ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
FORAIR 12 μικρογραμμάρια/ψεκασμό διάλυμα για εισπνοή υπό πίεση.
2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
Κάθε σταθερή δόση περιέχει 12 μικρογραμμάρια διϋδρικής φουμαρικής
φορμοτερόλης. Αυτή αντιστοιχεί σε αποδιδόμενη στον ασθενή δόση 10,1
μικρογραμμαρίων.
Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.
3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ
Διάλυμα για εισπνοή υπό πίεση.
4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις
Για τη μακροχρόνια συμπτωματική θεραπεία του επίμονου, μέτριου έως
σοβαρού άσθματος σε ασθενείς που χρειάζονται τακτική βρογχοδιασταλτική
αγωγή σε συνδυασμό με μακροχρόνια αντιφλεγμονώδη αγωγή (εισπνεόμενα
και/ή από στόματος γλυκοκορτικοειδή).
Η θεραπεία με τα γλυκοκορτικοειδή πρέπει να συνεχίζεται κανονικά.
To FORAIR ενδείκνυται για την ανακούφιση των συμπτωμάτων της
βρογχοστένωσης σε ασθενείς με χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ).
4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης
Η δοσολογία εξαρτάται από τον τύπο και τη βαρύτητα της νόσου.
Οι ακόλουθες δοσολογίες συνιστώνται για τους ενήλικες,
συμπεριλαμβανομένων των ηλικιωμένων ασθενών και των εφήβων άνω των 12
ετών:
Άσθμα
Ενήλικες & έφηβοι ηλικίας 12 ετών και άνω:
Συνήθως ένας ψεκασμός το πρωί και ένας το βράδυ (24 μικρογραμμάρια
διϋδρικής φουμαρικής φορμοτερόλης ημερησίως). Σε βαριές περιπτώσεις, έως
δύο ψεκασμοί το πρωί και δύο το βράδυ το μέγιστο (48 μικρογραμμάρια
διϋδρικής φουμαρικής φορμοτερόλης ημερησίως).
Η μέγιστη ημερήσια δόση είναι 4 ψεκασμοί (48 μικρογραμμάρια διϋδρικής
φουμαρικής φορμοτερόλης).
Παιδιά ηλικίας μικρότερης των 12 ετών:
1
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του FORAIR σε παιδιά ηλικίας
μικρότερης των 12 ετών δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί, συνεπώς το FORAIR δεν
πρέπει να χρησιμοποιείται σε παιδιά.
Χρόνια Αποφρακτική Πνευμονοπάθεια (Χ.Α.Π.)
Ενήλικες (ηλικίας 18 ετών και άνω)
Η συνήθης δόση είναι ένας ψεκασμός δύο φορές ημερησίως (ένας το πρωί και
ένας το βράδυ, δηλαδή 24 μικρογραμμάρια διϋδρικής φουμαρικής φορμοτερόλης
ημερησίως).
Η ημερήσια δόση για τακτική χρήση δεν πρέπει να υπερβαίνει τους 2
ψεκασμούς. Εάν απαιτείται, επιπρόσθετοι ψεκασμοί από αυτούς που
συνταγογραφούνται για τακτική χρήση μπορεί να χρησιμοποιηθούν για την
ανακούφιση των συμπτωμάτων, δεν πρέπει όμως να υπερβαίνουν τους 4
ψεκασμούς ημερησίως (τακτική συν απαιτούμενη χρήση). Περισσότεροι από 2
ψεκασμοί δεν πρέπει να χορηγούνται σε καμία μεμονωμένη περίσταση.
Οι ασθενείς δεν πρέπει να χρησιμοποιούν τη συσκευή εισπνοής μετά την πάροδο
τριών μηνών από την ημερομηνία που τη παρέλαβαν από το φαρμακείο (βλ.
παράγραφο 6.4).
Αν και το FORAIR διαθέτει ταχεία έναρξη δράσης, τα εισπνεόμενα
βρογχοδιασταλτικά μακράς διάρκειας πρέπει να χρησιμοποιούνται ως
βρογχοδιασταλτική θεραπεία συντήρησης.
Το FORAIR δεν προορίζεται για την ανακούφιση οξέων ασθματικών επεισοδίων.
Σε περίπτωση οξέος επεισοδίου πρέπει να χρησιμοποιηθεί ένας β
2
-αγωνιστής
βραχείας δράσης.
Στους ασθενείς πρέπει να δίνονται οδηγίες να μην σταματήσουν και να μην
αλλάξουν τη θεραπεία με στεροειδή όταν αρχίζουν τη θεραπεία με το FORAIR.
Εάν τα συμπτώματα επιμένουν ή επιδεινώνονται, ή εάν η συνιστώμενη δόση
του FORAIR δεν επιτυγχάνει έλεγχο των συμπτωμάτων (διατήρηση
αποτελεσματικής ανακούφισης), αυτό συνήθως αποτελεί ένδειξη επιδείνωσης
της υποκείμενης κατάστασης.
Νεφρική και ηπατική δυσλειτουργία
Θεωρητικά δεν υπάρχει λόγος για συστάσεις προσαρμογής της δοσολογίας του
FORAIR σε ασθενείς με νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία. Εντούτοις δεν
υπήρξαν κλινικά δεδομένα τα οποία να υποστηρίζουν τη χρήση του σε αυτές τις
ομάδες ασθενών.
Οδηγίες χρήσης
Για να εξασφαλιστεί η σωστή χορήγηση του φαρμάκου, πρέπει ο ιατρός ή άλλος
επιστήμονας υγείας να δείξει στον ασθενή πως να χρησιμοποιεί τη συσκευή
εισπνοής.
Πριν την πρώτη χρήση της συσκευής εισπνοής, καθώς και όταν αυτή δεν έχει
χρησιμοποιηθεί για 3 ή περισσότερες μέρες, πρέπει να γίνει ένας ψεκασμός
στον αέρα, ώστε να επιβεβαιωθεί ότι λειτουργεί σωστά. Ο ασθενής πρέπει να
βρίσκεται, όσο το δυνατόν, σε όρθια ή καθιστή θέση όταν χρησιμοποιεί τη
συσκευή εισπνοής.
1. Αφαιρέστε το προστατευτικό κάλυμμα από το επιστόμιο.
2. Εκπνεύστε όσο πιο βαθιά μπορείτε.
3. Κρατήστε το μεταλλικό φιαλίδιο σε κατακόρυφη θέση και τοποθετήστε
το επιστόμιο ανάμεσα στα χείλη σας και κλείστε τα καλά.
4. Εισπνεύστε βαθιά από το στόμα και πιέστε ταυτόχρονα το πάνω μέρος
του μεταλλικού φιαλιδίου προς τα κάτω, για να απελευθερωθεί ο
ψεκασμός.
2
5. Κρατήστε την αναπνοή σας όσο περισσότερο μπορείτε χωρίς
προσπάθεια και τέλος απομακρύνετε τη συσκευή εισπνοής από το στόμα.
Αν πρέπει να κάνετε και δεύτερη εισπνοή, κρατήστε τη συσκευή εισπνοής σε
κατακόρυφη θέση για μισό λεπτό περίπου και μετά επαναλάβετε τα βήματα 2
έως 5.
Μετά τη χρήση να κλείνετε πάντα με το προστατευτικό κάλυμμα.
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ: Μην κάνετε τα βήματα 2 έως 4 βιαστικά.
Εάν ένα μέρος του αερίου διέφυγε από το πάνω μέρος της συσκευής ή από τα
πλάγια του στόματος, η διαδικασία πρέπει να επαναληφθεί ξεκινώντας από το
βήμα 2.
Για τους ασθενείς με αδύναμα χέρια θα είναι ευκολότερο να κρατούν τη
συσκευή εισπνοής και με τα δύο χέρια. Έτσι, το άνω μέρος της συσκευής
εισπνοής θα κρατιέται με τους δύο δείκτες και το κάτω μέρος με τους δύο
αντίχειρες.
Στους ασθενείς που συναντούν δυσκολία να συντονίσουν την αναπνοή τους με
την απελευθέρωση του ψεκασμού συνήθως συνιστάται η χρήση αεροθαλάμου.
Εν τούτοις δεν υπάρχουν κλινικά δεδομένα για τη χρήση του FORAIR με
αεροθάλαμο.
4.3 Αντενδείξεις
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που
αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Το FORAIR δεν πρέπει να χρησιμοποιείται (και δεν είναι επαρκές) ως αρχική
θεραπεία για το άσθμα.
Οι ασθενείς με άσθμα που χρειάζονται θεραπεία με β
2
-αγωνιστές μακράς
δράσης πρέπει να λαμβάνουν επίσης τη βέλτιστη αντιφλεγμονώδη θεραπεία
συντήρησης με κορτικοστεροειδή. Οι ασθενείς πρέπει να καθοδηγούνται ώστε
να συνεχίσουν να παίρνουν την αντιφλεγμονώδη θεραπεία τους μετά την
εισαγωγή της φορμοτερόλης ακόμα και όταν μειωθούν τα συμπτώματα. Εάν
επιμείνουν τα συμπτώματα, ή χρειαστεί να αυξηθεί η θεραπεία με β
2
-αγωνιστές,
αυτό υποδεικνύει επιδείνωση της υποκείμενης κατάστασης και συνιστά
επαναξιολόγηση της θεραπείας συντήρησης.
Παρόλο που το FORAIR μπορεί να εισαχθεί ως επιπρόσθετη θεραπεία όταν τα
εισπνεόμενα κορτικοστεροειδή δεν παρέχουν επαρκή έλεγχο των ασθματικών
συμπτωμάτων, οι ασθενείς δεν πρέπει να αρχίζουν το FORAIR κατά τη διάρκεια
μίας οξείας σοβαρής επιδείνωσης του άσθματος ή εάν έχουν σημαντικά ή οξέως
επιδεινούμενο άσθμα.
Σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες και επιδείνωση που σχετίζονται με άσθμα
μπορεί να εμφανιστούν κατά τη διάρκεια της θεραπείας με το FORAIR. Οι
ασθενείς πρέπει να καθοδηγούνται ώστε να συνεχίζουν τη θεραπεία αλλά να
αναζητούν ιατρική συμβουλή εάν παραμείνουν ανεξέλεγκτα ή επιδεινωθούν τα
ασθματικά συμπτώματα μετά την έναρξη του FORAIR.
Το FORAIR πρέπει να χρησιμοποιείται αυστηρά σύμφωνα με τη συνιστώμενη
δοσολογία (βλ. παράγραφο 4.2). Μόλις ελεγχθούν τα ασθματικά συμπτώματα,
μπορεί να ληφθεί υπόψη η περίπτωση της σταδιακής μείωσης της δόσης του
FORAIR. Είναι σημαντικό να αξιολογούνται τακτικά οι ασθενείς καθώς
3
μειώνεται η θεραπεία. Πρέπει να χρησιμοποιείται η χαμηλότερη
αποτελεσματική δόση του FORAIR.
Δεν πρέπει να γίνεται υπέρβαση της μέγιστης ημερήσιας δόσης.
Η αιφνίδια και προοδευτική επιδείνωση της ασθματικής διαταραχής μπορεί να
αποβεί απειλητική για τη ζωή του ασθενούς και απαιτεί άμεση ιατρική
παρέμβαση. Η σημαντική υπέρβαση των συνταγογραφούμενων εξατομικευμένων
δόσεων ή της συνολικής ημερήσιας δόσης μπορεί να αποτελέσει κίνδυνο λόγω
των επιδράσεων στην καρδιά (καρδιακή αρρυθμία, αύξηση της αρτηριακής
πίεσης) σε συνδυασμό με τις μεταβολές στην συγκέντρωση αλάτων στον
οργανισμό (ηλεκτρολυτικές μεταβολές) και συνεπώς πρέπει να αποφεύγεται.
Συνυπάρχουσες καταστάσεις
Το FORAIR πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με τρίτου βαθμού
κολποκοιλιακό αποκλεισμό, ανθεκτικό στη θεραπεία σακχαρώδη διαβήτη,
θυρεοτοξίκωση, φαιοχρωμοκύτωμα, υπερτροφική αποφρακτική
καρδιομυοπάθεια, ιδιοπαθή υποβαλβιδική στένωση της αορτής, σοβαρή
υπέρταση, ανεύρυσμα ή άλλες σοβαρές καρδιαγγειακές διαταραχές, όπως
ισχαιμική καρδιοπάθεια, ταχυαρρυθμίες ή σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια και
αποφρακτικές αγγειακές νόσους, ιδίως αρτηριοσκλήρυνση.
Η φορμοτερόλη μπορεί να προκαλέσει παράταση του διαστήματος QTc. Πρέπει
να ασκείται προσοχή όταν χορηγείται θεραπεία σε ασθενείς με παράταση του
διαστήματος QTc π.χ. συγγενής ή επαγόμενη από φάρμακο (QTc > 0,44
δευτερόλεπτα) και σε ασθενείς που λαμβάνουν φάρμακα που επηρεάζουν το
διάστημα QTc (βλ. παράγραφο 4.5).
Λόγω των υπεργλυκαιμικών επιδράσεων των β
2
-αγωνιστών, συνιστάται
αρχικώς επιπρόσθετη παρακολούθηση της γλυκόζης στο αίμα σε διαβητικούς
ασθενείς.
Σε περίπτωση προγραμματισμένης αναισθησίας με αλογονωμένα αναισθητικά,
πρέπει να εξασφαλίζεται ότι το FORAIR δεν χορηγήθηκε για τουλάχιστον 12
ώρες πριν την έναρξη της αναισθησίας.
Παράδοξος βρογχόσπασμος
Όπως με κάθε άλλη εισπνεόμενη θεραπεία, μπορεί να εμφανισθεί παράδοξος
βρογχόσπασμος σε σπάνιες περιπτώσεις. Σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να
διακοπεί άμεσα η χορήγηση του προϊόντος και να τροποποιηθεί η θεραπευτική
αγωγή από το γιατρό (βλ. παράγραφο 4.8).
Υποκαλιαιμία
Πιθανώς σοβαρή υποκαλιαιμία μπορεί να προκληθεί από τη θεραπεία με β
2
-
αγωνιστές. Συνιστάται ιδιαίτερη προσοχή σε οξύ σοβαρό άσθμα καθώς ο
σχετικός κίνδυνος μπορεί να αυξηθεί από την υποξία. Η υποκαλιαιμική
επίδραση μπορεί να γίνει πιο έντονη από ταυτόχρονη θεραπεία με παράγωγα
ξανθίνης, στεροειδή και διουρητικά. Συνεπώς πρέπει να παρακολουθούνται τα
επίπεδο καλίου στον ορό.
Κατά συνέπεια πρέπει να παρακολουθούνται τακτικά τα επίπεδα καλίου σε
ασθενείς με χαμηλές βασικές τιμές καλίου ή με ιδιαίτερους κινδύνους για
μειωμένα επίπεδα καλίου στο αίμα. Η παρακολούθηση πρέπει να
πραγματοποιείται ακόμη και αν δεν σημειώθηκε μείωση των επιπέδων καλίου
σε προηγούμενη θεραπεία με β
2
-συμπαθομιμητικά βραχείας δράσης. Όταν
χρειάζεται, πρέπει να χορηγείται συμπλήρωμα καλίου.
Λόγω των ελαττωμένων επιπέδων καλίου, ενισχύεται η δράση των
σκευασμάτων που περιέχουν δακτυλίτιδα.
4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες
μορφές αλληλεπίδρασης
4
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί ειδικές μελέτες αλληλεπιδράσεων με τη
φορμοτερόλη.
Υπάρχει ένας θεωρητικός κίνδυνος η ταυτόχρονη θεραπεία με άλλα φάρμακα
που είναι γνωστό ότι παρατείνουν το διάστημα QTc να προκαλέσει
φαρμακοδυναμική αλληλεπίδραση με τη φορμοτερόλη και να αυξήσει τον
πιθανό κίνδυνο κοιλιακών αρρυθμιών. Παραδείγματα τέτοιων φαρμάκων
περιλαμβάνουν ορισμένα αντιισταμινικά (π.χ. τερφεναδίνη, αστεμιζόλη,
μιζολαστίνη), ορισμένα αντιαρρυθμικά (π.χ. κινιδίνη, δισοπυραμίδη,
προκαϊναμίδη), ερυθρομυκίνη και τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά.
Η ταυτόχρονη χορήγηση άλλων συμπαθητικομιμητικών όπως άλλων β
2
-
αγωνιστών ή εφεδρίνης μπορεί να ενισχύσει τις ανεπιθύμητες ενέργειες του
FORAIR και μπορεί να απαιτηθεί τιτλοποίηση της δόσης.
Η ταυτόχρονη χρήση φορμοτερόλης και θεοφυλλίνης μπορεί να οδηγήσει σε
αμοιβαία ενίσχυση των επιδράσεων και υπάρχει ακόμα η πιθανότητα να
αυξηθούν οι ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως οι καρδιακές αρρυθμίες. Οι ουσίες
που ενισχύουν από μόνες τους τις συμπαθητικομιμητικές δράσεις, όπως η L-
dopa, η L-θυροξίνη, η οξυτοκίνη ή το οινόπνευμα, μπορούν επίσης να επηρεάσουν
την καρδιαγγειακή λειτουργία όταν λαμβάνονται ταυτόχρονα με τη
φορμοτερόλη.
Η χορήγηση του FORAIR σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με αναστολείς
της μονοαμινοξειδάσης ή με τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά πρέπει να γίνεται με
προσοχή, καθώς μπορεί να ενισχυθεί η δράση των β
2
-αδρενεργικών διεγερτών
στο καρδιαγγειακό σύστημα.
Η ταυτόχρονη θεραπεία με παράγωγα της ξανθίνης, στεροειδή, ή διουρητικά
όπως θειαζίδες και διουρητικά της αγκύλης μπορεί να ενισχύσει την
υποκαλιαιμική δράση των β
2
-αγωνιστών. Η υποκαλιαιμία μπορεί να αυξήσει την
επιρρέπεια σε αρρυθμίες σε ασθενείς που παίρνουν γλυκοσίδες της
δακτυλίτιδας.
Υπάρχει αυξημένος κίνδυνος αρρυθμιών σε ασθενείς που λαμβάνουν
ταυτόχρονα αναισθησία με αλογονωμένους υδρογονάνθρακες.
Οι βρογχοδιασταλτικές ιδιότητες της φορμοτερόλης μπορεί να ενισχυθούν από
αντιχολινεργικά φάρμακα. Οι β-αδρενεργικοί αναστολείς μπορεί να
εξασθενίσουν ή να ανταγωνιστούν τη δράση του FORAIR. Γι’ αυτό δεν πρέπει να
χορηγείται το FORAIR μαζί με β-αδρενεργικούς αποκλειστές
(συμπεριλαμβανομένων των οφθαλμικών σταγόνων) παρά μόνον εάν υπάρχουν
λόγοι οι οποίοι να επιβάλλουν τη χρήση τους.
4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία
Εγκυμοσύνη
Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα από τη χρήση της φορμοτερόλης σε εγκύους. Σε
μελέτες σε ζώα η φορμοτερόλη προκάλεσε απώλειες εμφύτευσης καθώς και
μειωμένη πρώιμη επιβίωση και μειωμένο βάρος γέννησης των νεογνών. Οι
επιδράσεις εμφανίστηκαν σε σημαντικά υψηλότερες συστηματικές εκθέσεις από
εκείνες που επιτυγχάνονται κατά τη διάρκεια της κλινικής χρήσης της
φορμοτερόλης. Η θεραπεία με φορμοτερόλη μπορεί να εξεταστεί σε όλα τα
στάδια της εγκυμοσύνης εάν χρειάζεται να υπάρξει έλεγχος του άσθματος, και
εάν το αναμενόμενο όφελος για τη μητέρα είναι μεγαλύτερο από οποιονδήποτε
κίνδυνο για το έμβρυο. Ο πιθανός κίνδυνος για τους ανθρώπους είναι
άγνωστος.
Θηλασμός
Δεν είναι γνωστό εάν η φορμοτερόλη διέρχεται στο μητρικό γάλα. Σε
αρουραίους έχουν ανιχνευθεί μικρές ποσότητες φορμοτερόλης στο μητρικό
γάλα. Η χορήγηση της φορμοτερόλης σε γυναίκες που θηλάζουν πρέπει να
5
εξετάζεται μόνο εάν το αναμενόμενο όφελος για τη μητέρα είναι μεγαλύτερο
από οποιονδήποτε πιθανό κίνδυνο για το παιδί.
4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών
Το FORAIR δεν έχει καμία επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού
μηχανών.
4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες από τη θεραπεία με β
2
-
αγωνιστές, όπως τρόμος και αίσθημα παλμών, τείνουν να είναι ήπιες και να
εξαφανίζονται μετά από λίγες ημέρες θεραπείας.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που έχουν συσχετισθεί με τη φορμοτερόλη
παρουσιάζονται στη συνέχεια ανά κατηγορία οργανικού συστήματος και
συχνότητα. Η συχνότητα ορίζεται ως εξής: Πολύ συχνές (≥1/10), Συχνές
(>1/100, <1/10), Όχι συχνές (>1/1.000, <1/100), Σπάνιες (>1/10.000, <1.000),
Πολύ σπάνιες (<1/10.000).
Κατηγορία οργανικού
συστήματος
Ανεπιθύμητη ενέργεια Συχνότητα
Διαταραχές του αίματος
και του λεμφικού
συστήματος
Θρομβοπενία Πολύ σπάνιες
Διαταραχές του
ανοσοποιητικού
συστήματος
Αντιδράσεις
υπερευαισθησίας, π.χ.
αγγειοοίδημα,
βρογχόσπασμος, εξάνθημα,
κνίδωση, κνησμός.
Σπάνιες
Διαταραχές του
μεταβολισμού και της
θρέψης
Υποκαλιαιμία,
υπεργλυκαιμία
Όχι συχνές
Ψυχιατρικές διαταραχές Διέγερση, ανησυχία,
διαταραχή ύπνου
Όχι συχνές
Μη φυσιολογική
συμπεριφορά, ψευδαίσθηση
Πολύ σπάνιες
Διαταραχές του νευρικού
συστήματος
Τρόμος, κεφαλαλγία Συχνές
Ζάλη, διαταραχές γεύσης Όχι συχνές
Διέγερση κεντρικού νευρικού
συστήματος
Πολύ σπάνιες
Καρδιακές διαταραχές Αίσθημα παλμών Συχνές
Ταχυκαρδία Όχι συχνές
Καρδιακές αρρυθμίες, π.χ.
κολπική μαρμαρυγή,
υπερκοιλιακή ταχυκαρδία,
έκτακτες συστολές,
στηθάγχη
Σπάνιες
Παράταση του διαστήματος
QTc
Πολύ σπάνιες
Αγγειακές διαταραχές Μεταβολή της αρτηριακής
πίεσης
Σπάνιες
Respiratory, thoracic and
mediastinal disorders
Βήχας Συχνές
Ερεθισμός του λαιμού Όχι συχνές
Παράδοξος βρογχόσπασμος Σπάνιες
6
Κατηγορία οργανικού
συστήματος
Ανεπιθύμητη ενέργεια Συχνότητα
(βλ. παράγραφο 4.4)
Δύσπνοια, παρόξυνση του
άσθματος
Πολύ σπάνιες
Διαταραχές του
γαστρεντερικού
συστήματος
Ναυτία Όχι συχνές
Διαταραχές του δέρματος
και του υποδόριου ιστού
Υπεριδρωσία Όχι συχνές
Διαταραχές του
μυοσκελετικού
συστήματος και του
συνδετικού ιστού
Μυϊκές κράμπες, μυαλγία Όχι συχνές
Διαταραχές των νεφρών
και των ουροφόρων οδών
Νεφρίτιδα Σπάνιες
Γενικές διαταραχές και
καταστάσεις της οδού
χορήγησης
Περιφερικό οίδημα Πολύ σπάνιες
Η ναυτία, η δυσγευσία, ο ερεθισμός του λαιμού, η υπεριδρωσία, η ανησυχία, η
κεφαλαλγία, η ζάλη και οι μυϊκές κράμπες μπορεί να υποχωρήσουν αυτόματα σε
μία με δύο εβδομάδες συνεχούς θεραπείας.
Έχουν αναφερθεί σποραδικά διεγερτικές επιδράσεις στο κεντρικό νευρικό
σύστημα μετά από εισπνοή β
2
-συμπαθομιμητικών, εμφανιζόμενες ως υπερβολική
ευερεθιστότητα. Αυτές οι επιδράσεις παρατηρήθηκαν κυρίως σε παιδιά ηλικίας
έως και 12 ετών.
Η θεραπεία με β
2
-αγωνιστές μπορεί να οδηγήσει στην αύξηση των επιπέδων της
ινσουλίνης, των ελεύθερων λιπαρών οξέων, της γλυκερόλης και των κετονικών
σωμάτων στο αίμα.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση
άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει
τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού
προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής
περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες
ενέργειες στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων, Μεσογείων 284,GR-15562
Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 21 06549585,
Ιστότοπος: http :// www . eof . gr.
4.9 Υπερδοσολογία
Υπάρχει περιορισμένη κλινική εμπειρία για την αντιμετώπιση της
υπερδοσολογίας. Η υπερδοσολογία του FORAIR είναι πιθανόν να οδηγήσει σε
συμπτώματα που είναι χαρακτηριστικά των β
2
-αδρενεργικών αγωνιστών:
κεφαλαλγία, τρόμο, αίσθημα παλμών. Τα συμπτώματα που έχουν αναφερθεί από
μεμονωμένες περιπτώσεις είναι ταχυκαρδία, παράταση του διαστήματος QTc,
κοιλιακές αρρυθμίες, μεταβολική οξέωση, υποκαλιαιμία, υπεργλυκαιμία,
ναυτία, έμετος και υπνηλία.
Θεραπεία της υπερδοσολογίας
Ενδείκνυται υποστηρικτική και συμπτωματική θεραπεία. Τα σοβαρά
περιστατικά χρειάζονται νοσηλεία.
7
Η χρήση καρδιοεκλεκτικών β-αδρενεργικών αποκλειστών μπορεί να εξεταστεί,
αλλά μόνον με μεγάλη προσοχή καθώς η χορήγηση αγωγής β-αδρενεργικών
αποκλειστών μπορεί να προκαλέσει βρογχόσπασμο.
Το κάλιο του ορού πρέπει να παρακολουθείται.
5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αδρενεργικά εισπνεόμενα, εκλεκτικοί
αγωνιστές των β
2
-αδρενεργικών υποδοχέων, κωδικός ATC: R03 AC13
Η φορμοτερόλη είναι κυρίως εκλεκτικός β
2
-διεγέρτης. Η φορμοτερόλη έχει
βρογχοδιασταλτική δράση σε ασθενείς με αναστρέψιμη αποφρακτική νόσο των
αεραγωγών. Η έναρξη της δράσης παρατηρείται σε ένα με τρία λεπτά.
Σημαντική βρογχοδιαστολή παραμένει μέχρι και 12 ώρες μετά την εισπνοή του
φαρμάκου.
Στον άνθρωπο η φορμοτερόλη προφυλάσσει αποτελεσματικά από τον
βρογχόσπασμο που προκαλείται από πρόκληση μεταχολίνης.
5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Όπως και με άλλες ουσίες που χορηγούνται με εισπνοή, το 90% της
εισπνεόμενης δόσης της φορμοτερόλης καταπίνεται και απορροφάται από το
γαστρεντερικό σωλήνα. Για το λόγο αυτό τα φαρμακοκινητικά χαρακτηριστικά
της από στόματος μορφής μπορούν να χρησιμοποιηθούν κατ’ επέκταση για τον
υπολογισμό της φαρμακοκινητικής του δοσιμετρικού αερολύματος.
Η απορρόφηση είναι και γρήγορη και εκτεταμένη. Μετά από εισπνοή μίας
θεραπευτικής δόσης (12 μικρογραμμαρίων) του υπό πίεση διαλύματος για
εισπνοή FORAIR
σε ασθματικούς ασθενείς, η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα
παρατηρείται περίπου 15 λεπτά μετά την εισπνοή, νωρίτερα από ότι συμβαίνει
με την εισπνεόμενη σκόνη φορμοτερόλης. Γενικά πρέπει να γίνεται εκτίμηση
του ρυθμού απορρόφησης κατά την αλλαγή των σκευασμάτων φορμοτερόλης σε
έναν ασθενή.
Η απορρόφηση της φορμοτερόλης είναι γραμμική μετά από εισπνοή 12 έως 96
μικρογραμμαρίων διϋδρικής φουμαρικής φορμοτερόλης.
Οι από στόματος δόσεις μέχρι και 300 μικρογραμμάρια φορμοτερόλης
απορροφώνται γρήγορα από το γαστρεντερικό σωλήνα. Η μέγιστη συγκέντρωση
της αμετάβλητης ουσίας στο πλάσμα επιτυγχάνεται μετά από 30 λεπτά έως 1
ώρα. Περισσότερο από το 65% της από στόματος δόσης των
80 μικρογραμμαρίων απορροφάται.
Η γραμμικότητα της δόσης παρουσιάζεται σε ένα εύρος δόσης από 20-300
μικρογραμμάρια (από στόματος χορήγηση).
Επαναλαμβανόμενη ημερήσια δόση 40-160 μικρογραμμάρια / ημέρα δεν οδηγεί
σε συσσώρευση, λόγω της βραχείας ημιπεριόδου ζωής. Η φαρμακοκινητική της
φορμοτερόλης δεν διαφέρει σημαντικά ανάμεσα στους άντρες και τις γυναίκες.
Η σύνδεση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι από 61 μέχρι 64% (34% με
την αλβουμίνη) και οι θέσεις σύνδεσης δεν είναι κορεσμένες στα θεραπευτικά
επίπεδα.
Η φορμοτερόλη μεταβολίζεται κυρίως μέσω άμεσης σύζευξης με γλυκουρονικό
οξύ και αποβάλλεται εξ ολοκλήρου. Μια άλλη οδός μεταβολισμού είναι η Ο-
διμεθυλίωση ακολουθούμενη από σύζευξη με γλυκουρονικό οξύ και επακόλουθη
πλήρη αποβολή.
8
Διαφορετικά ισοένζυμα CYP450 καταλύουν την μετατροπή (2D6, 2C19, 2C9 &
2A6) και κατά συνέπεια το δυναμικό για μεταβολικές αλληλεπιδράσεις
φαρμάκου – φαρμάκου είναι χαμηλό. Η κινητική της φορμοτερόλης είναι
παρόμοια κατά τη χορήγηση είτε μιας δόσης είτε επαναλαμβανόμενων δόσεων,
γεγονός που υποδεικνύει την μη ύπαρξη αυτό-επαγωγής ή αναστολής του
μεταβολισμού.
Η αποβολή της φορμοτερόλης προφανώς ακολουθεί ένα πολυφασικό μοντέλο
και συνεπώς η ημιπερίοδος ζωής που αναφέρθηκε εξαρτάται από τα χρονικά
διαλείμματα που μετρώνται. Με βάση τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα ή στο
αίμα που μετρώνται 6, 8 ή 12 ώρες μετά την από στόματος χορήγηση, η
ημιπερίοδος ζωής υπολογίζεται σε 2 έως 3 ώρες. Η ημιπερίοδος ζωής 5 ωρών
υπολογίστηκε από το ρυθμό νεφρικής απέκκρισης μεταξύ 3 και 16 ωρών μετά
την εισπνοή.
Η δραστική ουσία και οι μεταβολίτες της αποβάλλονται εξ ολοκλήρου. Τα δύο
τρίτα μιας από στόματος χορηγούμενης δόσης αποβάλλονται με τα ούρα και το
ένα τρίτο με τα κόπρανα. Μετά την εισπνοή της φορμοτερόλης, κατά μέσο όρο
ένα 6 με 9% της ουσίας αποβάλλεται αναλλοίωτο με τα ούρα. Η νεφρική
κάθαρση της φορμοτερόλης είναι 150 ml/min.
5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια
Οι επιδράσεις της φορμοτερόλης σε αρουραίους και σκύλους αφορούν στο
καρδιαγγγειακό σύστημα κυρίως και αποτελούν γνωστές φαρμακολογικές
δράσεις, οι οποίες παρατηρούνται μετά τη χορήγηση υψηλών δόσεων β
2
-
αγωνιστών.
Μία κάποια ελάττωση στη γονιμότητα των αρσενικών αρουραίων
παρατηρήθηκε κατά την πολύ υψηλή συστηματική έκθεση στη φορμοτερόλη.
Κατά τις in
vivo και τις in
vitro δοκιμασίες δεν παρατηρήθηκαν γονιδιοτοξικές
επιδράσεις. Σε αρουραίους και ποντικούς παρατηρήθηκε ελαφρά αύξηση της
συχνότητας εμφάνισης καλοήθους λειομυώματος της μήτρας. Η δράση αυτή
εντοπίζεται μόνον στον αρουραίο μετά από μακροχρόνια έκθεση σε υψηλές
δόσεις β2-αγωνιστών.
6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
6.1 Κατάλογος εκδόχων
Νορφλουράνιο
Άνυδρη αιθανόλη
Υδροχλωρικό οξύ.
6.2 Ασυμβατότητες
Δεν εφαρμόζεται.
6.3 Διάρκεια ζωής
18 μήνες (βλ. επίσης παράγραφο 6.4).
6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά την φύλαξη του προϊόντος
Μέχρι να δοθεί στον ασθενή από το φαρμακοποιό:
Φυλάσσετε στο ψυγείο 2°C - 8°C (για 15 μήνες το μέγιστο).
Αφού δοθεί στον ασθενή από το φαρμακοποιό:
9
Μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 30
C (για 3 μήνες το μέγιστο).
6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη
Ένας περιέκτης αλουμινίου υπό πίεση με δοσομετρική βαλβίδα, ενεργοποιητή
και προστατευτικό κάλυμμα που περιέχει διάλυμα για εισπνοή υπό πίεση και
παρέχει 50, 100 ή 120 ψεκασμούς.
Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.
6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός
Για τα φαρμακεία:
Γράψτε πάνω στο κουτί την ημερομηνία που δώσατε το φάρμακο στον ασθενή.
Βεβαιωθείτε ότι μεσολαβεί μια περίοδος τουλάχιστον 3 μηνών από τη
ημερομηνία που το δώσατε στον ασθενή μέχρι την ημερομηνία λήξης που
αναγράφεται πάνω στο κουτί.
7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
CHIESI HELLAS A.E.B.E.,
Κ. Καραμανλή 89
15125 Μαρούσι, Αθήνα.
8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
40974/19.06.2008
9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ / ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ
16.03.2006
10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ TOY ΚΕΙΜΕΝΟΥ
19.06.2008
10