ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
(SPC)
1. ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
TERNAFINOL
®
Δισκία 250 mg
2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ ΣΕ ΔΡΑΣΤΙΚΑ ΣΥΣΤΑΤΙΚΑ
TERBINAFINE 250 mg/tab
TERBINAFINE HCl C
21
H
26
ClN
- (E)-N-(6,6-dimethyl-2-hepten-4-ynyl)-N-methyl-1-napthylmethylamine hydrochloride
- (E)-N –(6,6-dimethyl-2-hepten-4-ynyl)-N-methyl-1-naphthalene methylamine
hydrochloride
- trans-N-methyl-N-(1-naphylmethyl)-6,6-dimethylhept-2-en-ynyl-1-amine hydrochloride
3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ
Δισκία για χορήγηση από το στόμα.
4. ΚΛΙΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις
Μυκητιάσεις του δέρματος και των ονύχων προκαλούμενες από δερμομυκητες όπως
είναι τα Τριχόφυτα (π.χ. T. rubrum, T. mentagrophytes, T. verrucosum, T. violaceum),
το Μicrosporum canis και το Epidermophyton flocossum.
Τα TERNAFINOL
®
Δισκία ενδείκνυνται στις κάτωθι περιπτώσεις :
Θεραπεία δερματοφυτιάσεων του τριχωτού της κεφαλής, του ψιλού
δέρματος, των πτυχών, παλαμών και πελμάτων (Τinea corporis, Τinea cruris
και Τinea pedis) όταν η από του στόματος θεραπεία θεωρείται ενδεδειγμένη
λόγω της θέσεως, της σοβαρότητας και της εκτάσεως της μολύνσεως. Η
διάγνωση θα πρέπει να επιβεβαιώνεται με άμεση μικροσκοπική εξέταση
ξέσματος πάσχοντος ιστού ή με καλλιέργεια.
Ονυχομυκητιάσεις προκαλούμενες από δερματομύκητες.
4.2. Δοσολογία και τρόπος χρήσης
Ενήλικες
250 mg μία φορά την ημέρα.
Η διάρκεια της θεραπείας ποικίλλει ανάλογα με το είδος και τη σοβαρότητα της
μολύνσεως
Δερματικές μολύνσεις
Οι πιθανές διάρκειες της θεραπευτικής αγωγής είναι οι ακόλουθες :
Επιδερματοφυτία ποδών, μεσοδάκτυλων πτυχών,πελμάτων τύπου mocassin
(Tinea pedis): 2-6 εβδομάδες
Επιδερματοφυτία ψιλού δέρματος (Tinea corporis) : 4 εβδομάδες
Επιδερματοφυτία μηρογεννητικών πτυχών (Tinea cruris) : 2-4 εβδομάδες
Ονυχομυκητίαση
Η θεραπευτική αγωγή για τους περισσότερους ασθενείς διαρκεί από 6 εβδομάδες έως
3 μήνες. Η θεραπεία μπορεί να διαρκέσει λιγότερο από 3 μήνες για μυκητιάσεις
ονύχων των χειρών ή ονύχων των ποδών εκτός των μυκητιάσεων των μεγάλων
δακτύλων, καθώς επίσης στους ασθενείς μικρότερης ηλικίας. Για τις μυκητιάσεις των
ονύχων των ποδών οι 3 μήνες συνήθως αρκούν, αν και σε κάποιες περιπτώσεις
απαιτείται αγωγή 6 μηνών ή και περισσότερο. Μειωμένη ταχύτητα ανάπτυξης των
ονύχων κατά τις πρώτες εβδομάδες της αγωγής, μπορεί να αποτελέσει ένδειξη για πιο
παρατεταμένη χορήγηση του TERNAFINOL
®
.
Στις ονυχομυκητιάσεις το άριστο κλινικό αποτέλεσμα εμφανίζεται μερικούς μήνες
μετά την μυκητολογική ίαση και την λήξη της αγωγής. Αυτό συνεχίζεται προς την
απαιτούμενη περίοδο για την ανάπτυξη του υγιούς όνυχος.
Γενικά πλήρη λύση των σημείων και συμπτωμάτων της μολύνσεως μπορεί να μην
επέλθει εάν δεν περάσουν αρκετές εβδομάδες μετά την μυκητολογική ίαση.
Χορήγηση σε παιδιά
Η εμπειρία από τη χορήγηση των TERNAFINOL
®
Δισκίων σε παιδιά περιλαμβάνει
314 ασθενείς που έλαβαν μέρος στη μελέτη UK Post Marketing Surveillance, και
έδειξε ότι οι ανεπιθύμητες ενέργειες στα παιδιά είναι παρόμοιες με αυτές που
εμφανίζονται στους ενήλικες. Δεν υπάρχουν ενδείξεις νέων, ασυνήθιστων ή
σοβαρότερων παρενεργειών σε σχέση με αυτές που παρατηρούνται στους ενήλικες.
Ωστόσο, επειδή τα στοιχεία είναι περιορισμένα, δεν συνιστάται η χρήση των
TERNAFINOL
®
Δισκίων στα παιδιά.
Χορήγηση στους ηλικιωμένους
Δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι οι ηλικιωμένοι ασθενείς χρειάζονται διαφορετικές
δοσολογίες ή ότι εμφανίζουν παρενέργειες διαφορετικές από εκείνες των νεότερων σε
ηλικία ασθενών. Σε αυτή την κατηγορία ασθενών θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η
πιθανότητα να υπάρχει ήδη βλάβη στη λειτουργία του ήπατος ή των νεφρών (βλέπε
Προφυλάξεις).
Τρόπος χορήγησης
Τα δισκία TERNAFINOL
®
χορηγούνται πάντα από το στόμα.
4.3 Αντενδείξεις
Τα Δισκία TERNAFINOL
®
αντενδείκνυνται στην περίπτωση που ο ασθενής
παρουσιάζει υπερευαισθησία στην τερβιναφίνη ή σε κάποιο από τα έκδοχα που
περιέχονται στο ιδιοσκεύασμα αυτό.
4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά την χρήση.
Έχουν αναφερθεί σπάνιες περιπτώσεις χολόστασης και ηπατίτιδας, οι οποίες συνήθως
εμφανίζονται μέσα σε δύο μήνες από την έναρξη της αγωγής. Αν κάποιος ασθενής
παρουσιάσει κλινικά σημεία ή συμπτώματα ενδεικτικά ηπατικής δυσλειτουργίας
όπως κνησμό, ανεξήγητη επίμονη ναυτία, ανορεξία ή αδυναμία, ίκτερο, εμέτους,
κόπωση, γαστρικό άλγος, σκουρόχρωμα ούρα ή ανοιχτόχρωμα κόπρανα, θα πρέπει να
εξακριβωθεί αν είναι ηπατικής προέλευσης και να διακοπεί η χορήγηση του
TERNAFINOL
®
(βλέπε 4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Φαρμακοκινητικές μελέτες χορήγησης μίας δόσης σε ασθενείς με προϋπάρχουσα
ηπατική ανεπάρκεια έδειξαν ότι η απομάκρυνση του TERNAFINOL
®
μπορεί να
μειωθεί γύρω στο 50%. Η θεραπευτική χρήση του TERNAFINOL
®
σε ασθενείς με
χρόνια ή ενεργή ηπατική ανεπάρκεια δεν έχει εξεταστεί σε μακροχρόνιες κλινικές
μελέτες και γι’ αυτό δεν συνιστάται.
Το TERNAFINOL
®
θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με ψωρίαση
διότι έχουν αναφερθεί πολύ σπάνια περιπτώσεις επιδείνωσης της ψωρίασης.
Οι ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης <50 ml/λεπτό ή κρεατινίνη
ορού >300 mmol/l) θα πρέπει να λαμβάνουν το μισό της φυσιολογικής δόσης.
4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα και άλλες μορφές αλληλεπιδράσεων.
Η απέκκριση της τερβιναφίνης από το πλάσμα μπορεί να επιταχυνθεί από φάρμακα
που ενισχύουν τον μεταβολισμό (όπως η ριφαμπικίνη) και να παρεμποδιστεί από τους
αναστολείς του κυτοχρώματος Ρ450 (όπως η σιμετιδίνη). Εάν είναι απαραίτητη η
συγχορήγηση τέτοιων φαρμάκων, ίσως χρειαστεί αναπροσαρμογή της δοσολογίας
του TERNAFINOL
®
.
Από μελέτες in vitro έχει προκύψει ότι η τερβιναφίνη αναστέλλει το μεταβολισμό
μέσω του ενζύμου CYP2D6. Αυτό το in vitro εύρημα πιθανώς σχετίζεται κλινικά με
ασθενείς, οι οποίοι λαμβάνουν ουσίες που μεταβολίζονται κυρίως από αυτό το
ένζυμο, όπως είναι τα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά (TCA’s), οι β-αναστολείς, οι
εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης της σεροτονίνης (SSRIs) και οι αναστολείς
2
2
της μονοαμινοξειδάσης Τύπου Β (ΜΑΟ-Ιs).
Άλλες in vitro μελέτες σε υγιείς εθελοντές έδειξαν ότι είναι αμελητέα η πιθανότητα η
τερβιναφίνη να αναστείλει ή να ευνοήσει την απέκκριση φαρμάκων, τα οποία
μεταβολίζονται μέσω του συστήματος του κυτοχρώματος Ρ450 (π.χ. κυκλοσπορίνη,
τολβουταμίδη, τερφεναδίνη, τριαζολάμη, αντισυλληπτικά από του στόματος).
Ωστόσο, υπάρχουν κάποιες αναφορές διατάραξης του έμμηνου κύκλου (break-
through αιμορραγία και άστατος κύκλος) σε ασθενείς οι οποίοι έπαιρναν τερβιναφίνη
ταυτόχρονα με αντισυλληπτικά από του στόματος.
4.6. Κύηση και γαλουχία
Μελέτες για την εμβρυϊκή τοξικότητα και τη γονιμότητα σε ζώα δεν υποδηλώνουν
καμία ανεπιθύμητη ενέργεια. Δεν υπάρχει κλινική εμπειρία με τα δισκία τερβιναφίνης
σε έγκυες γυναίκες. Για τον λόγο αυτό τα Δισκία TERNAFINOL
®
δεν θα πρέπει να
χορηγούνται στη διάρκεια της εγκυμοσύνης.
Η τερβιναφίνη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Για τον λόγο αυτό τα Δισκία
TERNAFINOL
®
δεν θα πρέπει να χορηγούνται στη διάρκεια του θηλασμού.
4.7. Επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων
Δεν έχει αναφερθεί ουδεμία επίδραση στην ικανότητα του ασθενούς να οδηγεί και να
χειρίζεται μηχανήματα.
4.8. Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες είναι γενικά ήπιες έως μέτριες και παροδικές. Οι
πιο συνήθεις είναι γαστρεντερολογικά συμπτώματα (δυσπεψία, αίσθημα
πληρότητας, απώλεια όρεξης, ναυτία, ήπιο γαστρικό άλγος, διάρροια),
αλλεργικές δερματικές αντιδράσεις (εξάνθημα, κνησμός) και κεφαλαλγία.
Επίσης έχουν σπάνια αναφερθεί παραισθησία, υποαισθησία, ζάλη, κόπωση
και αδυναμία. Πάρα πολύ σπάνιες περιπτώσεις ιλίγγου έχουν αναφερθεί.
Υπάρχουν αναφορές εμφάνισης μυοσκελετικών διαταραχών,
συμπεριλαμβανομένης αρθραλγίας και μυαλγίας. Αυτές μπορεί να
εκδηλωθούν ως μέρος μιας αντίδρασης υπερευαισθησίας και να
συνοδεύονται από αλλεργικές δερματικές αντιδράσεις.
Έχουν αναφερθεί σπάνιες περιπτώσεις σοβαρών δερματικών αντιδράσεων
(π.χ. σύνδρομο Stevens-Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση,
φωτοευαισθησία και αγγειονευρωτικό οίδημα). Η χορήγηση του
TERNAFINOL
®
θα
πρέπει να διακοπεί εάν εμφανιστεί εξελισσόμενο
κοκκίνισμα στο δέρμα .
Σε περίπου 0,6% των ασθενών παρατηρήθηκαν απώλεια ή αλλοίωση
γεύσης. Αυτά τα συμπτώματα συνήθως υποχωρούν αργά μετά τη διακοπή
του φαρμάκου.
Έχουν αναφερθεί σπάνιες περιπτώσεις σοβαρής ηπατικής δυσλειτουργίας,
συμπεριλαμβανομένων ιλίγγων, και περιπτώσεις χολόστασης και
ηπατίτιδας. Αν εκδηλωθεί ηπατική δυσλειτουργία θα πρέπει να διακόπτεται
η αγωγή με TERNAFINOL
®
(βλέπε Προειδοποιήσεις).
Πολύ σπάνια έχουν αναφερθεί αιματολογικές διαταραχές όπως
ουδετεροπενία, θρομβοκυτοπενία και ακοκκιοκυτταραιμία.
Πολύ σπάνια έχει αναφερθεί επιδείνωση ψωρίασης (βλέπε 4.4.).
Πολύ σπάνια έχουν αναφερθεί ψυχιατρικές διαταραχές όπως κατάθλιψη και
ανησυχία.
4.9 Υπερδοσολογία
Έχουν αναφερθεί λίγες περιπτώσεις υπερδοσολογίας (μέχρι 5 g) που προκάλεσε
κεφαλαλγία, ναυτία, επιγαστρικό πόνο και ζάλη. Σε περίπτωση υπερδοσολογίας
συνιστάται απομάκρυνση του φαρμάκου, αρχικά με χορήγηση ενεργού άνθρακα και
3
3
με συμπτωματική υποστηρικτική θεραπεία εάν χρειαστεί.
Τηλ. Κέντρου Δηλητηριάσεων Αθηνών : 210 7793777, Αθήνα
5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Η τερβιναφίνη είναι μια αλλυλαμίνη, η οποία έχει ευρύ φάσμα αντιμυκητιασικής
δράσης. Σε χαμηλές πυκνότητες, η τερβιναφίνη είναι μυκητοκτόνος κατά των
δερματοφύτων, των ευρωμυκήτων και ορισμένων διμόρφων μυκήτων. Η δράση της
κατά των ζυμοκυκήτων είναι μυκητοκτόνος ή μυκητοστατική, ανάλογα με το είδος
του ζυμομύκητα.
Η τερβιναφίνη παρεμβαίνει ειδικά σε ένα πρώιμο στάδιο της βιοσύνθεσης της
στερόλης των μυκήτων. Αυτό οδηγεί σε ανεπάρκεια εργοστερόλης και σε
ενδοκυττάρια συσσώρευση σκουλενίου, με αποτέλεσμα τον θάνατο των κυττάρων
των μυκήτων. Η τερβιναφίνη δρα αναστέλλοντας την εποξειδάση του σκουλενίου
στην κυτταρική μεμβράνη των μυκήτων.
Το ένζυμο εποξειδάση του σκουλενίου δεν συνδέεται με το σύστημα του
κυτοχρώματος P450. Η τερβιναφίνη δεν επηρεάζει τον μεταβολισμό των ορμονών ή
άλλων φαρμάκων.
Όταν χορηγείται από του στόματος, οι συγκεντρώσεις του φαρμάκου στο δέρμα
ανέρχονται σε επίπεδα που σχετίζονται με μυκητοκτόνο δράση.
5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Δύο ώρες μετά τη χορήγηση μίας δόσης τερβιναφίνης των 250 mg από του στόματος,
οι μέσες συγκεντρώσεις της στο πλάσμα είναι 0,97 mg/ml. Ο χρόνος ημισείας ζωής
της απορρόφησης είναι 0,8 ώρες και ο χρόνος ημισείας ζωής της κατανομής 4,6 ώρες.
Η τερβιναφίνη συνδέεται ισχυρά με τις πρωτεΐνες του πλάσματος. Διαχέεται γρήγορα
μέσω του δέρματος και συγκεντρώνεται στη λιπόφιλη κερατίνη στοιβάδα.
Η τερβιναφίνη εισχωρεί επίσης στο σμήγμα, με αποτέλεσμα να επιτυγχάνονται
υψηλές συγκεντρώσεις στα θυλάκια των τριχών, στα μαλλιά και σε δέρματα πλούσια
σε σμήγμα. Υπάρχουν επίσης ενδείξεις ότι η τερβιναφίνη κατανέμεται στην επιφάνεια
των ονύχων μέσα σε λίγες εβδομάδες από την έναρξη της θεραπείας. Η τερβιναφίνη
βιομετατρέπεται προς μεταβολίτες χωρίς αντιμυκητιασική δράση, οι οποίοι
απεκκρίνονται κυρίως με τα ούρα. Ο χρόνος ημιζωής είναι 17 ώρες. Δεν υπάρχουν
ενδείξεις συσσώρευσης.
Δεν έχουν παρατηρηθεί αλλαγές στη φαρμακοκινητική σχετιζόμενες με την ηλικία,
αλλά ο ρυθμός απέκκρισης της τερβιναφίνης μπορεί να μειωθεί σε ασθενείς με
νεφρική ή ηπατική βλάβη, αυξάνοντας έτσι τα επίπεδα τερβιναφίνης στο αίμα.
Η βιοδιαθεσιμότητα του TERNAFINOL
®
δεν επηρεάζεται από τη λήψη φαγητού.
5.3. Προκλινικά στοιχεία
Από μακροπρόθεσμες μελέτες (έως 1 χρόνο) σε αρουραίους και σκύλους, δεν
προέκυψαν φαινόμενα τοξικότητας σε κανένα από τα δύο είδη κατά τη χορήγηση από
του στόματος δόσεων έως περίπου 100 mg/kg ημερησίως. Σε υψηλές δόσεις, το ήπαρ
και πιθανόν και τα νεφρά αναγνωρίστηκαν ως πιθανά όργανα-στόχοι.
Σε διετή μελέτη καρκινογένεσης σε ποντίκια, για δόσεις έως 130 (στα αρσενικά) και
156 (στα θηλυκά) mg/kg ημερησίως, δεν υπήρξαν νεοπλασματικά ή άλλα μη
φυσιολογικά ευρήματα λόγω της αγωγής με τερβιναφίνη. Σε διετή μελέτη
καρκινογένεσης με ποσοστά, παρατηρήθηκε αύξηση της συχνότητας εμφάνισης
όγκων στο ήπαρ για τα αρσενικά κατά τη χορήγηση της μεγαλύτερης δόσης των 69
mg/kg ημερησίως. Οι αλλαγές που μπορεί να σχετίζονται με τον πολλαπλασιασμό
των peroxisome εξαρτώνται από το είδος, αφού δεν παρατηρήθηκαν στη μελέτη
καρκινογένεσης σε ποντίκια, σκύλους ή πιθήκους.
Κατά τη χορήγηση υψηλών δόσεων σε πιθήκους, παρατηρήθηκαν διαθλαστικές
4
4
ανωμαλίες στον αμφιβληστροειδή χιτώνα στις μεγαλύτερες δόσεις (μη-τοξική δόση
50 mg/kg). Αυτές οι ανωμαλίες συνδέθηκαν με την παρουσία ενός μεταβολίτη της
τερβιναφίνης στον οφθαλμικό ιστό και υποχώρησαν μετά τη διακοπή του φαρμάκου.
Δεν σχετίστηκαν με ιστολογικές αλλαγές.
Από in vitro και in vivo ελέγχους γενοτοξικότητας δεν προέκυψαν ενδείξεις
μεταλλαξιογένεσης
Από μελέτες σε ποντίκια ή κουνέλια δεν προέκυψαν ανεπιθύμητες ενέργειες σχετικές
με τη γονιμότητα ή άλλες παραμέτρους της αναπαραγωγής.
6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
6.1. Κατάλογος με τα έκδοχα
Microcrystalline Cellulose, Sodium Starch Glycolate, Methyl Hydroxypropyl
Cellulose, Silica Colloidal Anhydrous, Magnesium Stearate.
6.2. Ασυμβατότητες
Δεν αναφέρονται
6.3. Διάρκεια ζωής
Η διάρκεια ζωής του προϊόντος είναι 3 χρόνια.
6.4. Ιδιαίτερες προφυλάξεις για τη διατήρηση του προϊόντος
Το προϊόν φυλάσσεται σε θερμοκρασία περιβάλλοντος και προστατευμένο από το
φως.
6.5. Φύση και συστατικά του περιέκτη
Τα δισκία TERNAFINOL συσκευάζονται σε blister από PVC και aluminium foil.
Κάθε blister περιέχει 7 δισκία. Κάθε κουτί περιέχει 2 ή 4 blisters, ήτοι 14 ή 28 δισκία,
αναλόγως της συσκευασίας και ένα φύλλο οδηγιών για τον χρήστη.
6.6. Οδηγίες για τη χρήση
Δεν αναφέρονται.
6.7. Επωνυμία και διεύθυνση του υπεύθυνου άδειας κυκλοφορίας
DEKAZ Ε.Π.Ε.
Θερμοπυλών 43, Βριλήσσια, Αθήνα, Τ.Κ. 152 35
Τηλ. 210 8045884
6.8 Παρασκευαστής:
ΚΛΕΒΑ ΑΦΒΕΕ
Τηλ. 210 2402404 -7
7. ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
74932/09-/21-1-2010
8. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ/ ΑΝΑΝΕΩΣΗ
ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
16-10-2007
9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ (ΜΕΡΙΚΗΣ) ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ.
Οκτώβριος 2009
5
5