ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
MIKTOSAN
2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
Κάθε καψάκιο περιέχει 0,4 mg υδροχλωρικής ταμσουλοζίνης.
Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλέπε παράγραφο 6.1.
3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ
Καψάκιο ελεγχόμενης αποδέσμευσης, σκληρό.
Καψάκια χρώματος ανοιχτό πράσινο/ κίτρινο. Τα καψάκια περιέχουν λευκά
προς ελαφρώς κιτρινωπά σφαιρίδια (pellets).
4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις
Συμπτώματα του κατώτερου τμήματος του ουροποιητικού συστήματος, τα οποία
σχετίζονται με καλοήθη υπερπλασία του προστάτη.
4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης
Ένα καψάκιο την ημέρα μετά το πρωινό ή το πρώτο γεύμα της ημέρας. Το
καψάκιο καταπίνεται ολόκληρο με ένα ποτήρι νερό σε όρθια ή καθιστή στάση
(όχι ύπτια). Το καψάκιο δεν πρέπει να τεμαχίζεται ή να ανοίγεται, γιατί αυτό
μπορεί να έχει επίδραση στην αποδέσμευση του μακράς δράσης δραστικού
συστατικού.
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία.
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική
ανεπάρκεια (βλ. επίσης 4.3 Αντενδείξεις).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της ταμσουλοζίνης δεν έχουν
τεκμηριωθεί σε παιδιά ηλικίας <18 ετών. Τα τρέχοντα διαθέσιμα δεδομένα
περιγράφονται στην παράγραφο 5.1.
4.3 Αντενδείξεις
Υπερευαισθησία στην ταμσουλοζίνη, συμπεριλαμβανομένου αγγειοοιδήματος
που προκαλείται από φάρμακα ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται
6.1στην παράγραφο .
Ορθοστατική υπόταση η οποία έχει σημειωθεί στο παρελθόν (ιστορικό
ορθοστατικής υπότασης).
Σοβαρού βαθμού ηπατική ανεπάρκεια.
4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
1
Όπως και με άλλους α
1
-αποκλειστές
,
η χρήση της ταμσουλοζίνης μπορεί να
μειώσει την αρτηριακή πίεση, γεγονός που σε σπάνιες περιπτώσεις μπορεί να
προκαλέσει λιποθυμία. Εάν αρχίσουν να εμφανίζονται πρώιμα συμπτώματα
ορθοστατικής υπότασης (ζάλη, αδυναμία), τότε ο ασθενής θα πρέπει να καθίσει
ή να ξαπλώσει μέχρι να παρέλθουν τα συμπτώματα.
Πριν ξεκινήσει η θεραπεία με ταμσουλοζίνη, ο ασθενής θα πρέπει να
εξετάζεται, ώστε να αποκλεισθεί η παρουσία άλλων καταστάσεων που μπορούν
να προκαλέσουν παρόμοια συμπτώματα με αυτά της καλοήθους υπερπλασίας
του προστάτη. Η διενέργεια εξέτασης του προστάτη από του ορθού και, εφόσον
είναι απαραίτητο, ο προσδιορισμός του ειδικού προστατικού αντιγόνου (PSA) θα
πρέπει να λαμβάνουν χώρα πριν από την έναρξη της θεραπείας και στη
συνέχεια σε τακτά χρονικά διαστήματα.
Η θεραπευτική αγωγή με την ταμσουλοζίνη θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή
σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης < 10ml/min),
αφού δεν έχει μελετηθεί η χρήση της σε αυτούς τους ασθενείς.
Σπάνια, μετά τη χρήση ταμσουλοζίνης, έχει αναφερθεί αγγειοοίδημα. Η
θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται αμέσως, ο ασθενής θα πρέπει να
παρακολουθείται μέχρι υποχωρήσεως του οιδήματος και η ταμσουλοζίνη δε θα
πρέπει να επαναχορηγείται.
Σε κάποιους ασθενείς που λαμβάνουν ή που είχαν στο παρελθόν λάβει αγωγή με
ταμσουλοζίνη, έχει παρατηρηθεί Διεγχειρητικό Σύνδρομο Υποτονικής Ίριδας
(Intraoperative Floppy Ιris Syndrome, IFIS, το οποίο αποτελεί μια διαφορετική εκδοχή
του «συνδρόμου σμίκρυνσης της κόρης του οφθαλμού» -small pupil syndrome) κατά
τη διάρκεια εγχείρησης καταρράκτη ή γλαυκώματος. Το IFIS μπορεί να αυξήσει
τον κίνδυνο οφθαλμικών επιπλοκών κατά τη διάρκεια του χειρουργείου και
μετά.
Η διακοπή της ταμσουλοζίνης 1-2 εβδομάδες πριν από την εγχείρηση
καταρράκτη ή γλαυκώματος θεωρείται, ανεπίσημα, πως βοηθά, αν και το
όφελος καθώς και η απαιτούμενη διάρκεια της διακοπής της θεραπείας πριν από
την εγχείρηση καταρράκτη δεν έχει ακόμη τεκμηριωθεί. Το IFIS έχει επίσης
αναφερθεί σε ασθενείς, οι οποίοι είχαν διακόψει την ταμσουλοζίνη για
μεγαλύτερο χρονικό διάστημα πριν από τη χειρουργική επέμβαση.
Σε ασθενείς που πρόκειται να υποβληθούν σε εγχείρηση καταρράκτη ή
γλαυκώματος δε συνιστάται να ξεκινά θεραπεία με ταμσουλοζίνη. Κατά τη
διάρκεια της προεγχειρητικής αξιολόγησης του ασθενούς, οι χειρουργοί καθώς
και οι ομάδες των οφθαλμιάτρων θα πρέπει να εξετάζουν εάν οι ασθενείς που
προγραμματίζεται να υποβληθούν σε εγχείρηση καταρράκτη ή γλαυκώματος
λαμβάνουν ή είχαν στο παρελθόν λάβει αγωγή με ταμσουλοζίνη, προκειμένου
να εξασφαλισθεί πως κατά τη διάρκεια της εγχείρησης θα υπάρχει η
δυνατότητα να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα για την αντιμετώπιση του IFIS.
Η ταμσουλοζίνη δεν πρέπει να χορηγείται σε συνδυασμό με ισχυρούς
αναστολείς του CYP3A4 σε ασθενείς με περιορισμένο μεταβολικό φαινότυπο
CYP2D6.
Η ταμσουλοζίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε συνδυασμό με
ισχυρούς και ήπιου βαθμού αναστολείς του CYP3A4 (βλ. παράγραφο 4.5).
4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες
μορφές αλληλεπίδρασης
2
Μελέτες αλληλεπίδρασης έχουν πραγματοποιηθεί μόνο σε ενήλικες.
Δεν έχουν παρατηρηθεί αλληλεπιδράσεις κατά τη συγχορήγηση ταμσουλοζίνης
με ατενολόλη, εναλαπρίλη ή θεοφυλλίνη. Η συγχορήγηση σιμετιδίνης αυξάνει
τις συγκεντρώσεις της ταμσουλοζίνης στο πλάσμα και η συγχορήγηση
φουροσεμίδης τις μειώνει, επειδή όμως οι συγκεντρώσεις της ταμσουλοζίνης
παραμένουν εντός φυσιολογικών επιπέδων, δεν υπάρχει ανάγκη τροποποίησης
της δοσολογίας.
In vitro, ούτε η διαζεπάμη ή η προπρανολόλη, η τριχλωρμεθειαζίδη, η
χλωρμαδινόνη, η αμιτριπτυλίνη, η δικλοφενάκη, η γλιβενκλαμίδη, η
σιμβαστατίνη και η βαρφαρίνη αλλάζουν το ελεύθερο κλάσμα της
ταμσουλοζίνης στο ανθρώπινο πλάσμα. Αλλά ούτε και η ταμσουλοζίνη αλλάζει
τα ελεύθερα κλάσματα της διαζεπάμης, της προπρανολόλης, της
τριχλωρμεθειαζίδης και της χλωρμαδινόνης.
Η δικλοφενάκη και η βαρφαρίνη μπορεί να αυξήσουν το ρυθμό αποβολής της
ταμσουλοζίνης.
Η ταυτόχρονη χορήγηση ταμσουλοζίνης με ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4
μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένη έκθεση στην ταμσουλοζίνη. Η ταυτόχρονη
χορήγηση με κετοκοναζόλη (ένας γνωστός ισχυρός αναστολέας του CYP3A4)
είχε ως αποτέλεσμα αύξηση στην AUC και τη C
max
της ταμσουλοζίνης κατά
συντελεστή 2,8 και 2,2 αντίστοιχα.
Η ταμσουλοζίνη δεν πρέπει να χορηγείται σε συνδυασμό με ισχυρούς
αναστολείς του CYP3A4 σε ασθενείς με περιορισμένο μεταβολικό φαινότυπο
CYP2D6.
Η ταμσουλοζίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε συνδυασμό με
ισχυρούς και ήπιου βαθμού αναστολείς του CYP3A4.
Η ταυτόχρονη χορήγηση της ταμσουλοζίνης με παροξετίνη, ένας ισχυρός
αναστολέας του CYP3A4, είχε ως αποτέλεσμα αύξηση της C
max
και της AUC της
ταμσουλοζίνης κατά συντελεστή 1,3 και 1,6 αντίστοιχα, αλλά αυτές οι
αυξημένες τιμές δε θεωρούνται κλινικώς σχετικές.
Η συγχορήγηση με άλλον ανταγωνιστή των α
1
-αδρενεργικών υποδοχέων μπορεί
να μειώσει την αρτηριακή πίεση.
4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία
Η ταμσουλοζίνη δεν ενδείκνυται για χρήση σε γυναίκες.
Έχουν παρατηρηθεί διαταραχές εκσπερμάτισης σε βραχυπρόθεσμες και
μακροπρόθεσμες κλινικές μελέτες με ταμσουλοζίνη. Περιστατικά διαταραχής
εκσπερμάτισης, παλίνδρομη εκσπερμάτιση και αποτυχία εκσπερμάτισης έχουν
αναφερθεί στη φάση έπειτα από την έγκριση του προϊόντος.
4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών
Δεν έχουν γίνει μελέτες για την επίδραση της ταμσουλοζίνης στην ικανότητα
οδήγησης και χειρισμού μηχανών. Ωστόσο, οι ασθενείς θα πρέπει να έχουν
υπόψη τους ότι μπορεί να προκαλέσει ζάλη.
4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες
3
Συχνές
(>1/100,
<1/10)
Όχι συχνές
(>1/1.000,
<1/100)
Σπάνιες
(>1/10.000,
<1/1.000)
Πολύ
σπάνιες
(<1/10.000)
Μη γνωστές
Διαταραχές
του
νευρικού
συστήματος
Ζάλη
(1,3%)
Κεφαλαλγία Συγκοπή
Οφθαλμικές
διαταραχές
Όραση
θαμπή*,
διαταραχή
όρασης*
Καρδιακές
διαταραχές
Αίσθημα
παλμών
Αγγειακές
διαταραχές
Ορθοστατικ
ή υπόταση
Διαταραχές
του
αναπνευστι
κού
συστήματος
, του
θώρακα και
του
μεσοθωρακί
ου
Ρινίτις Επίσταξη*
Διαταραχές
του
γαστρεντερι
κού
συστήματος
Δυσκοιλιότη
τα,
διάρροια,
ναυτία,
έμετος
Ξηροστομία
*
Διαταραχές
του
δέρματος
και του
υποδόριου
ιστού
Εξάνθημα,
κνησμός,
κνίδωση
Αγγειοοίδημ
α
Σύνδρομο
Stevens-
Johnson
Πολύμορφο
ερύθημα*,
αποφολιδωτ
ική
δερματίτιδα
*
Διαταραχές
αναπαραγω
γικού
συστήματος
και του
μαστού
Διαταραχές
εκσπερμάτι
σης,
συμπεριλαμ
βανομένων
παλίνδρομη
ς
εκσπερμάτι
σης και
αποτυχία
εκσπερμάτι
σης
Πριαπισμός
Γενικές
διαταραχές
και
καταστάσει
ς της οδού
χορήγησης
Εξασθένιση
* παρατηρήθηκαν μετά την κυκλοφορία
4
Από παρακολούθηση μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου, κατά τη διάρκεια
εγχείρησης καταρράκτη και γλαυκώματος, μία κατάσταση σμίκρυνσης της
κόρης του οφθαλμού, γνωστή ως Διεγχειρητικό Σύνδρομο Υποτονικής Ίριδας
(Intraoperative Floppy Ιris Syndrome, IFIS), έχει συσχετισθεί με τη θεραπευτική αγωγή
της ταμσουλοζίνης (βλέπε επίσης παράγραφο 4.4).
Εμπειρία μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου: Επιπροσθέτως των ανεπιθύμητων
ενεργειών που αναφέρονται παραπάνω, έχουν αναφερθεί κολπική μαρμαρυγή,
αρρυθμία, ταχυκαρδία και δύσπνοια κατά τη χρήση ταμσουλοζίνης. Καθώς αυτά
τα αυθορμήτως αναφερθέντα περιστατικά προέρχονται από την εμπειρία μετά
την κυκλοφορία του φαρμάκου σε όλον τον κόσμο, η συχνότητα εμφάνισής τους
και ο ρόλος της ταμσουλοζίνης ως αίτιο δεν μπορούν να καθοριστούν με
αξιοπιστία.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση
άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει
τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού
προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής
περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες
ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς: Εθνικός Οργανισμός
Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα. Τηλ: +30 213
2040380/337, Φαξ: +30 210 6549585, Ιστότοπος: http :// www . eof . gr
4.9 Υπερδοσολογία
Συμπτώματα
Η υπερδοσολογία με ταμσουλοζίνη μπορεί δυνητικά να οδηγήσει σε σοβαρή
υποτασική δράση. Σοβαρές υποτασικές δράσεις έχουν παρατηρηθεί σε
διαφορετικά επίπεδα υπερδοσολογίας.
Θεραπεία
Σε περίπτωση υπότασης σε οξεία μορφή που εμφανίζεται έπειτα από
υπερδοσολογία πρέπει να παρασχεθεί καρδιαγγειακή υποστήριξη. Η αρτηριακή
πίεση και ο καρδιακός ρυθμός μπορούν να επανέλθουν σε φυσιολογικά επίπεδα
τοποθετώντας τον ασθενή σε ύπτια θέση. Αν αυτό δεν είναι αποτελεσματικό,
τότε μπορούν να εφαρμοστούν μέσα αύξησης του όγκου του αίματος και,
εφόσον είναι απαραίτητο, αγγειοσυσπαστικά μέσα. Θα πρέπει να
παρακολουθείται η νεφρική λειτουργία και να εφαρμόζονται γενικά
υποστηρικτικά μέτρα. Η αιμοδιάλυση είναι μάλλον αναποτελεσματικό μέτρο
εξαιτίας της υψηλής δέσμευσης της ταμσουλοζίνης από τις πρωτεΐνες του
πλάσματος.
Μέτρα, όπως ο έμετος, μπορεί να ληφθούν, για να εμποδίσουν την απορρόφηση.
Εάν έχουν ληφθεί μεγάλες ποσότητες φαρμάκου, τότε μπορεί να γίνει πλύση
στομάχου και να χορηγηθεί ενεργός άνθρακας και ένα οσμωτικό καθαρτικό,
όπως θειικό νάτριο.
5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία:
Ανταγωνιστές των α
-αδρενεργικών υποδοχέων. Κωδικός ATC: G04CA02.
5
Το φαρμακευτικό προϊόν χρησιμοποιείται μόνο για τη θεραπεία παθήσεων του
προστάτη.
Μηχανισμός δράσης:
Η ταμσουλοζίνη συνδέεται επιλεκτικά και ανταγωνιστικά με τους
μετασυναπτικούς α
-αδρενεργικούς υποδοχείς, που μεταβιβάζουν τη σύσπαση
των λείων μυϊκών ινών, προκαλώντας έτσι τη χαλάρωση των λείων μυϊκών
ινών του προστάτη και της ουρήθρας.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η ταμσουλοζίνη αυξάνει το ρυθμό μέγιστης ροής των ούρων, χαλαρώνοντας τις
λείες μυϊκές ίνες του προστάτη και της ουρήθρας, ανακουφίζοντας έτσι την
απόφραξη.
Το φαρμακευτικό προϊόν βελτιώνει επίσης τα ερεθιστικά και αποφρακτικά
συμπτώματα, για την εμφάνιση των οποίων η σύσπαση των λείων μυϊκών ινών
της κατώτερης ουροποιητικής οδού παίζει σημαντικό ρόλο.
Οι α-αποκλειστές μπορεί να μειώσουν την αρτηριακή πίεση μειώνοντας τις
περιφερικές αντιστάσεις. Δεν παρατηρήθηκε καμία κλινικώς σημαντική
ελάττωση της αρτηριακής πίεσης κατά τη διάρκεια μελετών με ταμσουλοζίνη σε
ασθενείς με φυσιολογική πίεση.
Η δράση του φαρμακευτικού προϊόντος επί των συμπτωμάτων που σχετίζονται
με την πλήρωση και την εκκένωση της ουροδόχου κύστης, διατηρείται κατά τη
διάρκεια μακρόχρονης θεραπείας, με αποτέλεσμα τη σημαντική παράταση της
ανάγκης για χειρουργική επέμβαση.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Μία διπλή-τυφλή, τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, μελέτη
κυμαινόμενης δόσης διεξήχθη σε παιδιά με νευροπαθητική κύστη. Ένα σύνολο
161 παιδιών (ηλικίας από 2 έως 16 ετών) τυχαιοποιήθηκαν και τους δόθηκε
θεραπεία από 1 έως 3 δόσεις ταμσουλοζίνης (χαμηλή [0,001 έως 0,002 mg/kg],
μέση [0,002 έως 0,004 mg/kg] και υψηλή [0,004 έως 0,008 mg/kg]) ή εικονικό
φάρμακο. Το κύριο τελικό σημείο ήταν ο αριθμός ασθενών, στους οποίους
μειώθηκε η εξωστήρια πίεση διαφυγής ούρων (LPP) έως <40 cm H
2
O,
αποτέλεσμα που βασίστηκε σε δύο εκτιμήσεις την ίδια ημέρα. Δευτερεύοντα
τελικά σημεία ήταν: Η πραγματική και η επί τοις εκατό μεταβολή από την
αρχική τιμή της εξωστήριας πίεσης διαφυγής ούρων, η βελτίωση ή
σταθεροποίηση της υδρονέφρωσης και του υδροουρητήρα και η μεταβολή του
όγκου των ούρων που λαμβάνονταν με καθετηριασμό και ο αριθμός διαφυγής
ούρων κατά τη στιγμή του καθετηριασμού, όπως καταγράφηκε στα ημερολόγια
καθετηριασμού. Δεν παρατηρήθηκε στατιστικά σημαντική διαφορά μεταξύ της
ομάδας του εικονικού φαρμάκου και κάποιας από τις 3 ομάδες που πήραν δόση
ταμσουλοζίνης είτε για το κύριο είτε για οποιαδήποτε από τα δευτερεύοντα
τελικά σημεία. Δεν παρατηρήθηκε απόκριση δόσης για οποιοδήποτε επίπεδο
δόσης.
5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Απορρόφηση
Η ταμσουλοζίνη απορροφάται ταχέως από τον εντερικό σωλήνα και έχει σχεδόν
πλήρη βιοδιαθεσιμότητα. Η απορρόφηση επιβραδύνεται εάν έχει προηγηθεί
γεύμα πριν από τη λήψη του φαρμάκου. Η ομοιογένεια της απορρόφησης μπορεί
να εξασφαλισθεί λαμβάνοντας την ταμσουλοζίνη πάντα μετά από το πρωινό. Η
ταμσουλοζίνη έχει γραμμική κινητική.
6
Τα μέγιστα επίπεδα στο πλάσμα επιτυγχάνονται περίπου έξι ώρες μετά από μια
εφάπαξ δόση ταμσουλοζίνης, μετά από πλήρες γεύμα. Η σταθερή κατάσταση
επιτυγχάνεται μετά από πέντε ημέρες επαναλαμβανόμενης δόσης, όταν η C
max
στους ασθενείς είναι υψηλότερη κατά 2/3 περίπου απ’ ότι μετά από μια εφάπαξ
δόση. Παρόλο που αυτό έχει αποδειχθεί μόνο σε ηλικιωμένους ασθενείς, τα ίδια
αποτελέσματα αναμένονται και σε νεότερους ασθενείς.
Υπάρχουν σημαντικές διακυμάνσεις μεταξύ των ασθενών όσον αφορά στα
επίπεδα της ταμσουλοζίνης στο πλάσμα, τόσο μετά από εφάπαξ δόση όσο μετά
και από επαναλαμβανόμενη δοσολόγηση.
Κατανομή
Στον άνθρωπο, η ταμσουλοζίνη δεσμεύεται σε ποσοστό περίπου 99% από τις
πρωτεΐνες του πλάσματος και ο όγκος κατανομής της είναι μικρός (περίπου 0,2
l/kg).
Βιομετατροπή
Η ταμσουλοζίνη υπόκειται σε μικρό μεταβολισμό πρώτης διόδου. Το μεγαλύτερο
ποσοστό ταμσουλοζίνης βρίσκεται αναλλοίωτο στο πλάσμα. Η ουσία
μεταβολίζεται στο ήπαρ.
Σε μελέτες που πραγματοποιήθηκαν σε επίμυες, η ταμσουλοζίνη βρέθηκε να
προκαλεί ελαφρά μόνο επαγωγή των μικροσωμικών ηπατικών ενζύμων.
In vitro τα αποτελέσματα υποδηλώνουν ότι το CYP3A4 καθώς και το CYP2D6
συμμετέχουν στο μεταβολισμό, με πιθανές μικρές συνεισφορές στο μεταβολισμό
της υδροχλωρικής ταμσουλοζίνης και από άλλα ισοένζυμα CYP. Η αναστολή
των CYP3A4 και CYP2D6 ενζύμων που μεταβολίζουν τα φάρμακα μπορεί να
οδηγήσει σε αυξημένη έκθεση σε υδροχλωρική ταμσουλοζίνη (βλ. παράγραφο
4.4 και 4.5).
Κανένας από τους μεταβολίτες δεν είναι πιο δραστικός από την αρχική ουσία.
Απέκκριση
Η ταμσουλοζίνη και οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται κυρίως στα ούρα, στα
οποία ανιχνεύεται το 9% περίπου της δόσης υπό μορφή αναλλοίωτης δραστικής
ουσίας.
Η ημιπερίοδος απέκκρισης της ταμσουλοζίνης στους ασθενείς είναι περίπου 10
ώρες (όταν λαμβάνεται μετά από γεύμα) και 13 ώρες σε σταθερή κατάσταση.
5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια
Η τοξικότητα μετά από εφάπαξ και επαναλαμβανόμενη δόση έχει μελετηθεί σε
μύες, επίμυες και κύνες. Επίσης έχουν μελετηθεί η αναπαραγωγική τοξικότητα
στους επίμυες, η καρκινογένεση σε μύες και επίμυες και η γονοτοξικότητα in
vivo και
in
vitro.
Η συνήθης εικόνα τοξικότητας, όπως προέκυψε από τη χορήγηση υψηλών
δόσεων ταμσουλοζίνης, είναι ισοδύναμη με τη φαρμακολογική δράση που
συσχετίζεται με τους α-αδρενεργικούς ανταγωνιστές.
Αλλοιώσεις του ηλεκτροκαρδιογραφήματος (ΗΚΓ) εμφανίστηκαν σε κύνες
στους οποίους χορηγήθηκαν πολύ μεγάλες δόσεις. Ωστόσο, αυτή η απόκριση δε
θεωρείται να έχει κάποια κλινική σημασία. Η ταμσουλοζίνη δε βρέθηκε να έχει
σημαντικές γονοτοξικές ιδιότητες.
7
Μετά από έκθεση σε ταμσουλοζίνη έχουν διαπιστωθεί αυξημένες
υπερπλαστικές αλλοιώσεις στους μαστικούς αδένες θηλυκών επίμυων και
μυών. Αυτά τα ευρήματα, τα οποία πιθανώς συνδέονται έμμεσα με
υπερπρολακτιναιμία και εμφανίζονται μόνο ως αποτέλεσμα λήψης υψηλών
δόσεων, θεωρήθηκε πως δεν έχουν κλινική σημασία.
6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
6.1 Κατάλογος εκδόχων
Περιεχόμενο καψακίου
Κυτταρίνη μικροκρυσταλλική (Ε460)
Polyacrylate
Μethacrylic acid-ethyl acrylate copolymer (1:1)
Πολυσορβικό 80 (E433)
Νάτριο λαουρυλοθειικό
Τάλκης (E553b)
Πυριτίου οξείδιο κολλοειδές, άνυδρο (Ε551)
Περίβλημα καψακίου
Ζελατίνη (Ε441)
Κυανό V (E131)
Τιτανίου διοξείδιο (E171)
Σιδήρου οξείδιο κίτρινο (E172)
Σιδήρου οξείδιο ερυθρό (E172)
Σιδήρου οξείδιο μέλαν (E172)
6.2 Ασυμβατότητες
Δεν εφαρμόζεται.
6.3 Διάρκεια ζωής
2 χρόνια
6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά την φύλαξη του προϊόντος
Φυλάσσετε σε θερμοκρασία μικρότερη των 30
ο
C
6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη
Κυψέλη (blister) από PVDC/TE/PVC//Al
Μεγέθη συσκευασίας:
10, 20, 28, 30, 50, 56, 60, 90 και 100 καψάκια
Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.
6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης
Καμία ειδική υποχρέωση.
7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
Sandoz GmbH
Biochemiestrasse 10
8
A-6250 Kundl
Αυστρία
8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ / ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ
10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ
9