
σωληναριακή νέκρωση ακόμη και χωρίς την ύπαρξη ηπατικής
βλάβης. Επίσης μπορεί να εμφανισθούν βλάβες του
μυοκαρδίου και παγκρεατίτις.
Η πιθανότητα της τοξικής επιδράσεως αυξάνει στους
αλκοολικούς, σ’ αυτούς που λαμβάνουν φάρμακα τα οποία
επάγουν τα ενζυμικά συστήματα του ήπατος και τους
καχέκτες.
Η τοξικότητα της παρακεταμόλης οφείλεται στην παραγωγή
ενός εκ των μεταβολιτών της, της Ν-ακετυλ-p-
βενζοκινονεϊμίνης (NABQI), η οποία αδρανοποιείται με
σύνδεση με γλουταθειόνη και αποβάλλεται συνεζευγμένη με
μερκαπτοπουρίνη και κυστεΐνη. Στις περιπτώσεις
υπερδοσολογίας τα αποθέματα της γλουταθειόνης
εξαντλούνται και η ελεύθερη NABQI ενώνεται με
θειοϋδρυλικές ομάδες στα ηπατοκύτταρα, τα οποία έτσι
καταστρέφονται.
Ουσίες, όπως η ακετυλοκυστεΐνη και η μεθειονίνη, οι οποίες
επανορθώνουν τα αποθέματα της γλουταθειόνης
χρησιμοποιούνται ως αντίδοτα στη δηλητηρίαση από
παρακεταμόλη.
Η αντιμετώπιση της υπερδοσολογίας πρέπει να γίνεται
αμέσως και στο νοσοκομείο, ακόμα και αν απουσιάζουν τα
συμπτώματα. Η γαστρική πλύση όταν εκτελείται εντός 2
ωρών από της λήψεως απομακρύνει εκ του στομάχου τα
υπολείμματα του φαρμάκου. Η χορήγηση ενεργού άνθρακα
εμποδίζει την απορρόφηση της παρακεταμόλης από το έντερο.
Η εφαρμογή γενικών μέτρων υποστήριξης είναι απαραίτητη. Η
χορήγηση του αντιδότου αρχίζει αμέσως, εφόσον η ληφθείσα
δόση είναι πάνω από 125 mg/kg ΒΣ για τους ενήλικες και πάνω
από 200 mg/kg ΒΣ για τα παιδιά και συνεχίζεται ή όχι ανάλογα
με τα αποτελέσματα των μετρήσεων των επιπέδων της
παρακεταμόλης στο πλάσμα.
Η μέτρηση των επιπέδων πρέπει να γίνεται 4 ώρες μετά την
λήψη και να έχει γίνει μέχρι 16 ώρες απ' αυτή. Οι τιμές των
επιπέδων παρακεταμόλης πλάσματος του ασθενούς
συγκρίνονται με ένα προτυποποιημένο νομόγραμμα των
επιπέδων προς τον χρόνο από της λήψεως (βλέπε σχήμα). Η
χορήγηση του αντιδότου χρειάζεται εάν τα επίπεδα του
ασθενούς είναι πάνω από την γραμμή κινδύνου. Γενικώς
θεωρείται ότι η εφάπαξ λήψη άνω των 10 g παρακεταμόλης
μπορεί να προκαλέσει κλινικώς έκδηλη ηπατοκυτταρική
βλάβη. Βαριά θανατηφόρα βλάβη συνήθως επέρχεται με τη
λήψη άνω των 25 g. Οι συγκεντρώσεις της παρακεταμόλης
7
στο πλάσμα σχετίζονται με την σοβαρότητα της ηπατικής
βλάβης. Επίπεδα άνω των 300 μg/κ.εκ. 4 ώρες μετά την λήψη
είναι ενδεικτικά ανάπτυξης σοβαρής βλάβης. Επίπεδα κάτω
των 150 μg/κ.εκ. σημαίνουν ότι η ανάπτυξη ηπατοκυτταρικής
βλάβης είναι απίθανη.
Η ακετυλοκυστεΐνη χορηγείται από του στόματος ή
ενδοφλεβίως. Παρά το ότι είναι πιο αποτελεσματική όταν η
χορήγησή της αρχίζει εντός 8 ωρών από της λήψεως, πρέπει
να χορηγείται και αν ακόμη έχουν παρέλθει 24 ώρες από την
λήψη.
Ενδοφλεβίως χορηγούνται αρχικώς 150 mg/kg ΒΣ διαλυμένα
σε 200 κ.εκ. γλυκόζης 5% σε έγχυση 15 - 20 λεπτών,
ακολουθούμενα από έγχυση 50 mg/kg ΒΣ σε 500 κ.εκ. γλυκόζης
5% τις επόμενες 4 ώρες και μετά 100 mg/kg ΒΣ σε 1000 κ.εκ.
γλυκόζης 5% για τις επόμενες 16 ώρες.
Συνολικός χρόνος χορήγησης 20 ώρες. Εάν εμφανισθεί
αναφυλακτική αντίδραση αντιμετωπίζεται με αντιισταμινικά
και η χορήγηση της ακετυλοκυστεΐνης μπορεί να συνεχισθεί
με χαμηλότερο ρυθμό.
Από του στόματος χορηγούνται αρχικώς 140 mg/kg ΒΣ και εν
συνεχεία 70 mg/kg ΒΣ κάθε 4 ώρες για 17 φορές.
Η μεθειονίνη πρέπει να χορηγείται το αργότερο 10 ώρες μετά
την λήψη, διαφορετικά η αποτελεσματικότητά της μειώνεται.
Χορηγούνται από του στόματος 2,5 g κάθε 4 ώρες και για 4
φορές.
Εάν τα εν τω μεταξύ μετρηθέντα επίπεδα της παρακεταμόλης
είναι κάτω από το όριο κινδύνου διακόπτεται η χορήγηση του
αντιδότου.
Η αποτυχία της αγωγής με αντίδοτα είναι ένδειξη για
μεταμόσχευση ήπατος.
8
Ώρεςμ ετάτηνλήψη
Συγκεντρώσεις μ μτηςπαρακεταόληςστοπλάσα
Αρχή μ μμτουνο ογρά ατος
Κατώτερο όριοπιθανούκινδύνου
Κατώτερο όριουψηλούκινδύνου
μg/mLμmol/L
Ώρεςμ ετάτηνλήψη
Συγκεντρώσεις μ μτηςπαρακεταόληςστοπλάσα
Αρχή μ μμτουνο ογρά ατος
Κατώτερο όριοπιθανούκινδύνου
Κατώτερο όριουψηλούκινδύνου
μg/mLμmol/L
Κατά RUMACK-MATTHEW νομόγραμμα προσδιορισμού
του κινδύνου ηπατοκυτταρικής βλάβης σύμφωνα με τις
συγκεντρώσεις της παρακεταμόλης στο πλάσμα. Ισχύει
μόνο για εφάπαξ λήψη παρακεταμόλης. Για τα
άτομα υψηλού κινδύνου, ο κίνδυνος αρχίζει ήδη από την
συνεχή γραμμή.
5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ανιλίδες, Κωδικός ATC:
Ν02Β E01
Η παρακεταμόλη αποτελεί τον κύριο ενεργό μεταβολίτη της
φαινακετίνης αλλά στερείται των παρενεργειών της. Έχει
αναλγητικές και αντιπυρετικές ιδιότητες παρόμοιες με αυτές
του ακετυλοσαλικυλικού οξέος και ασθενείς
αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες. Είναι ασθενής αναστολέας της
βιοσύνθεσης των προσταγλανδινών αν και υπάρχουν
ενδείξεις ότι είναι πιο αποτελεσματική κατά των ενζύμων του
ΚΝΣ από αυτά της περιφέρειας. Η αντιπυρετική της δράση
οφείλεται σε άμεση επίδραση στα υποθαλαμικά
9
θερμορυθμιστικά κέντρα. Ο μηχανισμός της αναλγητικής
δράσης της δεν είναι γνωστός.
Εφάπαξ ή επαναλαμβανόμενη δοσολογία δεν επιδρά στο
καρδιαγγειακό ή στο αναπνευστικό σύστημα. Σε αντίθεση με
το ακετυλοσαλικυλικό οξύ, η παρακεταμόλη δεν επηρεάζει το
χρόνο προθρομβίνης, δεν έχει αντιαιμοπεταλιακή δράση και
δεν προκαλεί εξελκώσεις στον γαστρεντερικό σωλήνα. Η
αντιφλεγμονώδης δράση της είναι ακόμη υπό έρευνα.
5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Απορρόφηση: Η απορρόφηση της παρακεταμόλης όταν
χορηγείται από το στόμα είναι ταχεία και πλήρης. Οι μέγιστες
συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται σε 30-60 λεπτά
μετά την κατάποση.
Κατανομή: Η παρακεταμόλη κατανέμεται ταχέως σε όλους
τους ιστούς. Οι συγκεντρώσεις είναι συγκρίσιμες στο αίμα,
αναλγητικές συγκεντρώσεις στο πλάσμα είναι 5-20 mcg/ml.
Έχει βρεθεί ότι υπάρχει καλή συγγένεια μεταξύ της
συγκέντρωσης της στο πλάσμα και στο αναλγητικό
αποτέλεσμά της. Η σύνδεσή της με τις πρωτεΐνες του
πλάσματος κυμαίνεται μεταξύ 20% και 50% σε τοξικές
συγκεντρώσεις.
Διαπερνά τον πλακούντα και απεκκρίνεται στο γάλα.
Η σύνδεση με τις πρωτεΐνες πλάσματος είναι μικρή.
Βιομετασχηματισμός: Η παρακεταμόλη μεταβολίζεται κυρίως
στο ήπαρ. Περίπου 4% μεταβολίζεται μέσω των
κυτοχρωμάτων του ήπατος Ρ-450 και οξειδώνεται σε ένα
τοξικό μεταβολίτη ο οποίος αποτοξινώνεται με εκλεκτική
σύνδεση με την ηπατική γλουταθειόνη και αποβάλλεται στα
ούρα συνδεδεμένα με κυστεΐνη και μερκαπτουρικό οξύ.
Οι 2 πιο σημαντικές οδοί μεταβολισμού είναι η σύζευξη για
τον σχηματισμό γλυκουρονιδίων και θειικών ενώσεων, με την
μορφή των οποίων αποβάλλεται στα ούρα.
Αυτός ο δεύτερος τρόπος κορέννυται ταχέως αν χορηγούνται
μεγαλύτερες δόσεις από τις θεραπευτικές.
Ελάχιστη ποσότητα μεταβολίζεται μέσω των πολλαπλής-
λειτουργίας οξειδασών του ήπατος και των νεφρών προς τον
υδροξυλιωμένο μεταβολίτη Ν-ακετυλ-p-βενζοκινονεϊμίνη
(NABQI) που είναι τοξικός για τα κύτταρα αλλά, υπό τις
συνιστώμενες δόσεις, αδρανοποιείται από τη γλουταθειόνη
και αποβάλλεται συνεζευγμένος με μερκαπτοπουρίνη και
κυστεΐνη.
Η μέση τιμή του χρόνου ημιζωής κατά την απέκκριση είναι 1-4
ώρες.
10
Αποβολή: Η αποβολή γίνεται κυρίως με τα ούρα υπό τη μορφή
ανενεργών γλυκουρονικών (60-80%) και θειικών μεταβολιτών
(20-30%) και 5% απομακρύνεται αναλλοίωτο.
Το 90% της καταποθείσης δόσης αποβάλλεται σε 24 ώρες
μέσω των νεφρών κυρίως ως γλυκουρονίδια (60-80%) ή όξινος
θειικός εστέρας (20-30%).
Λιγότερο από 5% αποβάλλεται αμετάβλητο.
Ο χρόνος ημιπεριόδου ζωής της αποβολής είναι περίπου 2
ώρες.
Φυσιοπαθολογικές περιπτώσεις
Νεφρική ανεπάρκεια:
Σε περίπτωση κάθαρσης κρεατινίνης
<10 ml/min, η αποβολή της παρακεταμόλης και των
μεταβολιτών της επιβραδύνεται.
Ηπατική ανεπάρκεια:
Σύμφωνα με τα νεότερα δεδομένα δεν
φαίνεται να επηρεάζει ιδιαίτερα το μεταβολισμό της
παρακεταμόλης.
Ηλικιωμένα άτομα
Η φαρμακοκινητική, η δυνατότητα σύνδεσης και ο
μεταβολισμός της παρακεταμόλης μεταβάλλονται ελαφρά ή
και καθόλου σε ηλικιωμένα άτομα. Δεν απαιτείται συνήθως
προσαρμογή της δόσης γι’ αυτόν τον πληθυσμό.
Νεογνά, βρέφη και παιδιά
Οι φαρμακοκινητικές παράμετροι της παρακεταμόλης που
παρατηρήθηκαν σε βρέφη και παιδιά είναι παρόμοιες με
εκείνες που παρατηρήθηκαν σε ενήλικες, εκτός από την
ημιπερίοδο ζωής πλάσματος, που είναι λίγο βραχύτερη
(περίπου 2 ώρες) από εκείνη των ενηλίκων. Στα νεογνά, η
ημιπερίοδος ζωής είναι μεγαλύτερη από εκείνη των βρεφών
(περίπου 3,5 ώρες).
Νεογνά, βρέφη και παιδιά ηλικίας έως 10 ετών απεκκρίνουν
σημαντικά λιγότερα γλυκουρονίδια και περισσότερα
συζευγμένα θειικά σε σχέση με τους ενήλικες. Η συνολική
απέκκριση της παρακεταμόλης και των μεταβολιτών της είναι
η ίδια για όλες τις ηλικίες.
Τα δισκία παρακεταμόλης Panadol Advance περιέχουν ένα
σύστημα αποσάθρωσης το οποίο επιταχύνει τη διαλυτοποίηση
του δισκίου σε σύγκριση με τα κοινά δισκία παρακεταμόλης.
Σπινθηρογραφικά στοιχεία στον άνθρωπο αποδεικνύουν ότι
τα δισκία παρακεταμόλης Panadol Advance γενικά αρχίζουν
να αποσαθρώνονται στο στομάχι εντός 5 λεπτών μετά τη
χορήγηση.
11
Επίσης υπάρχει μικρότερη μεταβλητότητα της πρώιμης
απορρόφησης της παρακεταμόλης από άτομο σε άτομο αλλά
και στο ίδιο το άτομο (p<0.0001) από τα δισκία
παρακεταμόλης Panadol Advance σε σύγκριση με τα κοινά
δισκία παρακεταμόλης.
Στοιχεία φαρμακοκινητικής στον άνθρωπο αποδεικνύουν ότι
με το Panadol Advance επιτυγχάνεται ταχύτερα η θεραπευτική
συγκέντρωση στο πλάσμα (4-7 μg/ml) κατά 37% τουλάχιστον,
σε σύγκριση με τα κοινά δισκία παρακεταμόλης (p<0.05).
Το συνολικό εύρος της απορρόφησης της παρακεταμόλης από
τα δισκία Panadol Advance είναι ισοδύναμο με εκείνο από τα
κοινά δισκία παρακεταμόλης.
5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια
Έχουν αξιολογηθεί οι επιδράσεις της παρακεταμόλης στη
δίαιτα αρουραίων και ποντικών σε 0, 600, 3.000 και 6.000
ppm επί 2 έτη. Δεν υπήρξε ένδειξη καρκινογόνου δράσης της
παρακεταμόλης σε αρσενικούς αρουραίους καθώς και σε
αρσενικούς και θηλυκούς ποντικούς. Διφορούμενες ενδείξεις
καρκινογόνου δράσης σημειώθηκαν σε θηλυκούς αρουραίους
λόγω αυξημένης επίπτωσης μονοπύρηνης κυτταρικής
λευχαιμίας.
Η συγκριτική ανασκόπηση της βιβλιογραφίας για τη
γονοτοξική και καρκινογόνο δράση της παρακεταμόλης έδειξε
ότι οι γονοτοξικές επιδράσεις της παρακεταμόλης
εμφανίζονται μόνο σε δοσολογίες άνω του συνιστώμενου
εύρους, με αποτέλεσμα σοβαρές τοξικές επιδράσεις,
συμπεριλαμβανομένων της έντονης τοξικότητας στο ήπαρ και
τον μυελό των οστών. Στις θεραπευτικές δόσεις της
παρακεταμόλης δεν υπερβαίνεται το όριο για την πρόκληση
γονοτοξικότητας. Οι μελέτες σε ζώα δεν υπέδειξαν δυναμικό
καρκινογένεσης σε μη ηπατοτοξικά επίπεδα δοσολογίας.
Έχουν παρατηρηθεί ογκογόνες επιδράσεις της παρακεταμόλης
σε παλαιότερες μελέτες, μόνον μετά από χορήγηση πολύ
υψηλών, κυτταροτοξικών δόσεων
6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
6.1 Κατάλογος εκδόχων
Πυρήνας του δισκίου: προζελατινοποιημένο άμυλο,
ανθρακικό ασβέστιο, αλγινικό οξύ, κροσποβιδόνη, ποβιδόνη
(K-25), στεατικό μαγνήσιο, άνυδρο κολλοειδές πυρίτιο,
παραϋδροξυβενζοϊκά [νατριούχα μεθυλπαραϋδροξυβενζοϊκά
12
(E219), νατριούχα αιθυλπαραϋδροξυβενζοϊκά (E215) και
νατριούχα προπυλπαραϋδροξυβενζοϊκά (E217)].
Επικάλυψη: Opadry λευκό (YS-1-7003), κερί καρναούβης,
ενέσιμο ύδωρ.
6.2 Ασυμβατότητες
Καμία γνωστή
6.3. Διάρκεια ζωής
36 μήνες
6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά την φύλαξη του
προϊόντος
Δεν απαιτούνται ειδικές συνθήκες φύλαξης
6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη
Χάρτινο κουτί περιέχον (PVC 250μm/ aluminium foil 30μm) blisters
6.6. Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος
χειρισμός
Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα
πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους
ισχύουσες σχετικές διατάξεις.
7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
GLAXOSMITHKLINE ΑEBE
Λ. ΚΗΦΙΣΙΑΣ 266
152 32 ΧΑΛΑΝΔΡΙ
8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
75737/02-11-2011
9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ
ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ
Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 02 Νοεμβρίου 2011
10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ
13
14