ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
Magnevist®
(Gadopentetic acid, dimeglumine salt)
1. ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΙΟΝΤΟΣ
Magnevist®
2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
1 ml υδατικού διαλύματος περιέχει 469 mg gadopentetic acid, dimeglumine salt (αντιστοιχεί σε
0,5 mmol gadopentetic acid, dimeglumine salt).
Για τα έκδοχα βλέπε παράγραφο 6.1.
3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ
Ενέσιμο διάλυμα
4. ΚΛΙΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις
Μαγνητική τομογραφία (MRI) εγκεφάλου, νωτιαίου μυελού
Ιδιαίτερα για την αναζήτηση όγκων, όπως και για περαιτέρω διαφορική διάγνωση σε υποψία
μηνιγγιώματος, (ακουστικού) νευρινώματος, διηθητικώς αναπτυσσόμενων όγκων (π.χ. γλοίωμα) και
μεταστάσεων, για να αποδειχτεί η ύπαρξη μικρότερων και/ή όμοιας προς το εγκεφαλικό παρέγχυμα
εντάσεως σκιαγραφήσεως όγκων, σε υποψία υποτροπής μετεγχειρητικά ή κατόπιν ακτινοθεραπείας,
για τη διαφοροποιημένη απεικόνιση σπάνιων νεοπλασιών, όπως αιμαγγειοβλαστώματα,
επενδυμώματα και μικρά αδενώματα της υπόφυσης, για τη βελτίωση καθορισμού της επέκτασης
όγκων μη εγκεφαλικής προέλευσης.
Επιπλέον, σε MRI νωτιαίου μυελού: για το διαχωρισμό ενδο- και εξωμυελικών όγκων, για να
αποδειχτεί η ύπαρξη συμπαγών όγκων στα υπάρχοντα συρίγγια, για τον καθορισμό της ενδομυελικής
επέκτασης.
Ολόσωμη μαγνητική τομογραφία (MRI)
συμπεριλαμβανομένου του σπλαγχνικού κρανίου, της περιοχής του αυχένα, της θωρακικής και της
κοιλιακής χώρας, του γυναικείου μαστού, της λεκάνης, καθώς και του πυραμιδικού και του
νευροφυτικού ΚΝΣ και απεικόνιση αγγείων σε όλο το σώμα.
Συγκεκριμένα: το Magnevist® παρέχει διαγνωστικές πληροφορίες:
για να αποδειχτεί ή να αποκλειστεί η ύπαρξη όγκων, φλεγμονών και αγγειακών αλλοιώσεων,
για τον καθορισμό της επέκτασης και οριοθέτησης των αλλοιώσεων αυτών,
για τη διαφοροποίηση της εσωτερικής δομής των αλλοιώσεων,
για την εκτίμηση της κατάστασης αιμάτωσης των φυσιολογικών και παθολογικών ιστών,
για τη διάκριση μεταξύ όγκων και ουλώδους ιστού μετά από θεραπεία,
για την αναγνώριση επανεμφάνισης προπτώσεως μετά από εγχείριση κήλης του μεσοσπονδυλίου
δίσκου,
για τον ημιποσοστικό προσδιορισμό της νεφρικής λειτουργίας συνδυασμένης με ανάδειξη
ανατομικών αλλοιώσεων του οργάνου.
4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης
4.2.1 Γενικές πληροφορίες
Πρέπει να τηρούνται τα συνηθισμένα μέτρα ασφαλείας για την τομογραφία μαγνητικού συντονισμού,
π.χ. ο αποκλεισμός υπάρξεως βηματοδοτών και σιδηρομαγνητικών εμφυτευμάτων.
Η χρήση του Magnevist® συνιστάται μεταξύ 0,14 Τesla και 1,5 Τesla, ανεξάρτητα από την ισχύ του
μαγνητικού πεδίου.
Το Magnevist® χορηγείται μόνο με ενδοφλέβια ένεση σύμφωνα με τις οδηγίες που δίνονται στην
παράγραφο 6.6 («Οδηγίες χρήσης/ χειρισμού»). Αμέσως μετά μπορεί να αρχίσει η εκτέλεση
σκιαγραφικώς ενισχυμένης μαγνητικής τομογραφίας.
Διατροφικές συμβουλές
Η ναυτία και ο έμετος αποτελούν γνωστές πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες όλων των σκιαγραφικών
μέσων της μαγνητικής τομογραφίας. Για αυτό το λόγο, ο ασθενής πρέπει να παραμείνει νηστικός
2 ώρες πριν από την εξέταση, ώστε να μειωθεί ο κίνδυνος εισρόφησης.
Ανησυχία
Έντονες καταστάσεις διέγερσης, ανησυχίας και πόνου μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο ανεπιθύμητων
ενεργειών ή να ενισχύσουν τις αντιδράσεις που σχετίζονται με τα σκιαγραφικά μέσα. Σε αυτούς τους
ασθενείς μπορεί να χορηγηθεί ένα ηρεμιστικό.
4.2.2 Δοσολογία
Η ενδοαγγειακή χορήγηση σκιαγραφικών μέσων γίνεται κατά προτίμηση με τον ασθενή
κατακεκλιμμένο. Ο ασθενής πρέπει να παρακολουθείται για τουλάχιστον μισή ώρα μετά το τέλος της
χορήγησης, διότι η πλειονότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών εμφανίζεται μέσα σε αυτό το χρονικό
διάστημα.
Οι διαδοχικές απεικονίσεις Τ
1
ενδείκνυνται ιδιαίτερα για σκιαγραφικά ενισχυμένες εξετάσεις.
MRI εγκεφάλου και νωτιαίου μυελού
Ενήλικες, έφηβοι και παιδιά (άνω των 2 ετών)
Γενικά η χορήγηση 0,2 ml Magnevist®/kg σωματικού βάρους είναι αρκετή για καλή σκιαγράφηση
και απάντηση στα κλινικά ερωτήματα.
Εάν εξακολουθεί να υπάρχει σοβαρή κλινική υπόνοια κάποιας αλλοίωσης, μολονότι η MRI είναι
αρνητική, τότε η διαγνωστική απόδοση της εξέτασης μπορεί να αυξηθεί με επαναχορήγηση της ίδιας
δόσης ή ακόμη και 0,4 ml Magnevist®/kg σωματικού βάρους, μετά από 30 λεπτά και επανάληψη της
MRI.
Ολόσωμη MRI
Γενικά η χορήγηση 0,2 ml Magnevist®/kg σωματικού βάρους είναι αρκετή για καλή σκιαγράφηση
και απάντηση στα κλινικά ερωτήματα.
Σε ειδικές περιπτώσεις, π.χ. σε αλλοιώσεις με μειωμένη αγγείωση και/ή με μικρό εξωκυττάριο χώρο,
μπορεί να είναι απαραίτητα 0,4 ml Magnevist®/kg σωματικού βάρους για ικανοποιητική
σκιαγράφηση, ιδιαίτερα κατά τη χρήση σε σχετικά αδύναμες διαδοχικές απεικονίσεις Τ
1
.
4.3 Αντενδείξεις
Υπερευαισθησία σε οποιοδήποτε από τα συστατικά.
Η χρήση του Magnevist® αντενδείκνυται σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (GFR
<30 ml/min/1.73 m
2
).
4.4 Ιδιαίτερες προειδοποιήσεις και ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη χρήση
Το Magnevist® δεν ενδείκνυται για ενδορραχιαία χρήση.
Η ενδοφλέβια χορήγηση του Magnevist® στον άνθρωπο, μπορεί να οδηγήσει σε ασθενή
2
ενδοαγγειακή αιμόλυση, η οποία είναι αναστρέψιμη και μπορεί να εξηγήσει τη μικρή αύξηση της
χολερυθρίνης και του σιδήρου στον ορό, οι οποίες παρατηρούνται περιπτωσιακά κατά τις πρώτες
ώρες μετά την έγχυση.
Υπερευαισθησία
Μετά τη χορήγηση σκιαγραφικών μέσων μαγνητικής τομογραφίας, όπως το Magnevist®, έχουν
παρατηρηθεί αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις υπερευαισθησίας (βλέπε παράγραφο 4.8 «Ανεπιθύμητες
ενέργειες»). Είναι δυνατόν να εμφανιστούν σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως αλλεργικό σοκ. Οι
περισσότερες από αυτές τις αντιδράσεις εμφανίζονται μέσα σε μισή ώρα από τη στιγμή της
χορήγησης των σκιαγραφικών μέσων. Ωστόσο, όπως συμβαίνει και με τα άλλα σκιαγραφικά μέσα,
μπορεί να εμφανιστούν και καθυστερημένες αντιδράσεις (μετά από ώρες ή και ημέρες).
Οι ασθενείς που έχουν τάση για αλλεργικές αντιδράσεις ή έχουν εμφανίσει αντίδραση σε
προηγούμενη χορήγηση σκιαγραφικού μέσου μαγνητικής τομογραφίας διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο
σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών.
Πριν από τη χορήγηση οποιουδήποτε σκιαγραφικού μέσου πρέπει να ερωτάται ο ασθενής και να
λαμβάνεται ιστορικό αλλεργίας (αλλεργία στα θαλασσινά, πυρετός εκ χόρτου, κνίδωση) ευαισθησίας
στα σκιαγραφικά μέσα και βρογχικού άσθματος, καθώς η αναφερόμενη συχνότητα των ανεπιθύμητων
ενεργειών είναι μεγαλύτερη σε ασθενείς με αυτές τις καταστάσεις και θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η
προληπτική φαρμακευτική αγωγή με αντιισταμινικά και/ή γλυκοκορτικοειδή.
Οι ασθενείς με βρογχικό άσθμα διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο να εκδηλώσουν βρογχόσπασμο ή
αντίδραση υπερευαισθησίας.
Όπως είναι γνωστό από τη χρήση σκιαγραφικών μέσων, οι αντιδράσεις υπερευαισθησίας μπορεί να
επιδεινωθούν σε ασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς των β-υποδοχέων, ιδιαίτερα σε παρουσία
βρογχικού άσθματος. Επιπλέον, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι οι ασθενείς που λαμβάνουν
αναστολείς των β-υποδοχέων μπορεί να είναι ανθεκτικοί στην καθιερωμένη θεραπεία των
αντιδράσεων υπερευαισθησίας με αγωνιστές των β-υποδοχέων.
Εάν εμφανιστούν αντιδράσεις υπερευαισθησίας (βλέπε παράγραφο 4.8 «Ανεπιθύμητες ενέργειες»), η
χορήγηση του σκιαγραφικού μέσου πρέπει να διακοπεί αμέσως και εφόσον είναι απαραίτητο να
χορηγηθεί ειδική θεραπευτική αγωγή ενδοφλεβίως. Συνιστάται, συνεπώς, η χρήση φλεβοκαθετήρα για
την ενδοφλέβια χορήγηση σκιαγραφικού μέσου. Για να είναι δυνατή η άμεση αντίδραση σε επείγουσα
κατάσταση θα πρέπει να υπάρχουν φάρμακα και εξοπλισμός (π.χ. τραχειοσωλήνας και
αναπνευστήρας) σε εύκολα προσβάσιμη θέση.
Βαριά διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας
Σε βαριά διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας, το όφελος πρέπει να σταθμίζεται προσεκτικά έναντι
των κινδύνων, επειδή επιβραδύνεται η απέκκριση του σκιαγραφικού μέσου. Ωστόσο, σε ιδιαίτερα
βαριές καταστάσεις συνιστάται να απομακρύνεται το Magnevist® από το σώμα με αιμοκάθαρση.
Καρδιαγγειακή νόσος
Οι αντιδράσεις από το κυκλοφορικό σύστημα μπορεί να είναι σοβαρές όταν υφίσταται σοβαρή
καρδιαγγειακή νόσος (π.χ. σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια και στεφανιαία νόσος).
Παθήσεις του ΚΝΣ
Οι ενδοκρανιακοί όγκοι και το ιστορικό επιληψίας μπορεί να αυξήσουν τη συχνότητα επιληπτικών
κρίσεων με σπασμούς μετά τη χορήγηση σκιαγραφικών μέσων.
Για τους ασθενείς που έχουν προδιάθεση για επιληπτικές κρίσεις πρέπει να λαμβάνονται προληπτικά
μέτρα, π.χ. στενή παρακολούθηση, εύκολα προσβάσιμα φάρμακα και εξοπλισμός για την
αντιμετώπιση των σπασμών.
Επηρεασμένη νεφρική λειτουργία
Έχουν υπάρξει αναφορές νεφρογενούς συστηματικής ίνωσης (NSF) που σχετίζεται με τη χρήση του
Magnevist® και μερικών άλλων μέσων σκιαγραφικής αντίθεσης που περιέχουν γαδολίνιο σε ασθενείς
με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (GFR <30 ml/min/1.73 m
2
). Για το λόγο αυτό, το Magnevist® δεν
3
θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε αυτούς τους ασθενείς (βλ. παράγραφο 4.3 για Αντενδείξεις).
Ο κίνδυνος ανάπτυξης NSF σε ασθενείς με μέτρια νεφρική δυσλειτουργία δεν είναι γνωστός, συνεπώς
το Magnevist® θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με μέτρια νεφρική
δυσλειτουργία (GFR 30-59 ml/min/1.73 m
2
).
Όλοι οι ασθενείς θα πρέπει να ελέγχονται για νεφρική δυσλειτουργία, ειδικότερα οι ασθενείς ηλικίας
άνω των 65 ετών, με τη λήψη ιστορικού και/ή εργαστηριακών εξετάσεων.
Η αιμοδιύλιση σε σύντομο χρονικό διάστημα μετά τη λήψη του Magnevist® σε ασθενείς που ήδη
υποβάλλονται σε αιμοδιύλιση, μπορεί να είναι χρήσιμη για την απομάκρυνση του Magnevist® από το
σώμα. Δεν υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία που να υποστηρίζουν την έναρξη αιμοδιύλισης για την
αποφυγή ή τη θεραπευτική αντιμετώπιση της Συστηματικής Νεφρογενούς Ίνωσης σε ασθενείς που
δεν υποβάλλονται ήδη σε αιμοδιύλιση.
Νεογνά και βρέφη
Σε νεογνά και βρέφη ηλικίας έως 1 έτους, το Magnevist® θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο έπειτα
από προσεκτική εξέταση, λόγω της μη ώριμης νεφρικής τους λειτουργίας.
4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης
Δεν είναι γνωστές αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα.
Επίδραση στις εργαστηριακές δοκιμασίες
Ο προσδιορισμός του σιδήρου του ορού με μεθόδους μέτρησης σύμπλοκων ενώσεων, (π.χ.
bathrophenanthroline) μπορεί να εμφανίσει χαμηλές τιμές μέχρι 24 ώρες μετά την εξέταση με
Magnevist®, λόγω του ελεύθερου DTPA που περιέχεται στο διάλυμα του σκιαγραφικού μέσου.
4.6 Κύηση και γαλουχία
Κύηση
Δεν έχει μέχρι τώρα αποδειχτεί η ασφάλεια χορήγησης του Magnevist® κατά τη διάρκεια της κύησης.
Επομένως πρέπει η ένδειξη της εξέτασης να ελέγχεται με αυστηρά κριτήρια.
Εν τούτοις, τοξικολογικές μελέτες για την αναπαραγωγικότητα δεν έδωσαν στοιχεία τερατογόνου ή
άλλης εμβρυοτοξικής δυνητικότητας, μετά από τη χορήγηση του Magnevist® κατά τη διάρκεια της
κύησης.
Γαλουχία
Το Magnevist® απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα σε πολύ μικρή ποσότητα. Στοιχεία από πρόσφατη
κλινική μελέτη δείχνουν ότι μέγιστη ποσότητα 0,04 % της χορηγούμενης δόσης απεκκρίνεται στο
μητρικό γάλα. Από τη μέχρι τώρα εμπειρία δεν υπάρχει πιθανότητα κινδύνου για το βρέφος.
4.7 Eπίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων
Δεν είναι γνωστές τέτοιου είδους επιδράσεις.
4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με τη χρήση του Magnevist® είναι συνήθως ήπιας έως
μέτριας βαρύτητας και παροδικές. Ωστόσο, έχουν αναφερθεί και απειλητικές για τη ζωή αντιδράσεις,
καθώς και θάνατοι. Οι πιο συχνά αναφερόμενες αντιδράσεις είναι ναυτία, έμετος, κεφαλαλγία, ζάλη,
αίσθημα πόνου και ένα γενικό αίσθημα θερμότητας στο σημείο της ένεσης.
Οι επιβραδυνόμενου τύπου αντιδράσεις των σκιαγραφικών μέσων είναι σπάνιες (βλ. και
4.4 «Ιδιαίτερες προειδοποιήσεις και ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη χρήση».)
Συχνότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών από προεγκριτικά στοιχεία (κλινικών μελετών):
Με βάση την εμπειρία σε περισσότερους από 2000 ασθενείς (συμπεριλαμβανομένων 35 υγιών
εθελοντών) οι οποίοι έλαβαν μέρος σε προεγκριτικές μελέτες, παρατηρήθηκαν οι ακόλουθες
4
ανεπιθύμητες ενέργειες και κατατάχθηκαν από τους ερευνητές ως σχετιζόμενες (πιθανώς, προφανώς,
σαφώς σχετιζόμενες).
Ο ακόλουθος πίνακας αναφέρει τις ανεπιθύμητες ενέργειες ανά οργανικό σύστημα και συχνότητα:
Οργανικό σύστημα Συχνές
(≥ 1/100)
Ασυνήθεις
(≥ 1/1000, < 1/100)
Σπάνιες
(< 1/1000)
Νευρικό Κεφαλαλγία
(n= 32)
Ζάλη (n= 9),
παραισθησία (n= 6)
Διέγερση (n= 1), ημικρανία
(n= 1), σπασμός (n= 2),
ίλιγγος (n= 1)
Οφθαλμοί Επιπεφυκίτιδα (n= 1)
Ώτα Ωταλγία (n= 1)
Καρδιακό Στηθάγχη (n= 1)
Αγγειακό Αγγειοδιαστολή
(n= 5)
Υπόταση (n= 1), υπέρταση
(n= 1), φλεβίτιδα (n= 1),
έξαψη στο πρόσωπο (n= 1)
Αναπνευστικό Ρινόρροια (n= 1), δύσπνοια
(n= 1), ερεθισμός του
λαιμού (n= 2)
Γαστρεντερικό Εμετος (n= 9),
διαταραχή της
γεύσης (n= 3),
ναυτία (n= 18)
Στομαχόπονος (n= 1)
ξηροστομία (n= 2), δίψα
(n= 1), γαστρεντερική
δυσχέρεια (n= 2)
Δέρμα και υποδόριος
ιστός
Κνίδωση (n=
1),
εντοπισμένο
οίδημα (n= 1),
εφίδρωση (n=
2)
Εξάνθημα (n= 3)
Γενικές διαταραχές
και καταστάσεις στο
σημείο της ένεσης
Αίσθημα
ψύχους στο
σημείο της
ένεσης (n=
23)
Καύσος
(εντοπισμένος) (n=
4), θερμότητα
(εντοπισμένη) (n= 5),
θερμότητα στο
σημείο της ένεσης
(n= 3), καύσος στο
σημείο της ένεσης
(n= 3), άλγος στο
βραχίονα που γίνεται
η ένεση (n= 6)
Θωρακικό άλγος (n= 1),
αδυναμία (n= 1), πυρετός
(n= 2), ψυχρότητα (n= 1),
ωχρότητα (n= 2), κόπωση
(n= 1), άλγος (εντοπισμένο)
(n= 1), αίσθημα θερμότητας
(n= 1), αντίδραση στο
σημείο της ένεσης (n= 2)
Συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών από αυθόρμητες αναφορές και δεδομένα κλινικών μελετών:
Οργανικό σύστημα Συχνές
(≥ 1/100)
Ασυνήθεις
(≥ 1/1000, < 1/100)
Σπάνιες
(< 1/1000)
Αναφυλακτοειδείς
αντιδράσεις/
υπερευαισθησία
Αγγειοοίδημα,
επιπεφυκίτιδα, βήχας,
κνησμός, ρινίτιδα, πταρμός,
κνίδωση, βρογχόσπασμος,
λαρυγγικός σπασμός,
οίδημα στο λάρυγγα/
φάρυγγα, υπόταση,
καταπληξία
Αίμα Παροδικές μεταβολές στις
τιμές σιδήρου και
χολερυθρίνης στον ορό
Νευρικό Ζάλη, κεφαλαλγία,
παραισθησία
Διέγερση, σύγχυση,
διαταραχή στην όραση, την
όσφρηση, την ακοή ή την
ομιλία, σπασμοί, τρόμος,
5
ωταλγία, πόνος στους
οφθαλμούς, εξασθένιση,
κώμα, υπνηλία
Οφθαλμοί Δακρύρροια, πόνος στους
οφθαλμούς
Καρδιακό Κλινικά σημαντική,
παροδική διαταραχή στον
καρδιακό ρυθμό και την
αρτηριακή πίεση, διαταραχή
στον καρδιακό ρυθμό ή την
καρδιακή λειτουργία και
καρδιακή ανακοπή
Αγγειακό Κυκλοφορικές αντιδράσεις
που συνοδεύονται από
περιφερική αγγειοδιαστολή,
ακόλουθη υπόταση και
συγκοπή, αντανακλαστική
ταχυκαρδία, δύσπνοια,
διέγερση, σύγχυση και
κυάνωση, η οποία πιθανώς
να οδηγήσει σε απώλεια
των αισθήσεων
Αναπνευστικό Παροδική διαταραχή στον
αριθμό της αναπνοής,
δύσπνοια, αναπνευστική
δυσχέρεια, βήχας,
αναπνευστική παύση,
πνευμονικό οίδημα
Γαστρεντερικό Ναυτία, έμετος Πόνος στην κοιλιακή χώρα,
διάρροια, διαταραχή της
γεύσης, ξηροστομία,
σιελόρροια
Ήπαρ και χοληφόροι
οδοί
Παροδικές μεταβολές στα
επίπεδα των ηπατικών
ενζύμων
Δέρμα και υποδόριος
ιστός
Αγγειοοίδημα, ερυθρίαση
με αγγειοδιαστολή,
κνίδωση, κνησμός,
εξάνθημα
Νεφρά και
ουροφόροι οδοί
Ακράτεια ούρων, επείγουσα
ούρηση, σε ασθενείς με
προϋπάρχουσα νεφρική
δυσλειτουργία: αυξημένη
κρεατινίνη του ορού και
οξεία νεφρική ανεπάρκεια
Γενικές διαταραχές
και καταστάσεις στο
σημείο της ένεσης
Οσφυαλγία, αρθραλγία,
θωρακικό άλγος, αίσθημα
κακουχίας, ρίγη, πυρετός,
εφίδρωση,
παρασυμπαθητικοτονικές
αντιδράσεις, μεταβολή στη
θερμοκρασία, εξαγγείωση,
τοπικός πόνος, ψυχρότητα,
ήπια αίσθηση θερμότητας,
φλεγμονή και νέκρωση των
ιστών, φλεβίτιδα και
θρομβοφλεβίτιδα
6
Η εκτίμηση της συχνότητας γίνεται με βάση τα δεδομένα προεγκριτικών και μετεγκριτικών μελετών
σε περισσότερους από 13000 ασθενείς όπως και τα δεδομένα από αυθόρμητες αναφορές.
Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις Νεφρογενούς Συστηματικής Ίνωσης με το Magnevist®.
4.9 Υπερδοσολογία
Στην κλινική χρήση δεν έχουν παρατηρηθεί ή αναφερθεί μέχρι σήμερα σημεία δηλητηρίασης ως
αποτέλεσμα υπερδοσολογίας.
Η κατά λάθος υπερδοσολογία μπορεί να προκαλέσει τις ακόλουθες επιδράσεις, λόγω της
υπερωσμωτικότητας του Magnevist®: αύξηση της πίεσης των πνευμονικών αρτηριών, οσμωτική
διούρηση, υπερογκαιμία και αφυδάτωση. Τοπικά προκαλείται πόνος στο αγγείο.
Τοπικά προκαλείται άλγος στο σημείο της ένεσης.
Η νεφρική λειτουργία πρέπει να παρακολουθείται σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Σε εκ
λάθους υπερδοσολογία ή ιδιαίτερα περιορισμένη νεφρική λειτουργία, το σκιαγραφικό μέσο μπορεί να
απομακρυνθεί με αιμοδιάλυση.
5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
Κωδικός ATC: V08CA01
5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Το Magnevist® είναι ένα παραμαγνητικό σκιαγραφικό μέσο για την απεικόνιση μαγνητικού
συντονισμού. Το αποτέλεσμα της σκιαγραφικής ενίσχυσης επιτυγχάνεται με το δι-Ν-
μεθυλογλυκαμινικό άλας του gadopentetate (DTPA) του σύμπλοκου του πεντετετικού οξέος
(διαιθυλο-τριαμινο-πενταοξικό οξύ = DTPA) με το γαδολίνιο. Όταν χρησιμοποιείται η κατάλληλη
ακολουθία σάρωσης (π.χ. η τεχνική Τ
1
spin echo) στην απεικόνιση μαγνητικού συντονισμού
πρωτονίων, η μείωση του χρόνου της spin-lattice αποδιέγερσης των ενεργοποιημένων ατομικών
πυρήνων που υποκινείται από τα ιόντα γαδολινίου, οδηγεί σε αύξηση της ισχύος του σήματος και με
αυτό τον τρόπο σε αύξηση της σκιερότητας ορισμένων ιστών.
Το gadopentetic acid, dimeglumine είναι μία ισχυρή παραμαγνητική ουσία, η οποία οδηγεί στη
σημαντική μείωση του χρόνου αποδιέγερσης, ακόμη και σε μικρές συγκεντρώσεις. Η παραμαγνητική
δράση, η αποδιέγερση - καθορισμένη από το χρόνο της spin-lattice αποδιέγερσης των πρωτονίων στο
πλάσμα - είναι περίπου 4,95 l/mmol/sec και δείχνει μόνο μικρή εξάρτηση από την ένταση του
μαγνητικού πεδίου.
Το DTPA σχηματίζει ένα σταθερό σύμπλοκο με το παραμαγνητικό ιόν του γαδολινίου με εξαιρετική
σταθερότητα in vivo και in vitro (log K= 22-23). Το διμεγλυμικό άλας του gadopentetate είναι μία
πολύ καλά υδατοδιαλυτή, εξαιρετικά υδρόφιλη ουσία με συντελεστή κατανομής, μεταξύ της n-
βουτανόλης και του ρυθμιστικού διαλύματος, σε pH 7,6 περίπου 0,0001. Η ουσία δεν δείχνει να
συνδέεται σε υψηλό βαθμό με πρωτεΐνες ούτε να έχει οποιαδήποτε ανασταλτική αλληλεπίδραση με
ένζυμα (π.χ. την Κ
+
-ΑΤΡάση και την Na
+
-ΑΤΡάση του μυοκαρδίου). Το Magnevist® δεν ενεργοποιεί
το σύστημα του συμπληρώματος και πιθανόν για αυτό το λόγο παρουσιάζει πολύ μικρή δυνητικότητα
έκλυσης αναφυλακτοειδών αντιδράσεων.
Σε μεγαλύτερες συγκεντρώσεις και σε παρατεταμένη επώαση, το gadopentetic acid, dimeglumine έχει
in vitro μικρή επίδραση στη μορφολογία των ερυθρών αιμοσφαιρίων. H ενδοφλέβια χορήγηση του
Magnevist® στον άνθρωπο, μπορεί να οδηγήσει σε ασθενή ενδοαγγειακή αιμόλυση, η οποία είναι
αναστρέψιμη και μπορεί να εξηγήσει τη μικρή αύξηση της χολερυθρίνης και του σιδήρου στον ορό, οι
οποίες παρατηρούνται περιπτωσιακά κατά τις πρώτες ώρες μετά την έγχυση.
Στον ακόλουθο πίνακα αναφέρονται οι φυσικο-χημικές ιδιότητες του διαλύματος Magnevist®
0,5 mmol/l:
Magnevist® 0,5 mmol/l
Συγκέντρωση σε σκιαγραφικό (mg/ml) 469
7
Ωσμωτική γραμμομοριακή περιεκτικότητα (osm/kg H
2
O)
στους 37°C
1,96
Ιξώδες (mPa·s)
στους 20°C
στους 37°C
4,9
2,9
Πυκνότητα (g/ml)
στους 20°C
στους 37°C
1,210
1,195
pH 7,0-7,9
5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Το gadopentetic acid, dimeglumine συμπεριφέρεται στον οργανισμό όπως και οι άλλες ισχυρά
υδρόφιλες, βιολογικά αδρανείς ουσίες (π.χ. η μαννιτόλη ή η ινουλίνη).
Τα φαρμακοκινητικά στοιχεία που παρατηρήθηκαν στον άνθρωπο ήταν ανεξάρτητα από τη δόση.
Κατανομή
Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, η ουσία κατανέμεται σύντομα στον εξωκυττάριο χώρο. Μέχρι και
τα 0,25 mmol Gadopentetate/kg βάρους σώματος (ΒΣ) (= 0,5 ml Magnevist®/kg), τα επίπεδα του
πλάσματος μειώθηκαν μετά από μία πρόωρη φάση κατανομής, η οποία διήρκεσε για λίγα λεπτά με
χρόνο ημίσειας ζωής περίπου 90 λεπτών και η οποία ήταν ταυτόσημη με την ταχύτητα της νεφρικής
απέκκρισης. Στη δόση των 0,1 mmol Gadopentetate/kg (= 0,2 ml Magnevist®/kg ΒΣ), μετρήθηκαν
3 λεπτά μετά την ένεση 0,6 mmol Gadopentetate/l πλάσματος και 60 λεπτά μετά την ένεση 0,24 mmol
Gadopentetate/l πλάσματος.
Επτά ημέρες μετά την ενδοφλέβια χορήγηση ραδιενεργά σημασμένου gadopentetic acid,
dimeglumine, οι ποσότητες της ουσίας που βρέθηκαν στο σώμα τόσο του σκύλου όσο και του
αρουραίου ήταν σημαντικά χαμηλότερες από το 1 % της δόσης που χορηγήθηκε. Οι σχετικά
μεγαλύτερες συγκεντρώσεις της ουσίας βρέθηκαν στους νεφρούς υπό την μορφή του ακέραιου
σύμπλοκου του γαδολινίου.
Η ουσία δεν διεισδύει ούτε διαπερνά τον άθικτο αιματοεγκεφαλικό φραγμό ούτε τον άθικτο φραγμό
αίματος-όρχεων. Μία μηδαμινή ποσότητα που διαπερνά το φραγμό του πλακούντα αποβάλλεται
γρήγορα από το έμβρυο.
Μεταβολισμός
Δεν παρατηρήθηκε διάσπαση του παραμαγνητικού ιόντος ούτε μεταβολισμός του.
Απέκκριση
To gadopentetic acid, dimeglumine απεκκρίνεται σε αμετάβλητη μορφή δια των νεφρών, μέσω της
διήθησης του νεφρικού σπειράματος. Το ποσοστό της εξωνεφρικής απομάκρυνσης είναι εξαιρετικά
μικρό.
Περίπου 83% της δόσης είχε αποβληθεί δια των νεφρών, 6 ώρες μετά την έγχυση. Περίπου 91% της
δόσης βρέθηκε στα ούρα μέσα στις πρώτες 24 ώρες. Την ημέρα μετά την ένεση, το ποσοστό της
δόσης που απεκκρίνεται με τα κόπρανα αποτελεί λιγότερο από 1 %. Η νεφρική κάθαρση του
gadopentetic acid, dimeglumine αναφερόμενη σε 1,73 ήταν περίπου 120 ml/min και μπορεί να
συγκριθεί με εκείνη της ινουλίνης ή του
51
Cr-EDTA.
Χαρακτηριστικά στους ασθενείς
To gadopentetic acid, dimeglumine απεκκρίνεται εξ’ ολοκλήρου δια των νεφρών, ακόμα και σε
περίπτωση διαταραχής της νεφρικής λειτουργίας (κάθαρση της κρεατινίνης > 20 ml/min). Ο χρόνος
ημίσειας ζωής στο πλάσμα αυξάνεται σε σχέση με το βαθμό της νεφρικής ανεπάρκειας. Δεν έχει
παρατηρηθεί αύξηση της εξωνεφρικής απέκκρισης.
Επειδή ο χρόνος ημίσειας ζωής στον ορό παρατείνεται (έως και σε 30 ώρες) σε περίπτωση μεγάλης
νεφρικής ανεπάρκειας (κάθαρση της κρεατινίνης < 20 ml/min), το gadopentetate πρέπει να
απομακρυνθεί από τον οργανισμό με εξωσωματική αιμοδιάλυση.
8
5.3 Προκλινικά στοιχεία για την ασφάλεια
Συστηματική τοξικότητα
Με βάση τα αποτελέσματα μελετών οξείας τοξικότητας είναι απίθανο να υπάρξει κίνδυνος οξείας
δηλητηρίασης με τη χρήση του Magnevist® στους ενήλικες.
Πειραματικές μελέτες συστηματικής ανεκτικότητας με επαναλαμβανόμενη ημερήσια ενδοφλέβια
χορήγηση, δεν φανέρωσαν οποιαδήποτε αρνητικά ευρήματα ως προς τη συνηθισμένη εφάπαξ
χορήγηση στον άνθρωπο για διαγνωστικούς σκοπούς.
Γονοτοξικότητα, ογκογεννητικότητα
Μελέτες για γoνοτοξικές επιδράσεις του gadopentetic acid, dimeglumine (δοκιμασίες μεταλλάξεων σε
γονίδια και χρωμοσώματα) in vivo και in vitro δεν έδωσαν στοιχεία μεταλλαξιογόνου δυνητικότητας.
Σε μελέτες ογκογεννητικότητας που διεξάχθηκαν με το Magnevist® σε αρουραίους, δεν
παρατηρήθηκε εμφάνιση όγκων, συσχετιζόμενων με την ουσία. Με βάση το δεδομένο αυτό της
απουσίας γoνοτοξικών επιδράσεων και λαμβάνοντας υπόψη την φαρμακοκινητική και την απουσία
ενδείξεων τοξικής δράσης σε ταχέως αυξανόμενους ιστούς, καθώς και τη μεμονωμένη χορήγηση του
Magnevist®, δεν υπάρχει πιθανός κίνδυνος ογκογεννητικότητας στον άνθρωπο.
Τοπική ανοχή και πιθανότητα ευαισθητοποίησης εξ’ επαφής
Μελέτες τοπικής ανεκτικότητας μετά από εφάπαξ και επαναλαμβανόμενη ενδοφλέβια και μετά από
εφάπαξ ενδοαρτηριακή έγχυση, δεν έδωσαν στοιχεία τοπικών ανεπιθύμητων αντιδράσεων από τα
αγγεία. Μελέτες τοπικής ανεκτικότητας μετά από εφάπαξ εξωαγγειακή, υποδόρια και ενδομυική
χορήγηση έδωσαν στοιχεία πως η λανθασμένη εξωαγγειακή χορήγηση μπορεί να προκαλέσει στον
άνθρωπο μικρές τοπικές αντιδράσεις στο σημείο της χορήγησης.
Μελέτες για δράση ευαισθητοποίησης εξ' επαφής δεν έδωσαν στοιχεία πιθανής ευαισθητοποίησης,
οφειλόμενης στο Magnevist®.
6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
6.1 Έκδοχα
meglumine
pentetic acid
water for injection
6.2 Ασυμβατότητες
Επειδή δεν υπάρχουν μελέτες ασυμβατότητας, το προϊόν δεν πρέπει να αναμειγνύεται με άλλα
φάρμακα.
6.3 Διάρκεια ζωής
5 χρόνια
Μετά το άνοιγμα του περιέκτη:
Μετά το άνοιγμα του περιέκτη το Magnevist® παραμένει σταθερό για μία ημέρα. Το χρονικό αυτό
περιθώριο δεν αναφέρεται στη φυσικο-χημική σταθερότητα, αλλά στην πιθανότητα μικροβιολογικής
επιμόλυνσης.
6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος
Λόγω της φωτοευαισθησίας του διαλύματος, τα φιαλίδια να διατηρούνται μέσα στον εξωτερικό
περιέκτη.
6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη
9
Φιαλίδια των 10, 15 και 20 ml.
Φιαλίδιο έγχυσης: Γυαλί τύπου Ι, άχρωμο
Πώμα φιαλιδίου: Πώμα τύπου Ι, μαύρο, ελαστικό από χλωριωμένο βουτύλιο
Κάλυμμα: Αργίλιο, καλύπτρα από έγχρωμο πλαστικό (πολυ-προπυλένιο), η οποία
αποσπάται εντελώς.
6.6 Οδηγίες χρήσης/χειρισμού
To Magnevist® δεν πρέπει να αναρροφάται στη σύριγγα, παρά μόνο άμεσα πριν από τη χορήγηση. Το
διάλυμα σκιαγραφικού που δεν χρησιμοποιείται σε μία εξέταση πρέπει να απορρίπτεται.
7 ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
Bayer Ελλάς Α.B.E.Ε.
Σωρού 18-20,
151 25 Μαρούσι
Τηλ. 210-6187500
Τηλ. Χωρίς Χρέωση: 800 11 30 900
8 ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ:
52812/11-8-2008
9 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ / ΑΝΑΝΕΩΣΗ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ
ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ:
7-1-1990 / 2-2-2006
10 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΤΗΣ (ΜΕΡΙΚΗΣ) ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ:
Απρίλιος 2008
10