Rulid
roxithromycin
ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
Rulid, επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο, 300 mg.
2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
Kάθε δισκίο περιέχει 300 mg ροξιθρομυκίνη.
Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.
3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ
Επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο.
4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις
Λοιμώξεις από ευαίσθητους στη ροξιθρομυκίνη μικροοργανισμούς και κυρίως
σε:
Λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού: φαρυγγίτιδα/αμυγδαλίτιδα
οφειλόμενες σε Streptococcus
pyogenes. Οξεία παραρινοκολπίτιδα οφειλόμενη σε
Streptococcus
pneumoniae
.
Λοιμώξεις κατώτερου αναπνευστικού: αιτιολογική θεραπεία oξείας
βακτηριακής παρόξυνσης χρονίας βρογχίτιδας οφειλόμενη σε Haemophilus
influenzae, Moraxella
catarrhalis ή
Streptococcus pneumoniae
. Εμπειρική θεραπεία
σε ασθενείς με λοιμώξεις αναπνευστικού, στους οποίους υπάρχει υπόνοια
λοίμωξης από
Η.
influenzae, δεν συνιστάται.
Πνευμονία οφειλόμενη σε Mycoplasma
pneumoniae
,
Streptococcus
pneumoniae
,
Chlamydia
pneumoniae
.
Στη θεραπεία της πνευμονιοκοκκικής πνευμονίας τα μακρολίδια δεν
αποτελούν φάρμακα πρώτης επιλογής.
Λοιμώξεις του γεννητικού συστήματος, εκτός από τις γονοκοκκικές
λοιμώξεις.
Μη επιπεπλεγμένες λοιμώξεις δέρματος και μαλακών μορίων οφειλόμενες σε
Streptococcus
pyogenes ή Staphylococcus
aureus.
Tα αποστήματα απαιτούν συνήθως χειρουργική παροχέτευση.
Η in vitro ευαισθησία των βακτηριδίων στα αντιβιοτικά διαφέρει γεωγραφικά
και χρονικά. Η επικρατούσα στην περιοχή κατάσταση πρέπει να λαμβάνεται
υπόψη όταν γίνεται επιλογή αντιμικροβιακής θεραπείας.
4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης
Ενήλικες: Από το στόμα 1 δισκίο (300 mg) την ημέρα με κενό στόμαχο ή 15
λεπτά πριν από το γεύμα.
Τα δισκία ροξιθρομυκίνης λαμβάνονται με επαρκή ποσότητα νερού.
Δεν συνιστάται η χορήγηση των δισκίων ροξιθρομυκίνης σε παιδιά.
Δοσολογία ενηλίκων σε ειδικές καταστάσεις
Ηλικιωμένοι
Σε ηλικιωμένους ασθενείς, ο χρόνος ημίσειας ζωής παρατείνεται (βλ. 5.2
Φαρμακοκινητικές Ιδιότητες).
Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια
Η ροξιθρομυκίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε άτομα με ήπια
έως μέτρια ηπατική ανεπάρκεια.
Οι παράμετροι της ηπατικής λειτουργίας πρέπει να ελέγχονται τακτικά σε
ασθενείς με σημεία ηπατικής δυσλειτουργίας ή σε περίπτωση που έχει
εμφανιστεί ηπατική δυσλειτουργία σε προηγούμενη θεραπεία με
ροξιθρομυκίνη. Αν κατά τη χορήγηση ροξιθρομυκίνης οι παράμετροι αυτές
επιδεινωθούν θα πρέπει να εξετάζεται η διακοπή της θεραπείας.
Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια
Δεδομένου ότι η νεφρική απέκκριση είναι μικρή δεν απαιτείται τροποποίηση
της δοσολογίας, σε περιπτώσεις νεφρικής ανεπάρκειας.
Διάρκεια αγωγής
Η διάρκεια της αγωγής εξαρτάται από την ένδειξη για την οποία χορηγείται,
από το λοιμώδη παράγοντα και την κλινική εικόνα.
4.3 Αντενδείξεις
Το Rulid αντενδείκνυται στις ακόλουθες περιπτώσεις:
- Υπερευαισθησία στη ροξιθρομυκίνη ή στις μακρολίδες
- Συνδυασμός με αγγειοσυσπαστικά αλκαλοειδή της ερυσιβώδους ολύρας,
κυρίως εργοταμίνη και διϋδροεργοταμίνη (βλ. παράγραφο 4.5).
- Κύηση και γαλουχία (βλ. ιδιαίτερο κεφάλαιο).
- Τα δισκία των 300 mg αντενδείκνυνται σε ασθενείς με βαριάς μορφής
ηπατική ανεπάρκεια.
- Συγχορήγηση με φαρμακευτικά προϊόντα με στενό θεραπευτικό εύρος και τα
οποία είναι υποστρώματα του CYP3A4 ( π.χ. αστεμιζόλη, σισαπρίδη, πιμοζίδη
και τερφεναδίνη) (βλ. 4.4 και 4.5).
4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Προειδοποιήσεις
Σοβαρή αγγειοσύσπαση («εργοτισμός») με πιθανότητα νέκρωσης των άκρων
έχει αναφερθεί μετά από ταυτόχρονη χορήγηση μακρολιδίων με
αγγειοσυσπαστικά αλκαλοειδή της ερυσιβώδους ολύρας. Πρέπει πάντα να
αποκλείεται η λήψη αυτών των φαρμάκων πριν χορηγηθεί ροξιθρομυκίνη (βλ.
παράγραφο 4.4).
Σοβαρές πομφολυγώδεις αντιδράσεις
Περιπτώσεις σοβαρών πομφολυγώδων δερματικών αντιδράσεων, όπως
σύνδρομο Stevens-Johnson (SJS) ή τοξική επιδερμική νεκρόλυση (TEN) έχουν
αναφερθεί με ροξιθρομυκίνη (βλέπε παράγραφο 4.8). Αν παρουσιαστούν
2
συμπτώματα ή σημεία του SJS ή TEN (π.χ. εξελισσόμενο δερματικό εξάνθημα
συχνά με φλύκταινες ή βλάβες του βλεννογόνου), η θεραπεία με ροξιθρομυκίνη
θα πρέπει να διακόπτεται.
Προφυλάξεις
Σε σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια (π.χ. κίρρωση του ήπατος με ίκτερο και/ή
ασκίτη) η χρήση της ροξιθρομυκίνης δεν συνιστάται.
Η ροξιθρομυκίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με
ήπια-μέτρια ηπατική δυσλειτουργία.
Σε ηλικιωμένους ασθενείς, ο χρόνος ημίσειας ζωής παρατείνεται (βλ. 5.2
Φαρμακοκινητικές Ιδιότητες).
Η απέκκριση της ροξιθρομυκίνης και των μεταβολιτών της από τους
νεφρούς ανέρχεται σε 10% περίπου της από του στόματος χορηγούμενης δόσης.
Δεν απαιτείται τροποποίηση της δοσολογίας, σε περιπτώσεις νεφρικής
ανεπάρκειας.
Φαρμακευτικά προϊόντα που ενδέχεται να παρατείνουν το διάστημα QT.
Χρειάζεται προσοχή όταν η ροξιθρομυκίνη χορηγείται σε ασθενείς που
λαμβάνουν άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που ενδέχεται να παρατείνουν το
διάστημα QT. (βλ. παράγραφο 4.5). Αυτά περιλαμβάνουν αντιαρρυθμικούς
παράγοντες Τάξης Ια (π.χ. κινιδίνη, προκαϊναμίδη, δισοπυραμίδη) και Τάξης III
(π.χ. δοφετιλίδη, αμιοδαρόνη), σιταλοπράμη. τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά,
μεθαδόνη, κάποια αντιψυχωσικά (π.χ. φαινοθειαζίνες), φθοριοκινολόνες (π.χ.
μοξιφλοξασίνη), κάποια αντιμυκητιασικά (π.χ. φλουκοναζόλη, πενταμιδίνη),
και κάποια αντιϊικά φάρμακα (π.χ. τελαπρεβίρη).
Όπως είναι γνωστό ότι συμβαίνει με άλλα μακρολίδια, ενδέχεται να
επιδεινωθεί η μυασθένεια gravis από τη ροξιθρομυκίνη.
Παρακολούθηση της ηπατικής και νεφρικής λειτουργίας και των αναλύσεων
αίματος συνιστάται ειδικά κατά τη διάρκεια μακροχρόνιας θεραπείας (δηλαδή,
περισσότερο από 2 εβδομάδες) (παράγραφος 4.8)
Διάρροια που σχετίζεται με το Clostridium difficile: Η διάρροια, ιδιαίτερα εάν
είναι σοβαρή, εμμένουσα ή/και αιμορραγική, κατά τη διάρκεια ή μετά τη
θεραπεία με ροξιθρομυκίνη, μπορεί να είναι σύμπτωμα ψευδομεμβρανώδους
κολίτιδας. Εάν υπάρχει υποψία ψευδομεμβρανώδους κολίτιδας, πρέπει να
διακόπτεται αμέσως η χορήγηση της ροξιθρομυκίνης.
Ασθενείς με σπάνιες κληρονομικές διαταραχές δυσανεξίας της γαλακτόζης,
ανεπάρκειας Lapp λακτάσης ή δυσαπορρόφησης γλυκόζης-γαλακτόζης δεν θα
πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες
μορφές αλληλεπίδρασης
Συνδυασμοί που αντενδείκνυνται
Αγγειοσυσπαστικά αλκαλοειδή της ερισυβώδους ολύρας (βλ. Αντενδείξεις).
Η ροξιθρομυκίνη είναι ασθενής αναστολέας του CYP3A4
Αστεμιζόλη, σιζαπρίδη, πιμοζίδη:
Άλλα φάρμακα, όπως είναι η αστεμιζόλη, η σιζαπρίδη ή η πιμοζίδη, τα οποία
μεταβολίζονται στο ήπαρ από το ισοένζυμο CYP3A σχετίζονται με παράταση
του διαστήματος QT ή/και με αρρυθμίες της καρδιάς (τυπικά πολύμορφη
κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου, torsades de pointe) λόγω αύξησης των
επιπέδων τους στον ορό ως επακόλουθο της αλληλεπίδρασης με σημαντικούς
3
αναστολείς αυτού του ισοενζύμου, στα οποία περιλαμβάνονται ορισμένα
μακρολιδικά αντιμικροβιακά. Μολονότι η ροξιθρομυκίνη εμφανίζει
περιορισμένη ή και καθόλου ικανότητα να αλληλεπιδρά με το CYP3A και
επομένως να αναστέλλει το μεταβολισμό άλλων φαρμάκων που μετατρέπονται
από αυτό το ισοένζυμο, εντούτοις δεν μπορεί ούτε να εξακριβωθεί ούτε να
αποκλειστεί με βεβαιότητα η πιθανότητα κλινικής αλληλεπίδρασης μεταξύ της
ροξιθρομυκίνης και των προαναφερθέντων φαρμάκων. Γι’ αυτό δεν συνιστάται
η συγχορήγηση ροξιθρομυκίνης με αυτά τα φάρμακα.
• Τερφεναδίνη
Ορισμένα μακρολίδια παρουσιάζουν φαρμακοκινητική αλληλεπίδραση με την
τερφεναδίνη που οδηγεί σε αύξηση των συγκεντρώσεών της στον ορό. Αυτό
έχει ως αποτέλεσμα σοβαρή κοιλιακή αρρυθμία, τυπικά πολύμορφη κοιλιακή
ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου. Παρ’ όλο ότι τέτοια αντίδραση δεν έχει αναφερθεί
με τη ροξιθρομυκίνη και μελέτες σε περιορισμένο αριθμό υγιών εθελοντών δεν
έχουν δείξει καμιά φαρμακοκινητική αλληλεπίδραση ή σχετικές μεταβολές του
ηλεκτροκαρδιογραφήματος (ΗΚΓ), εντούτοις δεν συνιστάται η συγχορήγηση
ροξιθρομυκίνης με τερφεναδίνη.
Συνδυασμοί που δεν συνιστώνται
Φαρμακευτικά προϊόντα που ενδέχεται να παρατείνουν το διάστημα QT
Απαιτείται προσοχή όταν η ροξιθρομυκίνη χορηγείται σε ασθενείς που
λαμβάνουν άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που ενδέχεται να παρατείνουν το
διάστημα QT (βλ. παράγραφο 4.4).
Αυτά περιλαμβάνουν αντιαρρυθμικούς παράγοντες Τάξης Ια (π.χ. κινιδίνη,
προκαιναμίδη, δισοπυραμίδη) και Τάξης III (π.χ. δοφετιλίδη, αμιωδαρόνη),
σιταλοπράμη. τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, μεθαδόνη, κάποια αντιψυχωσικά
(π.χ. φαινοθειαζίνες), φθοριοκινολόνες (π.χ. μοξιφλοξασίνη), κάποια
αντιμυκητιασικά (π.χ. φλουκοναζόλη, πενταμιδίνη), και κάποια αντιϊικά
φάρμακα (π.χ. τελαπρεβίρη).
Βαρφαρίνη και άλλα αντιπηκτικά
Σε μελέτες με εθελοντές δεν παρατηρήθηκε αλληλεπίδραση με βαρφαρίνη.
Ωστόσο, αύξηση του χρόνου προθρομβίνης ή του Διεθνούς Δείκτη
Ομαλοποίησης (INR) οι οποίοι μπορούν να εξηγηθούν από λοιμώξεις, έχει
αναφερθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν ροξιθρομυκίνη και ανταγωνιστές της
βιταμίνης Κ. Θεωρείται φρόνιμη η πρακτική παρακολούθησης του ΙΝR κατά τη
συνδυασμένη αγωγή ροξιθρομυκίνης με ανταγωνιστές της βιταμίνης Κ.
Δισοπυραμίδη
Σε μια
in vitro
μελέτη έχει παρατηρηθεί ότι η ροξιθρομυκίνη μπορεί να
εκτοπίσει τη συνδεδεμένη με πρωτεΐνη δισοπυραμίδη. Αυτό το φαινόμενο in
vivo
έχει σαν αποτέλεσμα αύξηση των επιπέδων της ελεύθερης δισοπυραμίδης στον
ορό. Συνεπώς θα πρέπει να παρακολουθείται το ηλεκτροκαρδιογράφημα και,
εφόσον είναι δυνατό, τα επίπεδα της ελεύθερης δισοπυραμίδης στον ορό.
Προφυλάξεις κατά τη χρήση
Διγοξίνη και άλλες καρδιακές γλυκοσίδες
Μελέτη σε υγιείς εθελοντές έδειξε ότι η ροξιθρομυκίνη μπορεί να αυξήσει την
απορρόφηση της διγοξίνης. Πολύ σπάνια η δράση αυτή, συνήθης για τα άλλα
μακρολίδια, μπορεί να καταλήξει σε τοξικότητα από τις καρδιακές γλυκοσίδες.
4
Αυτό μπορεί να εκδηλωθεί με συμπτώματα όπως ναυτία, έμετο, διάρροια,
κεφαλαλγία ή ζάλη. Η τοξικότητα από καρδιακές γλυκοσίδες δυνατόν επίσης
να αποκαλύψει διαταραχές του καρδιακού ρυθμού ή/και της αγωγιμότητας.
Συνεπώς, θα πρέπει να παρακολουθούνται το ΗKΓάφημα και, αν είναι δυνατό,
οι συγκεντρώσεις των καρδιακών γλυκοσιδών στον ορό σε ασθενείς οι οποίοι
αντιμετωπίζονται θεραπευτικά με ροξιθρομυκίνη και διγοξίνη ή άλλες
καρδιακές γλυκοσίδες. Αυτό θεωρείται υποχρεωτικό στην περίπτωση που
παρουσιαστούν συμπτώματα τα οποία, υποδηλώνουν υπερδοσολογία από
καρδιακές γλυκοσίδες.
Η ροξιθρομυκίνη, όπως συμβαίνει με τα άλλα μακρολίδια, πρέπει να
χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν αντιαρρυθμικά της
τάξης ΙΑ και της τάξης ΙΙΙ.
Αναστολείς της
HMG
-
CoA
αναγωγάσης:
Όταν η ροξιθρομυκίνη συγχορηγείται με ένα αναστολέα της HMG-CoA
αναγωγάσης (στατίνη), δυνητικά υπάρχει κίνδυνος εμφάνισης ανεπιθύμητων
ενεργειών από τους μύες, όπως ραβδομυόλυση λόγω πιθανής αύξησης στην
έκθεση στατινών.
Απαιτείται προσοχή όταν παράλληλα με τη ροξιθρομυκίνη χορηγείται μια
στατίνη και οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία και
συμπτώματα μυοπάθειας.
Συνδυασμοί που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη
Συγχορήγηση ροξιθρομυκίνης (300 mg ημερησίως) και μιδαζολάμης (15 mg
από του στόματος) αύξησε την την επιφάνεια κάτω από την καμπύλη (AUC) της
μιδαζολάμης (ένα ευαίσθητο CYP3A4 υπόστρωμα) κατά 47%, το οποίο μπορεί
να ενισχύσει την δράση της μιδαζολάμης.
Έχει παρατηρηθεί μια μικρή αύξηση των συγκεντρώσεων της θεοφυλλίνης
στο πλάσμα, η οποία γενικά δεν απαιτεί αλλαγές στη συνήθη δοσολογία.
• Η ροξιθρομυκίνη μπορεί να αυξήσει την AUC και τις συγκεντρώσεις στο
πλάσμα της βρωμοκρυπτίνης, το οποίο μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση του
κινδύνου ανεπιθύμητων ενεργειών της ουσίας.
• Σε μία κλινική μελέτη για την εκτίμηση της δράσης της ροξιθρομυκίνης στην
έκθεση στην κυκλοσπορίνη, 8 λήπτες μοσχευμάτων που λάμβαναν
κυκλοσπορίνη για τουλάχιστον 1 μήνα, έλαβαν ροξιθρομυκίνη 150 mg δύο
φορές την ημέρα για 11 ημέρες. Η ροξιθρομυκίνη προκάλεσε 50% αύξηση στη
συγκέντρωση στο πλάσμα της κυκλοσπορίνης η οποία προοδευτικά μειώθηκε
με τη διακοπή της ροξιθρομυκίνης.
• Η ροξιθρομυκίνη μπορεί να αυξήσει τη συγκέντρωση στο πλάσμα της
ριφαμπουτίνης.
Άλλες
Δεν παρατηρήθηκε κλινικά σημαντική αλληλεπίδραση με καρβαμαζεπίνη,
ρανιτιδίνη, υδροξείδιο του μαγνησίου ή του αργιλίου. Υπάρχουν αρνητικές
μελέτες των κλινικών αλληλεπιδράσεων για την εκτίμηση της δράσης της
ροξιθρομυκίνης και των από του στόματος χορηγούμενων αντισυλληπτικών
που περιέχουν οιστρογόνα και προγεσταγόνα, αν και σε πολύ λίγα άτομα.
4.6 Κύηση και γαλουχία
Εγκυμοσύνη
5
Μελέτες σε πειραματόζωα δεν έδειξαν τερατογενετική ή εμβρυοτοξική δράση
σε δόσεις μέχρι και 200 mg/kg σωματικού βάρους την ημέρα ή αλλιώς 40 φορές
της θεραπευτικής δόσης για τους ανθρώπους. Η ασφάλεια για το έμβρυο από
τη ροξιθρομυκίνη δεν έχει εξακριβωθεί στην ανθρώπινη κύηση.
Θηλασμός
Μικρή ποσότητα ροξιθρομυκίνης απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα των
ανθρώπων. Γι’ αυτό ο θηλασμός ή η θεραπεία της μητέρας πρέπει να
διακόπτονται, όπως απαιτείται.
4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών
Απαιτείται προσοχή λόγω της πιθανότητας εμφάνισης ζάλης.
4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες
Κατηγορία
οργανικό
σύστημα
Πολύ
συχνές
(>1/10)
Συχνές
(1/100 έως
<1/10 )
Όχι συχνές
(1/1000 έως
<1/100 )
Μη γνωστές
(δεν μπορούν
να
εκτιμηθούν
από τα
διαθέσιμα
δεδομένα)
Λοιμώξεις και
παρασιτώσεις
Επιλοίμωξη (σε
παρατεταμένη
χρήση)
Κολίτιδα από
Clostridium difficile
(ψευδομεμβραν
ώδης κολίτιδα)
Διαταραχές
του
αιμοποιητικο
ύ και του
λεμφικού
συστήματος
Ηωσινοφιλία Ακοκκιοκυτταρ
αιμία
Ουδετεροπενία
μΘρο βοπενία
Διαταραχές
του
ανοσοποιητικ
ού
συστήματος
Αναφυλακτική
καταπληξία
Ψυχιατρικές
διαταραχές
Ψευδαίσθηση
Συγχυτική
κατάσταση
(σ )ύγχυση
Διαταραχές
του νευρικού
συστήματος
Ζάλη
Κεφαλαλγία
Παραισθησία
Δ υσγευσία
(διαταραχές της
γεύσης)
Αγευσία
μ Παροσ ία
6
(αλλοίωση
όσφρησης)
μΑνοσ ία
Διαταραχές
του
αναπνευστικο
ύ
συστήματος,
του θώρακα
και του
μεσοθωρακίο
υ
μΒρογχόσπασ ος
Διαταραχές
του
γαστρεντερικ
ού
Ναυτία
Έμετος
Δυσπεψία
(επιγαστραλγ
ία)
Διάρροια
Διάρροια
αιμορραγική
Παγκρεατίτιδα
Διαταραχές
του ήπατος
και των
χοληφόρων
Ηπατίτιδα
χολοστατική
( χολοστατική ή
ηπατοκυτταρική
οξεία
ηπατίτιδα)
Διαταραχές
του δέρματος
και του
υποδόριου
ιστού
μΕξάνθη α μΠολύ ορφο
μερύθη α
Κνίδωση
Α μγγειοοίδη α
Πορφύρα
Σύνδρομο
Stevens-Johnson
Τοξική
μ επιδερ ική
νεκρόλυση
Παρακλινικές
εξετάσεις
Ασπαρτική
αμινοτρανσφερ
άση αυξημένη
(ASAT)
Αμινοτρανσφερ
άση της
αλανίνης
αυξημένη
(ALAT)
Αλκαλική
φωσφατάση
μ αί ατος
μαυξη ένη
Καρδιακές
διαταραχές (1)
Παράταση του
διαστήματος QT
Κοιλιακή
ταχυκαρδία
Πολύμορφη
κοιλιακή
ταχυκαρδία
δίκην ριπιδίου
7
1. Όπως και με άλλα μακρολίδια, περιστατικά παράτασης του QT, κοιλιακής
ταχυκαρδίας και πολύμορφης κοιλιακής ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου
αναφέρθηκαν σπανίως με τη ροξιθρομυκίνη.
Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
: κώφωση παροδική, υποακοΐα,
ίλιγγος, εμβοές.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση
άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει
τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού
προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν
οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού
συστήματος αναφοράς:
Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων
Μεσογείων 284
GR-15562 Χολαργός, Αθήνα
Τηλ: + 30 21 32040380/337
Φαξ: + 30 21 06549585
Ιστότοπος: http://www.eof.gr
4.9 Υπερδοσολογία
Σε περίπτωση υπερδοσολογίας συνιστάται πλύση στομάχου και συμπτωματική
αγωγή. Δεν υπάρχει ειδικό αντίδοτο.
5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Μακρολίδια, κωδικός ATC: J01FA06
Η ροξιθρομυκίνη είναι μια ημι-συνθετική, αντιμικροβιακή ουσία που ανήκει
στην κατηγορία των μακρολιδίων.
5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Αντιμικροβιακή δράση:
Το φυσικό αντιμικροβιακό φάσμα της
ροξιθρομυκίνης είναι το ακόλουθο:
α) Στελέχη συνήθως ευαίσθητα
- Streptococcus
group
A (Streptococcus
pyogenes)
- Streptococcus group C
- Streptococcus group G
- Streptococcus mitis, sanguis, viridans
- Streptococcus agalactiae
- Streptococcus pneumoniae
- Neisseria meningitidis
- Neisseria gonorrhoeae
- Bordetella pertussis
- Moraxella catarrhalis
- Corynebacterium diphtheriae
- Listeria monocytogenes
- Clostridium
8
- Mycoplasma pneumoniae
- Pasteurella multocida
- Chlamydia trachomatis, psittaci και pneumoniae
- Ureaplasma urealyticum
- Legionella pneumophila
- Helicobacter pylori
- Gardnerella vaginalis
β) Στελέχη με μεταβλητή ευαισθησία
-
Η
aemophilus
influenzae (συνήθως ανθεκτικός)
- Bacteroides
fragilis
- Vibrio
cholerae
- Staphylococcus
aureus
,
Staphylococcus
coagulase
negative (μη ανθεκτικοί στη
μεθικιλλίνη)
- Staphylococcus
epidermidis
γ) Ανθεκτικά στελέχη:
- Enterobacteriaceae
- Pseudomonas
spp
- Acinetobacter
spp
5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Απορρόφηση
H ροξιθρομυκίνη απορροφάται γρήγορα. Το αντιβιοτικό βρίσκεται στον ορό ήδη
15 λεπτά μετά τη λήψη. Η μέγιστη στάθμη στον ορό επιτυγχάνεται 2,2 ώρες
μετά την από του στόματος χορήγηση 150 mg επί κενού στομάχου.
Η ροξιθρομυκίνη όταν χορηγείται με κενό στόμαχο υπό μορφή δισκίου 300 mg
από το στόμα απορροφάται γρήγορα. Η ροξιθρομυκίνη είναι περισσότερο
σταθερή σε όξινο περιβάλλον από τις άλλες μακρολίδες: βρίσκεται στον ορό
ήδη 15 λεπτά μετά τη λήψη.
Σε υγιή άτομα η μέγιστη στάθμη στον ορό επιτυγχάνεται σε 1,5 ώρα
max
) μετά
την από του στόματος χορήγηση 300 mg.
H απορρόφηση ελαττώνεται με τη λήψη τροφής γι’ αυτό συνιστάται τα δισκία
να λαμβάνονται πριν τα γεύματα.
Κατανομή
Εφάπαξ δόση:
Μετά την από του στόματος χορηγούμενη εφάπαξ δόση 1
δισκίου 150 mg σε υγιή άτομα, οι φαρμακοκινητικές παράμετροι έχουν ως
ακολούθως:
- μέση μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα: 6,6 mg/l
- μέση συγκέντρωση (12 ώρες μετά την από του στόματος χορήγηση): 1,8 mg/l
- μέσος χρόνος ημίσειας ζωής: 10,5 ώρες.
Μετά την από του στόματος εφάπαξ χορηγούμενη δόση 1 δισκίου 300 mg σε
υγιή άτομα, η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (C
max
) της ροξιθρομυκίνης
είναι κατά μέσον όρο 9,7 mg/l. H τιμή αυτή επιτυγχάνεται σε 1,5 ώρα περίπου
(T
max
). Σε 12 ώρες η υπολειπόμενη συγκέντρωση είναι 2,9 mg/l και σε 24 ώρες
1,2 mg/l.
E
παναλαμβανόμενες δόσεις:
Μετά από χορήγηση επαναλαμβανόμενων δόσεων
σε υγιή άτομα (150 mg κάθε 12 ώρες για 10 ημέρες), η σταθερή κατάσταση στο
9
πλάσμα επιτυγχάνεται μεταξύ της 2ης και της 4ης ημέρας. Οι συγκεντρώσεις
σε σταθερή κατάσταση έχουν ως ακολούθως:
- μέγιστη συγκέντρωση: 9,3 mg/l
- ελάχιστη συγκέντρωση: 3,6 mg/l
Mετά τη χορήγηση 300 mg κάθε 24 ώρες για 11 ημέρες η μέγιστη συγκέντρωση
στο πλάσμα (C
max
) της ροξιθρομυκίνης είναι 10,9 mg/l.
Κατά τη σταθερή κατάσταση, η υπολειπόμενη συγκέντρωση (24 ώρες) είναι 1,7
mg/l.
O χρόνος ημίσειας ζωής στους ενήλικες είναι 11,2 4,4 ώρες.
Η διείσδυση στους διάφορους ιστούς και τα υγρά του σώματος είναι καλή,
ιδιαίτερα στον πνεύμονα, στις αμυγδαλές και στον προστάτη, 6 και 12 ώρες
μετά την επαναλαμβανόμενη χορήγηση ροξιθρομυκίνης.
Σύνδεση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος
: 96%. Η ροξιθρομυκίνη συνδέεται
κυρίως με την α-1 όξινη γλυκοπρωτεΐνη. Η σύνδεση αυτή παρουσιάζει κορεσμό
και το ποσοστό μειώνεται όταν η συγκέντρωση της ροξιθρομυκίνης υπερβαίνει
τα 4 mg/l.
Mικρές ποσότητες ροξιθρομυκίνης έχουν ανιχνευθεί στο γάλα, μικρότερες από
το 0,05% της χορηγηθείσας δόσης.
Βιομετασχηματισμός
Η ροξιθρομυκίνη μεταβολίζεται μόνο μερικά, δεδομένου ότι περισσότερο από
το 50% της μητρικής ουσίας απεκκρίνεται αναλλοίωτο.
Έχουν ανιχνευθεί 3 μεταβολίτες στα ούρα και στα κόπρανα: η descladinose
roxithromycin είναι ο κύριος μεταβολίτης και οι N-mono και Ν-didemethyl
roxithromycin, δύο μικρότερης σημασίας.
Η αναλογία με την οποία αποβάλλονται η ροξιθρομυκίνη και οι 3 μεταβολίτες
στα ούρα και στα κόπρανα είναι ίδια.
Απέκκριση
Η απέκκριση της ροξιθρομυκίνης γίνεται κυρίως από τα κόπρανα. 72 ώρες
μετά την από του στόματος χορήγηση επισημασμένης με άνθρακα
ροξιθρομυκίνης (
14
C), 12% της ραδιενέργειας αποβάλλεται από τα ούρα, ενώ το
υπόλοιπο από τα κόπρανα.
Φαρμακοκινητική σε ειδικές ομάδες ατόμων
Ηλικιωμένοι:
Μετά τη χορήγηση 1 δισκίου 300 mg, η μέγιστη συγκέντρωση
της ροξιθρομυκίνης στο πλάσμα (C
max
) είναι κατά μέσο όρο 17,8 mg/l και
επιτυγχάνεται σε 1,5 ώρα περίπου.
Η υπολειπόμενη συγκέντρωση σε 24 ώρες είναι 5,2 mg/l.
Στους ηλικιωμένους ο χρόνος ημίσειας ζωής είναι κατά μέσο όρο διπλάσιος.
Η απόκλιση από τη γραμμική κινητική είναι περισσότερο έντονη σε
ηλικιωμένα άτομα, όπου παρατηρείται η αύξηση της συγκέντρωσης στο
πλάσμα μετά από επαναλαμβανόμενες χορηγήσεις να είναι μικρότερη από την
αναμενόμενη. Αυτό πιθανότατα οφείλεται σε κορεσμό της σύνδεσης της
ροξιθρομυκίνης στις πρωτεΐνες του πλάσματος.
Νεφρική ανεπάρκεια:
Μετά τη χορήγηση 1 δισκίου 300 mg, η μέγιστη
συγκέντρωση της ροξιθρομυκίνης στο πλάσμα (C
max
) είναι 10,2 mg/l και
επιτυγχάνεται σε 2,2 ώρες. Η υπολειπόμενη συγκέντρωση σε 24 ώρες είναι 3,4
mg/l.
O χρόνος ημίσειας ζωής είναι 16 ώρες.
10
Ασθενείς με σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια:
Μετά την από του στόματος
χορήγηση ενός δισκίου 150 mg, ο χρόνος ημίσειας ζωής αυξάνεται σε 25 ώρες.
5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια
Η ροξιθρομυκίνη, όπως και η ερυθρομυκίνη, έχει δείξει in
vitro
να προκαλεί μια
εξαρτώμενη από τη συγκέντρωση παράταση του QRS. Τέτοιες επιδράσεις δεν
παρατηρήθηκαν σε ανθρώπους αλλά θεωρούνται σαν πιθανές στην κλινική
πράξη.
Οξεία τοξικότητα
Η ροξιθρομυκίνη εμφανίζει μικρή τοξικότητα μετά από οξεία χορήγηση (LD50
με περίπου 750 mg/kg από του στόματος σε ποντικούς, 1000-1700 mg/kg από του
στόματος σε αρουραίους και > 2000 mg/kg από του στόματος σε σκύλους).
Χρόνια τοξικότητα
Μετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση τα βασικά όργανα-στόχοι ήταν το
ήπαρ και το πάγκρεας.
Η δράση στο ήπαρ ήταν πιο έκδηλη στο σκύλο απ’ ό,τι στον αρουραίο, σε
δόσεις που κυμαίνονταν από 180 mg/kg/ημερησίως για 1 μήνα έως 100
mg/kgμέρα για 6 μήνες σε σύγκριση με 400 και 125 mg/kgμέρα, αντίστοιχα
στις αυτές μελέτες στον αρουραίο: τα αποτελέσματα που εμφανίστηκαν με
αυτές τις δόσεις ήταν επίσης πιο έκδηλα στο σκύλο απ’ ό,τι στον αρουραίο.
Η δράση στο πάγκρεας εντοπίστηκε στην ενδοκρινή μοίρα στον αρουραίο αλλά
πιο έντονα στην εξωκρινή μοίρα στο σκύλο: τα φαινόμενα αυτά έγιναν
αντιληπτά μετά από χορήγηση υψηλών δόσεων ή για μακρό χρονικό διάστημα.
Στον αρουραίο παρατηρήθηκε ακόμη κάποια επίδραση στα δόντια.
Τερατογόνος δράση
Τα πρωτότυπα τοξικολογικά στοιχεία έδειξαν επίσης ότι η ροξιθρομυκίνη δεν
εμφάνισε ούτε τερατογόνο δράση στον ποντικό, στον αρουραίο ή στο κουνέλι
ούτε εκδηλώθηκε μεταλλαξιογόνος δράση.
6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
6.1 Κατάλογος εκδόχων
Υδροξυπροπυλοκυτταρίνη
Πολυοξυαιθυλενο-πολυπροπυλενογλυκόλη
Πολυβιδόνη
Πυριτίου διοξείδιο κολλοειδές
Μαγνήσιο στεατικό
Τάλκη
Άμυλο αραβοσίτου
E
πικάλυψη
Υπρομελλόζη
Γλυκόζη άνυδρη
Τιτανίου διοξείδιο CI 77891 (E 171)
Προπυλενογλυκόλη
11
6.2 Aσυμβατότητες
Δεν εφαρμόζεται.
6.3 Διάρκεια ζωής
3 χρόνια
6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος
Φυλάσσετε σε θερμοκρασία 25°C.
6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη
Κουτί με 5 δισκία και το φύλλο οδηγιών χρήσης.
Κουτί με 8 δισκία (BLIST 1 x 8) και το φύλλο οδηγιών χρήσης.
Κουτί με 10 δισκία και το φύλλο οδηγιών χρήσης.
Κουτί με 20 δισκία και το φύλλο οδηγιών χρήσης.
Κουτί με 30 δισκία και το φύλλο οδηγιών χρήσης.
Κουτί με 60 δισκία και το φύλλο οδηγιών χρήσης.
6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης
Καμιά ειδική υποχρέωση.
7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
sanofi-aventis AEBE
Λεωφ. Συγγρού 348 – Κτήριο Α΄
176 74 Καλλιθέα
8. ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
1149/93/26-09-1994
9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ
Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 26/09/1994
Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: 29/09/2009
10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ
12