ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
Serosmine 37,5 mg δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης
Serosmine 75 mg δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης
Serosmine 150 mg δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης
Serosmine 225 mg δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης
2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
Serosmine 37,5 mg δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης
Κάθε δισκίο παρατεταμένης αποδέσμευσης περιέχει 37,5 mg βενλαφαξίνη (ως
υδροχλωρική).
Serosmine 75 mg δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης
Κάθε δισκίο παρατεταμένης αποδέσμευσης περιέχει 75 mg βενλαφαξίνη (ως
υδροχλωρική).
Serosmine 150 mg δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης
Κάθε δισκίο παρατεταμένης αποδέσμευσης περιέχει 150 mg βενλαφαξίνη ς
υδροχλωρική).
Serosmine 225 mg δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης
Κάθε δισκίο παρατεταμένης αποδέσμευσης περιέχει 225 mg βενλαφαξίνη ς
υδροχλωρική).
Έκδοχο με γνωστές δράσεις: λακτόζη 3,0 / 3,4 / 5,7 / 6,5 mg
Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.
3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ
Δισκίο παρατεταμένης αποδέσμευσης
37,5 mg δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης: 7 mm στρογγυλά, αμφίκυρτα,
λευκά δισκία.
75 mg δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης: 7,5 mm στρογγυλά, αμφίκυρτα,
λευκά δισκία.
150 mg δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης: 9,5 mm στρογγυλά, αμφίκυρτα,
λευκά δισκία.
225 mg δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης: 11 mm στρογγυλά, αμφίκυρτα,
λευκά δισκία.
4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις
Θεραπεία των μειζόνων καταθλιπτικών επεισοδίων.
Για την πρόληψη της επανεμφάνισης νέων επεισοδίων μείζονος κατάθλιψης.
Θεραπεία της γενικευμένης αγχώδους διαταραχής.
Θεραπεία της κοινωνικής αγχώδους διαταραχής.
Θεραπεία της διαταραχής πανικού, με ή χωρίς αγοραφοβία.
4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης
Δοσολογία
Μείζονα καταθλιπτικά επεισόδια
Η συνιστώμενη δόση έναρξης της βενλαφαξίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης
είναι 75 mg χορηγούμενα μία φορά την ημέρα. Οι ασθενείς που δεν
ανταποκρίνονται στην αρχική δόση των 75 mg/ημέρα, μπορεί να ωφεληθούν
από αυξήσεις στη δόση μέχρι τη μέγιστη δόση των 375 mg/ημέρα. Οι αυξήσεις
της δόσης μπορεί να γίνονται ανά διαστήματα 2 εβδομάδων ή περισσότερο. Εάν
η σοβαρότητα του συμπτώματος το δικαιολογεί κλινικά, αυξήσεις της δόσης
μπορεί να γίνουν σε πιο συχνά διαστήματα, που δεν είναι μικρότερα των 4
ημερών.
Εξαιτίας του κινδύνου των ανεπιθύμητων ενεργειών που συνδέονται με τη
δόση, οι αυξήσεις της δόσης πρέπει να γίνονται μόνο μετά από κλινική
αξιολόγηση (βλ. παράγραφο 4.4). Πρέπει να διατηρείται η ελάχιστη
αποτελεσματική δόση.
Οι ασθενείς πρέπει να υποβάλλονται σε θεραπεία για αρκετό χρονικό διάστημα,
συνήθως αρκετούς μήνες ή περισσότερο. Η θεραπεία πρέπει να
επαναξιολογείται τακτικά και εξατομικευμένα. Μπορεί να είναι κατάλληλη η
μακροχρόνια θεραπεία για την πρόληψη της επανεμφάνισης των επεισοδίων
μείζονος κατάθλιψης (MDE). Στις περισσότερες περιπτώσεις, η συνιστώμενη
δόση για την πρόληψη της επανεμφάνισης των επεισοδίων μείζονος κατάθλιψης
είναι η ίδια με αυτή που χορηγήθηκε κατά τη διάρκεια του υπάρχοντος
επεισοδίου.
Τα αντικαταθλιπτικά φαρμακευτικά προϊόντα πρέπει να συνεχιστούν για
τουλάχιστον 6 μήνες μετά από την υποχώρηση συμπτωμάτων.
Γενικευμένη αγχώδης διαταραχή (ΓΑΔ)
Η συνιστώμενη δόση έναρξης της βενλαφαξίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης
είναι 75 mg, χορηγούμενη μία φορά ημερησίως. Οι ασθενείς που δεν
ανταποκρίνονται στην αρχική δόση των 75 mg/ημέρα, μπορεί να ωφεληθούν
από αυξήσεις στη δόση μέχρι τη μέγιστη δόση των 225 mg/ημέρα. Οι αυξήσεις
της δόσης μπορεί να γίνονται ανά διαστήματα 2 εβδομάδων ή περισσότερο.
Εξαιτίας του κινδύνου των ανεπιθύμητων ενεργειών που συνδέονται με τη
δόση, οι αυξήσεις της δόσης πρέπει να γίνονται μετά από κλινική αξιολόγηση
(βλ. παράγραφο 4.4). Πρέπει να διατηρείται η ελάχιστη αποτελεσματική δόση.
Οι ασθενείς πρέπει να υποβάλλονται σε θεραπεία για αρκετό χρονικό διάστημα,
συνήθως αρκετούς μήνες ή περισσότερο. Η θεραπεία πρέπει να
επαναξιολογείται τακτικά και εξατομικευμένα.
Κοινωνική αγχώδης διαταραχή (ΚΑΔ)
Η συνιστώμενη δόση της βενλαφαξίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης είναι
75 mg, χορηγούμενη μία φορά ημερησίως. Δεν υπάρχουν δεδομένα ότι
υψηλότερες δόσεις θα οδηγήσουν σε επιπρόσθετο όφελος.
Ωστόσο, σε μεμονωμένους ασθενείς που δεν ανταποκρίνονται στην αρχική δόση
των 75 mg/ημέρα, μπορεί να απαιτούνται αυξήσεις μέχρι τη μέγιστη δόση των
225 mg/ημέρα. Οι αυξήσεις της δόσης μπορεί να γίνονται ανά διαστήματα 2
εβδομάδων ή περισσότερο.
Εξαιτίας του κινδύνου των ανεπιθύμητων ενεργειών που συνδέονται με τη
δόση, οι αυξήσεις της δόσης πρέπει να γίνονται μετά από κλινική αξιολόγηση
(βλ. παράγραφο 4.4). Πρέπει να διατηρείται η ελάχιστη αποτελεσματική δόση.
Οι ασθενείς πρέπει να υποβάλλονται σε θεραπεία για αρκετό χρονικό διάστημα,
συνήθως αρκετούς μήνες ή περισσότερο. Η θεραπεία πρέπει να
επαναξιολογείται τακτικά και εξατομικευμένα.
Διαταραχή πανικού
Συνιστάται η δόση των 37,5 mg/ημέρα βενλαφαξίνης παρατεταμένης
αποδέσμευσης να χορηγηθεί επί 7 ημέρες. Mετά η δόση θα πρέπει να αυξηθεί
στα 75 mg/ημέρα. Οι ασθενείς που δεν ανταποκρίνονται στη δόση των
75 mg/ημέρα, μπορεί να ωφεληθούν από αυξήσεις στη δόση μέχρι τη μέγιστη
δόση των 225 mg/ημέρα.Οι αυξήσεις της δόσης μπορεί να γίνονται ανά
διαστήματα 2 εβδομάδων ή περισσότερο.
Εξαιτίας του κινδύνου των ανεπιθύμητων ενεργειών που συνδέονται με τη
δόση, οι αυξήσεις της δόσης πρέπει να γίνονται μετά από κλινική αξιολόγηση
(βλ. παράγραφο 4.4). Πρέπει να διατηρείται η ελάχιστη αποτελεσματική δόση.
Οι ασθενείς πρέπει να υποβάλλονται σε θεραπεία για αρκετό χρονικό διάστημα,
συνήθως αρκετούς μήνες ή περισσότερο. Η θεραπεία πρέπει να
επαναξιολογείται τακτικά και εξατομικευμένα.
Χορήγηση σε ηλικιωμένους ασθενείς
Δεν συνιστάται καμία προσαρμογή στη δόση της βενλαφαξίνης για τους
υπερήλικες εξαιτίας της ηλικίας τους μόνο. Ωστόσο, απαιτείται προσοχή κατά
την αντιμετώπιση των ηλικιωμένων (π.χ. εξαιτίας της πιθανότητας νεφρικής
δυσλειτουργίας, η δυνατότητα μεταβολών της ευαισθησίας και συγγένειας του
νευροδιαβιβαστή που επέρχεται με την ηλικία). Πρέπει πάντοτε να χορηγείται η
ελάχιστη αποτελεσματική δόση και οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται
προσεκτικά όταν απαιτείται αύξηση της δόσης.
Χορήγηση σε παιδιά και εφήβους κάτω των 18 ετών
Δεν συνιστάται η χορήγηση της βενλαφαξίνης σε παιδιά και εφήβους.
Ελεγχόμενες κλινικές μελέτες σε παιδιά και εφήβους με μείζονα καταθλιπτική
διαταραχή απέτυχαν να αποδείξουν αποτελεσματικότητα και δεν υποστηρίζουν
τη χρήση της βενλαφαξίνης σε αυτούς τους ασθενείς (βλ. παραγράφους 4.4 και
4.8).
Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της βενλαφαξίνης για άλλες ενδείξεις
σε παιδιά και εφήβους κάτω των 18 ετών δεν έχει τεκμηριωθεί.
Χορήγηση σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία
Σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία, γενικώς η δόση πρέπει
να μειωθεί κατά 50%. Ωστόσο, λόγω της διακύμανσης της κάθαρσης σε
διαφορετικά άτομα μπορεί να είναι επιθυμητή η εξατομίκευση της δοσολογίας.
Υπάρχουν περιορισμένα στοιχεία για ασθενείς με σοβαρή ηπατική
δυσλειτουργία. Συνιστάται προσοχή και μείωση της δόσης σε ποσοστό
μεγαλύτερο του 50%. Το ενδεχόμενο όφελος πρέπει να υπολογίζεται έναντι του
κινδύνου στη θεραπεία ασθενών με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία.
Χορήγηση σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία
Αν και δεν χρειάζεται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ρυθμό
σπειραματικής διήθησης (GFR) μεταξύ 30-70 ml/min, συνιστάται προσοχή. Σε
ασθενείς που χρειάζονται αιμοκάθαρση και σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική
δυσλειτουργία (GFR < 30 ml/min), η δόση πρέπει να μειωθεί κατά 50%.
Εξαιτίας της διακύμανσης της κάθαρσης σε διαφορετικά άτομα, μπορεί να είναι
επιθυμητή η εξατομίκευση της δοσολογίας.
Σύνδρομο στέρησης που εμφανίζεται με τη διακοπή της βενλαφαξίνης
Η απότομη διακοπή πρέπει να αποφεύγεται. Όταν διακόπτεται η θεραπεία με
βενλαφαξίνη, η δόση πρέπει να μειώνεται βαθμιαία για μία περίοδο
τουλάχιστον μίας με δύο εβδομάδων, ώστε να μειωθεί ο κίνδυνος των
συμπτωμάτων εκ διακοπής (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.8). Εάν εμφανισθούν μη
ανεκτά συμπτώματα ως επακόλουθο της μείωσης της δόσης ή της διακοπής της
θεραπείας, μπορεί να επαναληφθεί η προηγουμένως συνταγογραφούμενη δόση.
Επομένως, ο γιατρός μπορεί να συνεχίζει τη βαθμιαία μείωση της δόσης αλλά
με διαφορετικό ρυθμό.
Τρόπος χορήγησης
Από του στόματος χρήση.
Συνιστάται η λήψη των δισκίων παρατεταμένης αποδέσμευσης βενλαφαξίνης με
τροφή, περίπου την ίδια ώρα κάθε ημέρα. Τα δισκία πρέπει να καταπίνονται
ολόκληρα με υγρό και να μην διαχωρίζονται, συνθλίβονται, μασώνται ή
διαλύονται.
Οι ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με δισκία άμεσης αποδέσμευσης
βενλαφαξίνης μπορούν να αλλάξουν σε δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης
βενλαφαξίνης στην πλησιέστερη ισοδύναμη ημερήσια δόση. Για παράδειγμα, τα
δισκία βενλαφαξίνης άμεσης αποδέσμευσης 37,5 mg δύο φορές ημερησίως
μπορούν να αλλάξουν σε δισκία βενλαφαξίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης
75 mg μία φορά ημερησίως. Μπορεί να απαιτηθούν εξατομικεύσεις στη ρύθμιση
της δοσολογίας.
Τα δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης διατηρούν το σχήμα τους σε όλη τη
διάρκεια της πέψης απελευθερώνοντας τη δραστική ουσία και αποβάλλονται
ανέπαφα στα κόπρανα.
4.3 Αντενδείξεις
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα που
6.1αναφέρονται στην παράγραφο .
Η συγχορήγηση με μη αναστρέψιμους αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης
(ΜΑΟ) αντενδείκνυται λόγω του κινδύνου εμφάνισης του συνδρόμου
σεροτονίνης με συμπτώματα όπως διέγερση, τρόμος και υπερθερμία. Η
βενλαφαξίνη δεν πρέπει να ξεκινήσει μέχρι να παρέλθουν τουλάχιστον 14
ημέρες μετά τη διακοπή της θεραπείας με έναν μη αναστρέψιμο αναστολέα της
ΜΑΟ.
Η βενλαφαξίνη πρέπει να διακόπτεται για τουλάχιστον 7 ημέρες πριν την
έναρξη της θεραπείας με μη αναστρέψιμο αναστολέα ΜΑΟ (βλ. παραγράφους
4.4 και 4.5).
4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Αυτοκτονία/σκέψεις αυτοκτονίας ή κλινική επιδείνωση
Η κατάθλιψη σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο αυτοκτονικών σκέψεων,
αυτοτραυματισμού και αυτοκτονίας (επεισόδια σχετιζόμενα με αυτοκτονία). Ο
κίνδυνος αυτός παραμένει έως ότου επιτευχθεί σημαντική ύφεση. Καθώς μπορεί
να μη σημειωθεί βελτίωση κατά τη διάρκεια των πρώτων λίγων εβδομάδων
θεραπείας ή περισσότερων, οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται στενά έως
ότου επιτευχθεί τέτοια βελτίωση. Κατά τη γενική κλινική εμπειρία, ο κίνδυνος
αυτοκτονίας μπορεί να αυξηθεί κατά τα πρώιμα στάδια ανάρρωσης.
Άλλες ψυχιατρικές καταστάσεις για τις οποίες η βενλαφαξίνη
συνταγογραφείται μπορεί επίσης να σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο
επεισοδίων σχετιζόμενων με αυτοκτονία. Επιπρόσθετα, αυτές οι καταστάσεις
μπορεί να συνυπάρχουν με μείζονα καταθλιπτική διαταραχή. Για το λόγο αυτό,
οι ίδιες προφυλάξεις που λαμβάνονται κατά τη θεραπεία ασθενών με μείζονα
καταθλιπτική διαταραχή, πρέπει να λαμβάνονται και κατά τη θεραπεία
ασθενών με άλλες ψυχιατρικές διαταραχές.
Ασθενείς με ιστορικό επεισοδίων σχετιζόμενων με αυτοκτονία ή εκείνοι που
παρουσιάζουν σημαντικού βαθμού αυτοκτονικό ιδεασμό πριν από την έναρξη
της θεραπείας, είναι γνωστό ότι διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο αυτοκτονικών
σκέψεων ή αποπειρών αυτοκτονίας και γι’ αυτό θα πρέπει να
παρακολουθούνται προσεκτικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Μία μετα-
ανάλυση ελεγχόμενων με εικονικό φάρμακο κλινικών δοκιμών με
αντικαταθλιπτικά φάρμακα σε ενήλικες ασθενείς με ψυχιατρικές διαταραχές
έδειξε αυξημένο κίνδυνο αυτοκτονικής συμπεριφοράς με αντικαταθλιπτικά σε
σύγκριση με το εικονικό φάρμακο σε ασθενείς ηλικίας κάτω των 25 ετών.
Στενή παρακολούθηση των ασθενών, και ιδιαίτερα αυτών που διατρέχουν
υψηλό κίνδυνο, πρέπει να συνδυάζεται με τη φαρμακευτική αγωγή, ιδιαίτερα
στην αρχή της θεραπείας και μετά από αλλαγές στη δοσολογία. Οι ασθενείς
(και αυτοί που φροντίζουν τους ασθενείς) πρέπει να είναι σε επαγρύπνηση
σχετικά με την ανάγκη παρακολούθησης για οποιαδήποτε κλινική επιδείνωση,
αυτοκτονική συμπεριφορά ή σκέψεις και οποιεσδήποτε ασυνήθιστες αλλαγές
στη συμπεριφορά και να αναζητήσουν ιατρική συμβουλή άμεσα εάν
εμφανιστούν αυτά τα συμπτώματα.
Χορήγηση σε παιδιά και εφήβους κάτω των 18 ετών
Η βενλαφαξίνη δεν πρέπει να χορηγείται για τη θεραπεία παιδιών και εφήβων
κάτω των 18 ετών. Η εμφάνιση αυτοκτονικής συμπεριφοράς (απόπειρες
αυτοκτονίας και σκέψεις αυτοκτονίας), καθώς και η εμφάνιση εχθρικής
συμπεριφοράς (κυρίως επιθετικότητα, εναντιωτική συμπεριφορά και θυμός)
παρατηρήθηκαν με μεγαλύτερη συχνότητα σε κλινικές δοκιμές με παιδιά και
εφήβους που λάμβαναν αντικαταθλιπτικά σε σύγκριση με εκείνους που
λάμβαναν εικονικό φάρμακο. Εάν, εντούτοις, αποφασιστεί να χορηγηθεί
σχετική αγωγή, λόγω κλινικής ανάγκης, ο ασθενής πρέπει να παρακολουθείται
με προσοχή για την πιθανότητα εμφάνισης αυτοκτονικών συμπτωμάτων.
Επιπλέον, δεν υπάρχουν μεγάλης χρονικής διάρκειας στοιχεία ασφάλειας σε
παιδιά και εφήβους όσον αφορά τη σωματική τους ανάπτυξη, την ωρίμανση, τη
διανοητική ανάπτυξη και την ανάπτυξη της συμπεριφοράς.
Σύνδρομο σεροτονίνης
Όπως και με άλλους σεροτονινεργικούς παράγοντες, κατά τη θεραπεία με
βενλαφαξίνη μπορεί να παρατηρηθεί σύνδρoμο σεροτονίνης, μία δυνητικά
απειλητική για τη ζωή κατάσταση, ιδιαίτερα με την ταυτόχρονη χρήση άλλων
παραγόντων που μπορεί να επηρεάζουν το σύστημα σεροτονινεργικής
νευροδιαβίβασης (συμπεριλαμβανομένων των τριπτανών, των SSRIs, των
SNRIs, του λιθίου, της σιμπουτραμίνης, του Βοτάνου του Αγ. Ιωάννη (St. John's
wort [Hypericum perforatum]), της φαιντανύλης και των αναλόγων της, της
τραμαδόλης, της δεξτρομεθορφάνης, της ταπενταδόλης, της πεθιδίνης, της
μεθαδόνης και της πενταζοσίνης), με φάρμακα, που επηρεάζουν το μεταβολισμό
της σεροτονίνης (όπως οι αναστολείς ΜΑΟ, π.χ. μπλε του μεθυλενίου), με
πρόδρομες ουσίες της σεροτονίνης (όπως τα συμπληρώματα τρυπτοφάνης), ή με
αντιψυχωσικά ή άλλους ντοπαμινικούς ανταγωνιστές (βλ. παραγράφους 4.3 και
4.5).
Τα συμπτώματα του συνδρόμου σεροτονίνης μπορεί να περιλαμβάνουν αλλαγές
στη νοητική κατάσταση (π.χ. διέγερση, ψευδαισθήσεις, κώμα), αστάθεια από το
αυτόνομο (π.χ. ταχυκαρδία, ασταθή πίεση αίματος, υπερθερμία), διαταραχές της
νευρομυϊκής λειτουργίας (π.χ. αύξηση αντανακλαστικών, έλλειψη συντονισμού)
και/ή γαστρεντερικά συμπτώματα (π.χ. ναυτία, έμετος, διάρροια).
Το Σύνδρομο Σεροτονίνης στην πιο σοβαρή μορφή του μπορεί να μιμείται το
Κακόηθες Νευροληπτικό Σύνδρομο, το οποίο περιλαμβάνει υπερθερμία, μυϊκή
ακαμψία, δυσαυτονομία με πιθανή ταχεία διακύμανση των ζωτικών σημείων
και μεταβολές της διανοητικής κατάστασης.
Αν η ταυτόχρονη θεραπεία με βενλαφαξίνη και άλλους παράγοντες που μπορεί
να επηρεάζουν τα σεροτονινεργικά και/ή τα ντοπαμινεργικά συστήματα
νευροδιαβίβασης απαιτείται κλινικά, συνιστάται η προσεκτική παρακολούθηση
του ασθενούς, ιδιαίτερα κατά την έναρξη της θεραπείας και κατά τις αυξήσεις
των δόσεων.
Η ταυτόχρονη χορήγηση βενλαφαξίνης με πρόδρομες ουσίες της σεροτονίνης
(όπως τα συμπληρώματα τρυπτοφάνης) δε συνιστάται.
Γλαύκωμα κλειστής γωνίας
Μπορεί να παρατηρηθεί μυδρίαση, που σχετίζεται με τη βενλαφαξίνη.
Συνιστάται να παρακολουθούνται στενά οι ασθενείς με αυξημένη ενδοφθάλμια
πίεση ή ασθενείς σε κίνδυνο για γλαύκωμα κλειστής γωνίας.
Αρτηριακή πίεση
Δοσοεξαρτώμενες αυξήσεις της αρτηριακής πίεσης έχουν αναφερθεί συχνά με
βενλαφαξίνη. Σε μερικές περιπτώσεις, σοβαρή αύξηση της αρτηριακής πίεσης
χρήζουσας άμεσης αντιμετώπισης έχει αναφερθεί από την εμπειρία μετά την
κυκλοφορία του φαρμάκου. Όλοι οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται για
υψηλή αρτηριακή πίεση και προϋπάρχουσα υπέρταση πρέπει να ελέγχεται πριν
την έναρξη της θεραπείας. Η αρτηριακή πίεση πρέπει να ελέγχεται περιοδικά
μετά την έναρξη της θεραπείας και μετά από αυξήσεις της δόσης. Χρειάζεται
προσοχή σε ασθενείς με συνυπάρχοντα νοσήματα, τα οποία μπορεί να
επιδεινωθούν από αυξήσεις της αρτηριακής πίεσης, π.χ. σε αυτούς με διαταραχή
της καρδιακής λειτουργίας.
Καρδιακή συχνότητα
Μπορεί να συμβούν αυξήσεις της καρδιακής συχνότητας, ιδιαίτερα με
υψηλότερες δόσεις. Χρειάζεται προσοχή σε ασθενείς με συνυπάρχοντα
νοσήματα που μπορεί να επιδεινωθούν από αυξήσεις της καρδιακής
συχνότητας.
Καρδιοπάθεια και κίνδυνος αρρυθμίας
Η βενλαφαξίνη δεν έχει αξιολογηθεί σε ασθενείς με πρόσφατο ιστορικό
εμφράγματος του μυοκαρδίου ή ασταθούς καρδιοπάθειας. Ως εκ τούτου, πρέπει
να χρησιμοποιείται με προσοχή σε αυτούς τους ασθενείς.
Στην εμπειρία μετά την κυκλοφορία, έχουν αναφερθεί περιπτώσεις παράτασης
του διαστήματος QTc, κοιλιακής ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου (TdP), κοιλιακής
ταχυκαρδίας, και θανατηφόρες καρδιακές αρρυθμίες με τη χρήση βενλαφαξίνης,
ιδιαίτερα σε υπερδοσολογία ή σε ασθενείς με άλλους παράγοντες κινδύνου για
παράταση του QTc/TdP. Η ισορροπία των κινδύνων και των οφελών θα πρέπει
να εξετάζονται πριν από τη συνταγογράφηση της βενλαφαξίνης σε ασθενείς με
αυξημένο κίνδυνο σοβαρής καρδιακής αρρυθμίας ή παράτασης του διαστήματος
QTc.
Σπασμοί
Μπορεί να παρατηρηθούν σπασμοί με τη θεραπεία βενλαφαξίνης. Όπως και όλα
τα αντικαταθλιπτικά, η βενλαφαξίνη πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε
ασθενείς με ιστορικό σπασμών, και οι ενδιαφερόμενοι ασθενείς πρέπει να
παρακολουθούνται στενά. Η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται σε κάθε ασθενή
που εμφανίζει σπασμούς.
Υπονατριαιμία
Με τη βενλαφαξίνη μπορεί να παρατηρηθεί υπονατριαιμία και/ή σύνδρομο
απρόσφορης έκκρισης αντιδιουρητικής ορμόνης (Syndrome of Inappropriate Antidiuretic
Hormone secretion, SIADH). Αυτό παρατηρείται πιο συχνά σε ασθενείς με
υποογκαιμία ή αφυδατωμένους ασθενείς. Ηλικιωμένοι ασθενείς, ασθενείς που
λαμβάνουν διουρητικά και ασθενείς με υποογκαιμία μπορεί να είναι σε
μεγαλύτερο κίνδυνο για αυτό το γεγονός.
Μη φυσιολογικές αιμορραγικές εκδηλώσεις
μ Φαρ ακευτικά προϊόντα που αναστέλλουν την πρόσληψη σεροτονίνης μ πορεί να
οδηγήσουν σε μ μειω ένη μλειτουργία των αι οπεταλίων. μ Τα αι ορραγικά επεισόδια
μπου σχετίζονται ε τη χρήση SSRI και SNRI μ κυ αίνονται από μεκχυ ώσεις,
μ μαι ατώ ατα, επίσταξη και πετέχειες για το γαστρεντερικό και απειλητικές για τη
ζωή μαι ορραγίες. Ο κίνδυνος μαι ορραγίας μ πορεί να αυξηθεί σε ασθενείς που
μ λα βάνουν βενλαφαξίνη. μ Όπως και ε άλλους αναστολείς επαναπρόσληψης της
σεροτονίνης, η βενλαφαξίνη πρέπει μ μ να χρησι οποιείται ε προσοχή σε μασθενείς ε
προδιάθεση για μαι ορραγία, μ μ μ συ περιλα βανο ένων των ασθενών μ που λα βάνουν
μαντιπηκτικά φάρ ακα και αναστολείς μαι οπεταλίων.
Χοληστερόλη στον ορό
Σε κλινικές μελέτες ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο (placebo) και διάρκειας
τουλάχιστον 3 μηνών, αναφέρθηκαν κλινικώς σημαντικές αυξήσεις στη
χοληστερόλη του ορού σε 5,3% των ασθενών στους οποίους χορηγήθηκε
βενλαφαξίνη και σε 0,0% των ασθενών στους οποίους χορηγήθηκε εικονικό
φάρμακο (placebo). Κατά τη διάρκεια μακρόχρονης θεραπείας, πρέπει να
εξετάζεται το ενδεχόμενο παρακολούθησης των επιπέδων χοληστερόλης.
Συγχορήγηση με φάρμακα κατά της παχυσαρκίας
Δεν έχει τεκμηριωθεί η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της θεραπείας με
βενλαφαξίνη όταν χορηγείται σε συνδυασμό με φάρμακα κατά της
παχυσαρκίας, συμπεριλαμβανομένης της φαιντερμίνης. Η συγχορήγηση
βενλαφαξίνης και φαρμάκων κατά της παχυσαρκίας δε συνιστάται. Η
βενλαφαξίνη δεν ενδείκνυται για μείωση σωματικού βάρους είτε από μόνη της
είτε σε συνδυασμό με άλλα προϊόντα.
Μανία/υπομανία
Μανία/υπομανία μπορεί να εκδηλωθεί σε μικρό ποσοστό ασθενών με
διαταραχές διάθεσης, οι οποίοι λάμβαναν αντικαταθλιπτικά,
συμπεριλαμβανομένης της βενλαφαξίνης. Όπως με άλλα αντικαταθλιπτικά, η
βενλαφαξίνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό ή
οικογενειακό ιστορικό διπολικής διαταραχής.
Επιθετικότητα
Επιθετικότητα μπορεί να εκδηλωθεί σε μικρό αριθμό ασθενών στους οποίους
χορηγήθηκαν αντικαταθλιπτικά, συμπεριλαμβανομένης της βενλαφαξίνης. Αυτό
αναφέρθηκε στην έναρξη, στις αλλαγές στη δόση και στη διακοπή της
θεραπείας.
Όπως και με άλλα αντικαταθλιπτικά, η βενλαφαξίνη πρέπει να χορηγείται με
προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό επιθετικότητας.
Διακοπή της θεραπείας
Όταν η θεραπεία διακόπτεται παρατηρούνται συχνά τα συμπτώματα στέρησης,
ειδικά εάν η διακοπή είναι απότομη (βλ. παράγραφο 4.8). Σε κλινικές μελέτες,
οι ανεπιθύμητες ενέργειες που παρουσιάζονται στη διακοπή της θεραπείας
(σταδιακή μείωση και μετά τη σταδιακή μείωση) εμφανίζονται περίπου στο 31%
των ασθενών στους οποίους χορηγείται βενλαφαξίνη και στο 17% των ασθενών
που λαμβάνουν εικονικό φάρμακο (placebo).
Ο κίνδυνος των συμπτωμάτων στέρησης μπορεί να εξαρτάται από διάφορους
παράγοντες, συμπεριλαμβανομένης της διάρκειας και της δόσης της θεραπείας
καθώς και του ρυθμού μείωσης της δόσης. Οι πιο συνηθισμένες αντιδράσεις που
αναφέρονται είναι η ζάλη, διαταραχές αισθητικότητας (συμπεριλαμβανομένης
της παραισθησίας), διαταραχές ύπνου (συμπεριλαμβανομένης αϋπνίας και
έντονα όνειρα), διέγερση ή άγχος, ναυτία και/ή έμετος, τρόμος και κεφαλαλγία.
Γενικά, αυτά τα συμπτώματα είναι ήπια έως μέτρια, ωστόσο σε μερικούς
ασθενείς μπορεί η ένταση να είναι σε μεγαλύτερο βαθμό. Αυτά συνήθως
εκδηλώνονται μέσα στις πρώτες μερικές ημέρες από τη διακοπή της θεραπείας,
αλλά υπάρχουν πολύ σπάνιες αναφορές αυτών των συμπτωμάτων σε ασθενείς
που έχουν χάσει ακούσια μία δόση. Γενικά, αυτά τα συμπτώματα είναι
αυτοπεριοριζόμενα και συνήθως υποχωρούν μέσα σε 2 εβδομάδες, αν και σε
μερικούς ασθενείς τα συμπτώματα αυτά μπορεί να παραταθούν (2-3 μήνες ή
περισσότερο). Επομένως, συνιστάται η βενλαφαξίνη να μειώνεται βαθμιαία
όταν διακόπτεται η θεραπεία πάνω από μία περίοδο αρκετών εβδομάδων ή
μηνών, σύμφωνα με τις ανάγκες του ασθενή (βλ. παράγραφο 4.2).
Ακαθησία/ψυχοκινητική ανησυχία
Η χρήση βενλαφαξίνης έχει συνδεθεί με την εμφάνιση ακαθησίας,
χαρακτηριζόμενη από υποκειμενική δυσάρεστη ή δυσχερή ανησυχία και την
ανάγκη για συχνή κίνηση, συνοδευόμενη από ανικανότητα να καθίσετε ή να
σταθείτε ακίνητοι. Αυτό πιθανόν να συμβεί μέσα στις πρώτες εβδομάδες της
θεραπείας. Σε ασθενείς που παρουσιάζουν αυτά τα συμπτώματα η αύξηση της
δόσης μπορεί να είναι επιβλαβής.
Ξηροστομία
Ξηροστομία αναφέρεται στο 10% των ασθενών που λαμβάνουν βενλαφαξίνη.
Αυτό μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο της τερηδόνας και οι ασθενείς πρέπει να
ενημερώνονται για τη σημασία της υγιεινής των δοντιών.
Διαβήτης
Σε ασθενείς με διαβήτη, η θεραπεία με SSRI ή βενλαφαξίνη μπορεί να επηρεάσει
το γλυκαιμικό έλεγχο. Η δόση της ινσουλίνης και/ ή των από του στόματος
αντιδιαβητικών φαρμάκων ενδεχομένως να απαιτήσουν ρύθμιση.
Αλληλεπιδράσεις Φαρμάκου – Εργαστηριακών Δοκιμασιών
Έχουν αναφερθεί ψευδώς θετικές ανοσολογικές εξετάσεις ούρων για την
ανίχνευση της φαινοκυκλιδίνης (PCP) και της αμφεταμίνης σε ασθενείς που
λαμβάνουν βενλαφαξίνη. Αυτό οφείλεται στην έλλειψη ειδικότητας των
δοκιμασιών ανίχνευσης. Ενδέχεται να αναμένονται ψευδώς θετικά
αποτελέσματα των εξετάσεων για αρκετές ημέρες μετά τη διακοπή της
θεραπείας με βενλαφαξίνη. Δοκιμασίες επιβεβαίωσης, όπως αέρια
χρωματογραφία/φασματομετρία μάζας, θα διακρίνουν τη βενλαφαξίνη από την
PCP και την αμφεταμίνη.
Πιθανότητα απόφραξης του γαστρεντερικού σωλήνα
Επειδή το παρατεταμένης αποδέσμευσης δισκίο Serosmine δε χάνει το σχήμα του
και δεν αλλάζει το σχήμα του περιβλήματος του μέσα στο γαστρεντερικό
σωλήνα, κανονικά δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με προϋπάρχουσα,
σοβαρή στένωση του γαστρεντερικού (παθολογική ή ιατρογενής) ή σε ασθενείς
με δυσφαγία ή σημαντική δυσκολία κατάποσης δισκίων. Υπήρξαν σπάνιες
αναφορές συμπτωμάτων απόφραξης σε ασθενείς με γνωστό στένωμα σε σχέση
με την πέψη φαρμάκων σε μορφές παρατεταμένης αποδέσμευσης που δεν
χάνουν το σχήμα του περιβλήματος τους.
Λόγω του σχεδιασμού του δισκίου παρατεταμένης αποδέσμευσης του Serosmine
πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο από ασθενείς που μπορούν να καταπιούν το
δισκίο ολόκληρο (βλ. παράγραφο 4.2).
Τα δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης Serosmine περιέχουν λακτόζη.
Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη,
έλλειψη λακτάσης Lapp ή κακή απορρόφηση γλυκόζης- γαλακτόζης δεν πρέπει
να πάρουν αυτό το φάρμακο.
4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες
μορφές αλληλεπίδρασης
Αναστολείς της ΜΑΟ
-
Μη αναστρέψιμοι, μη εκλεκτικοί αναστολείς της ΜΑΟ
Η βενλαφαξίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με μη
αναστρέψιμους, μη εκλεκτικούς αναστολείς της ΜΑΟ. Η βενλαφαξίνη δεν
πρέπει να ξεκινήσει για τουλάχιστον 14 ημέρες μετά τη διακοπή της
θεραπείας με έναν μη αναστρέψιμο μη εκλεκτικό αναστολέα της ΜΑΟ. Η
βενλαφαξίνη πρέπει να διακοπεί για τουλάχιστον 7 ημέρες πριν ξεκινήσει η
θεραπεία με έναν μη αναστρέψιμο μη εκλεκτικό αναστολέα της ΜΑΟ (βλ.
παραγράφους 4.3 και 4.4).
-
Αναστρέψιμος, εκλεκτικός αναστολέας της ΜΑΟ-Α (μοκλοβεμίδη)
Δε συνιστάται ο συνδυασμός βενλαφαξίνης με έναν αναστρέψιμο και
εκλεκτικό αναστολέα της ΜΑΟ, όπως είναι η μοκλοβεμίδη, λόγω του
κινδύνου συνδρόμου σεροτονίνης. Μετά τη θεραπεία με έναν αναστρέψιμο
αναστολέα της ΜΑΟ, μία περίοδος απόσυρσης του φαρμάκου μικρότερη των
14 ημερών μπορεί να χρησιμοποιηθεί πριν την έναρξη της θεραπείας με
βενλαφαξίνη. Συνιστάται η διακοπή βενλαφαξίνης για τουλάχιστον 7 ημέρες
πριν την έναρξη της θεραπείας με έναν αναστρέψιμο αναστολέα της ΜΑΟ
(βλ. παράγραφο 4.4).
-
Αναστρέψιμος, μη εκλεκτικός αναστολέας της ΜΑΟ (λινεζολίδη)
Το αντιβιοτικό λινεζολίδη είναι ένας ασθενής αναστρέψιμος μη εκλεκτικός
αναστολέας της ΜΑΟ και δεν πρέπει να δίνεται σε ασθενείς που
υπεβλήθησαν σε θεραπεία με βενλαφαξίνη (βλ. παράγραφο 4.4).
Σε ασθενείς οι οποίοι πρόσφατα διέκοψαν τη χρήση ενός αναστολέα της ΜΑΟ
και ξεκίνησαν τη χρήση βενλαφαξίνης ή που πρόσφατα διέκοψαν τη θεραπεία με
βενλαφαξίνη πριν την έναρξη της λήψης αναστολέα της ΜΑΟ έχουν αναφερθεί
σοβαρές ανεπιθύμητες αντιδράσεις. Οι αντιδράσεις αυτές περιελάμβαναν
τρόμο, μυοκλονία, εφίδρωση, ναυτία, έμετο, εξάψεις, ζάλη και υπερθερμία, με
χαρακτηριστικά που προσομοιάζουν με το κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο,
σπασμούς και θάνατο.
Σύνδρομο σεροτονίνης
Όπως και με άλλους σεροτονινεργικούς παράγοντες, κατά τη θεραπεία με
βενλαφαξίνη μπορεί να παρατηρηθεί σύνδρομο σεροτονίνης, μία δυνητικά
απειλητική για τη ζωή κατάσταση, ιδιαίτερα με την ταυτόχρονη χρήση άλλων
παραγόντων, που μπορεί να επηρεάζουν το σύστημα σεροτονινεργικής
νευροδιαβίβασης (που περιλαμβάνουν τις τριπτάνες, τους SSRIs, τους SNRIs, το
λίθιο, τη σιμπουτραμίνη, το βαλσαμόχορτο (St. John's Wort [
Hypericum
perforatum
])), της φαιντανύλης και των αναλόγων της, της δεξτρομεθορφάνης,
της ταπενταδόλης, της πεθιδίνης, της μεθαδόνης και της πενταζοσίνης), με
φάρμακα, τα οποία επηρεάζουν το μεταβολισμό της σεροτονίνης (όπως οι
αναστολείς ΜΑΟ, π.χ. μπλε του μεθυλενίου) ή με πρόδρομες ουσίες της
σεροτονίνης (όπως τα συμπληρώματα τρυπτοφάνης) ή με αντιψυχωσικά ή
άλλους ντοπαμινικούς ανταγωνιστές (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.4).
Εάν απαιτείται κλινικά η ταυτόχρονη θεραπεία με βενλαφαξίνη και με έναν
SSRI, έναν SNRI ή έναν αγωνιστή του υποδοχέα της σεροτονίνης (τριπτάνη),
συνιστάται η προσεκτική παρακολούθηση του ασθενούς, ιδιαίτερα κατά την
έναρξη της θεραπείας και τις αυξήσεις της δόσης. Η ταυτόχρονη χρήση της
βενλαφαξίνης με πρόδρομες ουσίες της σεροτονίνης (όπως συμπληρώματα
τρυπτοφάνης) δεν συνιστάται (βλ. παράγραφο 4.4).
Ουσίες που δρουν στο ΚΝΣ
Ο κίνδυνος της χρήσης της βενλαφαξίνης σε συνδυασμό με άλλες ουσίες που
δρουν στο ΚΝΣ δεν έχει εκτιμηθεί συστηματικά. Επομένως, συνιστάται
προσοχή όταν συγχορηγείται βενλαφαξίνη με ουσίες που δρουν στο ΚΝΣ.
Αιθανόλη
Η χορήγηση βενλαφαξίνης δεν ενίσχυσε τα ψυχοκινητικά και ψυχομετρικά
αποτελέσματα που προκαλούσε η αιθανόλη. Παρόλα αυτά, όπως με όλες τις
ουσίες που επενεργούν στο ΚΝΣ, συνιστάται στους ασθενείς να μη γίνεται
κατανάλωση.
Φάρμακα που Παρατείνουν το διάστημα QT
Ο κίνδυνος παράτασης του διαστήματος QTc ή/και κοιλιακών αρρυθμιών (π.χ.,
TdP) αυξάνεται με την ταυτόχρονη χρήση άλλων φαρμακευτικών προϊόντων που
παρατείνουν το διάστημα QTc. Η συγχορήγηση αυτών των φαρμάκων θα πρέπει
να αποφεύγεται (βλέπε παράγραφο 4.4).
Οι σχετικές κατηγορίες περιλαμβάνουν:
τάξης ΙΑ και ΙΙΙ αντιαρρυθμικά (π.χ. κινιδίνη, αμιοδαρόνη, σοταλόλη,
δοφετιλίδη)
ορισμένα αντιψυχωσικά (π.χ. θειοριδαζίνη)
ορισμένα μακρολίδια (π.χ. ερυθρομυκίνη)
ορισμένα αντιισταμινικά
ορισμένα αντιβιοτικά κινολόνες (π.χ. μοξιφλοξασίνη)
Ο παραπάνω κατάλογος δεν είναι εξαντλητικός και άλλα μεμονωμένα φάρμακα
που είναι γνωστό ότι παρατείνουν σημαντικά το διάστημα QT πρέπει να
αποφεύγονται.
Επίδραση άλλων φαρμάκων στη βενλαφαξίνη
Κετοκοναζόλη (αναστολέας του CYP3A4)
Μία φαρμακοκινητική μελέτη με κετοκοναζόλη σε άτομα με εκτεταμένο (EM)
και περιορισμένο (PM) δια του CYP2D6 μεταβολισμό, κατέδειξε υψηλότερη AUC
(επιφάνεια κάτω από την καμπύλη) βενλαφαξίνης (70% και 21% του CYP2D6 σε
άτομα με PM και EM, αντίστοιχα) και Ο-δυσμεθυλβενλαφαξίνης (μέχρι 33% και
23% του CYP2D6 σε άτομα με PM και EM, αντίστοιχα) μετά τη χορήγηση της
κετοκοναζόλης. Η ταυτόχρονη χορήγηση των αναστολέων του CYP3A4 (π.χ.
αταζαναβίρη, κλαριθρομυκίνη, ινδιναβίρη, ιτρακοναζόλη, βορικοναζόλη,
ποσακοναζόλη, κετοκοναζόλη, νελφιναβίρη, ριτοναβίρη, σακουϊναβίρη,
τελιθρομυκίνη) και της βενλαφαξίνης μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση των
επιπέδων της βενλαφαξίνης και της Ο-δυσμεθυλβενλαφαξίνης. Επομένως,
απαιτείται προσοχή αν η θεραπεία του ασθενή περιλαμβάνει συγχορήγηση ενός
αναστολέα του CYP3A4 και της βενλαφαξίνης.
Επίδραση της βενλαφαξίνης σε άλλα φάρμακα
Λίθιο
Κατά τη συγχορήγηση της βενλαφαξίνης με λίθιο μπορεί να παρατηρηθεί
σύνδρομο σεροτονίνης (βλ. Σύνδρομο σεροτονίνης).
Διαζεπάμη
Η βενλαφαξίνη δεν είχε καμία επίδραση στη φαρμακοκινητική και
φαρμακοδυναμική της διαζεπάμης και του ενεργού μεταβολίτη της, της
δυσμεθυλδιαζεπάμης. Η διαζεπάμη δε φαίνεται να επιδρά στη φαρμακοκινητική
είτε της βενλαφαξίνης είτε της Ο-δυσμεθυλβενλαφαξίνης. Είναι άγνωστο εάν
υπάρχει φαρμακοκινητική και/ή φαρμακοδυναμική αλληλεπίδραση με άλλες
βενζοδιαζεπίνες.
Ιμιπραμίνη
Η βενλαφαξίνη δεν επηρέασε τη φαρμακοκινητική της ιμιπραμίνης και της 2-
ΟΗ-ιμιπραμίνης. Υπήρξε μία δοσοεξαρτώμενη αύξηση της AUC της 2-ΟΗ-
δεσιπραμίνης από 2,5 έως 4,5 φορές όταν η βενλαφαξίνη χορηγήθηκε από 75 mg
έως 150 mg ημερησίως. Η ιμιπραμίνη δεν επηρέασε τη φαρμακοκινητική της
βενλαφαξίνης και της Ο-δυσμεθυλβενλαφαξίνης. Η κλινική σημασία αυτής της
αλληλεπίδρασης δεν είναι γνωστή. Απαιτείται προσοχή κατά τη συγχορήγηση
της βενλαφαξίνης με την ιμιπραμίνη.
Αλοπεριδόλη
Μία φαρμακοκινητική μελέτη με την αλοπεριδόλη έδειξε ότι η αλοπεριδόλη
μειώνει κατά 42% την ολική κάθαρση της από του στόματος χορήγησης,
αυξάνει κατά 70% την AUC, αυξάνει κατά 88% τη Cmax, αλλά δεν προκαλεί
καμία μεταβολή στο χρόνο ημιζωής της. Τα παραπάνω πρέπει να λαμβάνονται
υπόψη σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία αλοπεριδόλης και
βενλαφαξίνης. Η κλινική σημασία αυτής της αλληλεπίδρασης δεν είναι γνωστή.
Ρισπεριδόνη
H βενλαφαξίνη προκάλεσε αύξηση της AUC της ρισπεριδόνης κατά 50%, αλλά
δεν προκάλεσε σημαντική μεταβολή στο φαρμακοκινητικό προφίλ της ολικής
δραστικής ουσίας (ρισπεριδόνη και 9-υδροξυρισπεριδόνη). Η κλινική σημασία
αυτής της αλληλεπίδρασης δεν είναι γνωστή.
Μετοπρολόλη
Η ταυτόχρονη χορήγηση της βενλαφαξίνης και της μετοπρολόλης σε υγιείς
εθελοντές σε μία φαρμακοκινητική μελέτη αλληλεπίδρασης και για τα δύο
φάρμακα, οδήγησε σε αύξηση των συγκεντρώσεων μετοπρολόλης στο πλάσμα
κατά 30-40% περίπου, χωρίς να μεταβληθούν οι συγκεντρώσεις του ενεργού
μεταβολίτη της, της α-υδροξυμετοπρολόλης, στο πλάσμα. Η κλινική σημασία
του ευρήματος αυτού σε υπερτασικούς ασθενείς δεν είναι γνωστή. Η
μετοπρολόλη δεν άλλαξε το φαρμακοκινητικό προφίλ της βενλαφαξίνης ή του
ενεργού της μεταβολίτη, Ο-δυσμεθυλβενλαφαξίνη. Απαιτείται προσοχή κατά τη
συγχορήγηση της βενλαφαξίνης με τη μετοπρολόλη.
Ινδιναβίρη
Μία φαρμακοκινητική μελέτη με ινδιναβίρη έδειξε 28% μείωση της AUC και
36% μείωση της Cmax για την ινδιναβίρη. Η ινδιναβίρη δεν επηρέασε τη
φαρμακοκινητική της βενλαφαξίνης και της Ο-δυσμεθυλβενλαφαξίνης. Η
κλινική σημασία αυτής της αλληλεπίδρασης δεν είναι γνωστή.
Φάρμακα που Μεταβολίζονται από τ
a
Ισοένζυμα του Κυτοχρώματος P450
In vivo
μελέτες δείχνουν ότι η βενλαφαξίνη είναι ένας σχετικά αδύναμος
αναστολέας του CYP2D6. Η βενλαφαξίνη δεν ανέστειλε το CYP3A4
(αλπραζολάμη και καρβαμαζεπίνη), το CYP1A2 (καφεΐνη) και το CYP2C9
(τολβουταμίδη) ή το CYP2C19 (διαζεπάμη)
in vivo
.
Από του στόματος αντισυλληπτικά
Κατά την εμπειρία μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου έχουν αναφερθεί
ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες σε άτομα που λάμβαναν αντισυλληπτικά από του
στόματος, ενόσω ήταν υπό θεραπεία με βενλαφαξίνη. Δεν υπάρχουν σαφείς
ενδείξεις για το εάν αυτές οι εγκυμοσύνες ήταν αποτέλεσμα της
αλληλεπίδρασης του φαρμάκου με βενλαφαξίνη. Δεν έχει διεξαχθεί μελέτη
αλληλεπίδρασης με ορμονικά αντισυλληπτικά.
4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία
Κύηση
Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα από τη χρήση της βενλαφαξίνης σε έγκυες
γυναίκες.
Μελέτες σε πειραματόζωα κατέδειξαν τοξικότητα κατά την αναπαραγωγή (βλ.
παράγραφο 5.3). Ο πιθανός κίνδυνος για τον άνθρωπο δεν είναι γνωστός. Η
βενλαφαξίνη πρέπει να χορηγείται σε έγκυες γυναίκες μόνο αν τα αναμενόμενα
οφέλη αντισταθμίζουν τους πιθανούς κινδύνους.
Όπως και με άλλους αναστολείς της επαναπρόσληψης σεροτονίνης
(SSRIs/SNRIs), αν η βενλαφαξίνη χρησιμοποιηθεί μέχρι τη γέννηση ή για
διάστημα μέχρι λίγο πριν τη γέννηση, μπορεί να παρατηρηθούν σε νεογνά,
συμπτώματα από τη διακοπή. Ορισμένα νεογνά που εκτέθηκαν στη βενλαφαξίνη
κατά το τέλος του τρίτου τριμήνου ανέπτυξαν επιπλοκές, για τις οποίες
απαιτήθηκε η παρεντερική σίτιση, η αναπνευστική υποστήριξη ή η
παρατεταμένη νοσηλεία σε νοσοκομείο. Οι επιπλοκές αυτές μπορούν να
προκύψουν αμέσως μετά τον τοκετό.
Επιδημιολογικά δεδομένα έχουν υποδείξει ότι η χρήση των SSRIs στην κύηση,
ιδιαίτερα στο τέλος της κύησης, μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο επίμονης
πνευμονικής υπέρτασης του νεογνού (PPHN). Παρόλο που σε καμία μελέτη δεν
έχει ερευνηθεί η συσχέτιση της PPHN με τη θεραπεία με SNRI, αυτός ο πιθανός
κίνδυνος δεν μπορεί να αποκλειστεί με τη βενλαφαξίνη λαμβάνοντας υπόψη το
σχετιζόμενο μηχανισμό δράσης (αναστολή της επαναπρόσληψης της
σεροτονίνης).
Τα ακόλουθα συμπτώματα μπορεί να παρατηρηθούν σε νεογέννητα εάν η μητέρα
λάμβανε έναν SSRI/ SNRI στο τέλος της κύησης: ευερεθιστότητα, τρόμος,
υποτονία, επίμονο κλάμα, και δυσκολία στο θηλασμό ή στον ύπνο. Αυτά τα
συμπτώματα μπορεί να είναι είτε λόγω σεροτονεργικών επιδράσεων είτε
συμπτώματα έκθεσης. Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, αυτές οι επιπλοκές
παρατηρούνται αμέσως ή μέσα σε 24 ώρες μετά τον τοκετό.
Θηλασμός
Η βενλαφαξίνη και ο ενεργός μεταβολίτης της, Ο-δυσμεθυλβενλαφαξίνη,
απεκκρίνονται στο μητρικό γάλα. Έχουν υπάρξει αναφορές μετά την
κυκλοφορία του προϊόντος για βρέφη που θήλαζαν και εμφάνισαν κλάμα,
ευερεθιστότητα και μη φυσιολογικά πρότυπα ύπνου. Έχουν επίσης αναφερθεί
συμπτώματα ανάλογα της διακοπής χρήσης βενλαφαξίνης μετά από διακοπή
του θηλασμού. Δεν μπορεί να αποκλεισθεί ο κίνδυνος για τα μωρά που
θηλάζουν. Ωστόσο, πρέπει να αποφασίζεται αν θα συνεχισθεί/σταματήσει ο
θηλασμός, ή θα συνεχισθεί/διακοπεί η θεραπεία με βενλαφαξίνη, λαμβάνοντας
υπόψη τα οφέλη του παιδιού από το θηλασμό και τα οφέλη από τη θεραπεία με
βενλαφαξίνη για τη γυναίκα.
4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών
Οποιοδήποτε ψυχοφάρμακο μπορεί να βλάψει την κρίση, τη σκέψη και την
κινητική δεξιότητα. Ωστόσο κάθε ασθενής που λαμβάνει βενλαφαξίνη πρέπει να
είναι προσεκτικός όσον αφορά την ικανότητα του για οδήγηση ή χειρισμό
επικίνδυνων μηχανημάτων.
4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι πιο συχνά (>1/10) αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες σε κλινικές
μελέτες ήταν ναυτία, ξηροστομία, κεφαλαλγία και εφίδρωση
(περιλαμβανομένων και των νυκτερινών εφιδρώσεων).
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες ταξινομούνται στον κάτωθι πίνακα ανά σύστημα του
οργανισμού και συχνότητα.
Οι συχνότητες ορίζονται ως εξής: πολύ συχνές (1/10), συχνές (1/100 έως
<1/10), όχι συχνές (1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (1/10.000 έως <1/1.000),
μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Σύστημα
Οργανισμού
Πολύ
συχνές
Συχνές Όχι συχνές Σπάνιες Μη γνωστές
Διαταραχές του
αιμοποιητικού και του
λεμφικού συστήματος
Θρομβοπενία,
Αιματολογική
διαταραχή
συμπεριλαμβανομ
ένων
ακοκκιοκυτταραιμ
ίας, απλαστικής
αναιμίας,
ουδετεροπενίας,
πανκυτταροπενίας
Διαταραχές του
ανοσοποιητικού
συστήματος
Αναφυλακτική
αντίδραση
Διαταραχές του
ενδοκρινικού
συστήματος
Σύνδρομο
απρόσφορης
έκκρισης
αντιδιουρητικής
ορμόνης (SIADH)
Διαταραχές του
μεταβολισμού και της
θρέψης
Μειωμένη όρεξη Υπονατριαιμία
Ψυχιατρικές
διαταραχές
Συγχυτική
κατάσταση,
Αποπροσωποποίησ
η, Ανοργασμία,
Γενετήσια ορμή
μειωμένη,
Νευρικότητα,
Αϋπνία, Ανώμαλα
όνειρα
Ψευδαίσθηση,
Αποπραγματοποί
ηση, Διέγερση,
Ανώμαλος
οργασμός (για
τις γυναίκες),
Απάθεια,
Υπομανία,
Τριγμός των
οδόντων
Μανία Αυτοκτονικός
ιδεασμός και
αυτοκτονική
συμπεριφορά
*
,
Παραλήρημα,
Επιθετικότητα
**
Διαταραχές του
νευρικού συστήματος
Ζάλη,
Κεφαλαλγί
α
***
Υπνηλία, Τρόμος,
Παραισθησία,
Υπερτονία
Ακαθησία/
Ψυχοκινητική
ανησυχία,
Συγκοπή,
Μυόκλωνος, Μη
φυσιολογικός
συντονισμός,
Διαταραχή
ισορροπίας,
Δυσγευσία
Σπασμός Κακόηθες
νευροληπτικό
σύνδρομο (NMS),
Σύνδρομο
σεροτονίνης,
Εξωπυραμιδική
διαταραχή
συμπεριλαμβανομ
ένων δυστονίας
και δυσκινησίας,
βραδυκινησίας
Οφθαλμικές
διαταραχές
Διαταραχή της
όρασης
συμπεριλαμβανομέ
νης θαμπής
όρασης,
Μυδρίαση,
Διαταραχή της
προσαρμογής
Γλαύκωμα
κλειστής γωνίας
Διαταραχές του ωτός
και του λαβυρίνθου
Εμβοές Ίλιγγος
Καρδιακές διαταραχές Αίσθημα παλμών Ταχυκαρδία Κοιλιακή
μαρμαρυγή,
Κοιλιακή
ταχυκαρδία
(συμπεριλαμβανομ
ένης Κοιλιακής
Ταχυκαρδίας
Δίκην Ριπιδίου)
Αγγειακές διαταραχές Υπέρταση,
Αγγειοδιαστολή
(κυρίως εξάψεις)
Ορθοστατική
υπόταση
Υπόταση,
Αιμορραγία
(αιμορραγία
βλεννογόνιου
υμένα)
Διαταραχές του
αναπνευστικού
συστήματος, του
θώρακα και του
μεσοθωράκιου
Χασμουρητό Δύσπνοια Πνευμονική
ηωσινοφιλία
Διαταραχές του
γαστρεντερικού
Ναυτία,
Ξηροστομία
Έμετος, Διάρροια,
Δυσκοιλιότητα
Αιμορραγία του
γαστρεντερικού
σωλήνα
Παγκρεατίτιδα
Διαταραχές του ήπατος
και των χοληφόρων
Ηπατίτιδα,
Δοκιμασία
ηπατικής
λειτουργίας μη
φυσιολογική
Διαταραχές του
δέρματος και του
υποδόριου ιστού
Υπεριδρωσί
α
(συμπεριλα
μβανομένω
ν των
νυχτερινών
εφιδρώσεω
ν)
Αγγειοοίδημα,
Αντίδραση από
φωτοευαισθησία,
Εκχύμωση,
Εξάνθημα,
Αλωπεκία
Σύνδρομο
Stevens-Johnson,
Πολύμορφο
ερύθημα, Τοξική
επιδερμική
νεκρόλυση,
Κνησμός, Κνίδωση
Διαταραχές του
μυοσκελετικού
συστήματος και του
συνδετικού ιστού
Ραβδομυόλυση
Διαταραχές των
νεφρών και των
ουροφόρων οδών
Δυσουρία (κυρίως
δυσκολία στην
ούρηση),
Συχνουρία
Κατακράτηση
ούρων
Ακράτεια
ούρων
Διαταραχές του
αναπαραγωγικού
συστήματος και του
μαστού
Διαταραχές
εμμήνου ρύσης που
συνοδεύονται με
αυξημένη
αιμορραγία ή
ακανόνιστη
αιμορραγία (π.χ.
μηνορραγία,
μηνομητρορραγία),
Διαταραχές
εκσπερμάτισης,
Στυτική
δυσλειτουργία
Γενικές διαταραχές και
καταστάσεις της οδού
χορήγησης
Εξασθένιση,
Κόπωση, Ρίγη
Παρακλινικές
εξετάσεις
Χοληστερόλη
αίματος αυξημένη
Σωματικό βάρος
αυξημένο,
Σωματικό βάρος
μειωμένο
Ηλεκτροκαρδιογρ
άφημα, διάστημα
QT παρατεταμένο,
Χρόνος ροής
παρατεταμένος,
Προλακτίνη
αίματος αυξημένη
*
Περιστατικά αυτοκτονικού ιδεασμού και αυτοκτονικών συμπεριφορών έχουν αναφερθεί κατά τη διάρκεια
της θεραπείας με βενλαφαξίνη ή λίγο μετά τη διακοπή της θεραπείας (βλ. παράγραφο 4.4).
**
Βλ. παράγραφο 4.4.
***
Σε συγκεντρωτικές κλινικές δοκιμές, η συχνότητα εμφάνισης της κεφαλαλγίας με βενλαφαξίνη και με
εικονικό φάρμακο ήταν παρόμοια.
Διακοπή της θεραπείας
Η διακοπή της βενλαφαξίνης (ειδικά όταν είναι αιφνίδια) συνήθως οδηγεί σε
συμπτώματα στέρησης. Ζάλη, διαταραχές αισθητικότητας (περιλαμβανομένης
της παραισθησίας), διαταραχές ύπνου (περιλαμβανομένης της αϋπνίας και
έντονων ονείρων), διέγερση ή ανησυχία, ναυτία και/ή έμετος, τρόμος, ίλιγγος,
κεφαλαλγία, σύνδρομο γρίπης, είναι οι πιο συνήθεις αντιδράσεις που
αναφέρονται. Γενικά, αυτά τα συμπτώματα είναι ήπια έως μέτρια και
αυτοπεριοριζόμενα, ωστόσο, σε μερικούς ασθενείς μπορεί να είναι σοβαρά και/ή
παρατεταμένα. Επομένως, συνιστάται βαθμιαία μείωση και διακοπή της δόσης
όταν η θεραπεία με βενλαφαξίνη δεν απαιτείται (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.4).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Γενικά, το προφίλ ανεπιθύμητων αντιδράσεων της βενλαφαξίνης (σε
ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο (placebo) κλινικές δοκιμές) σε παιδιά και
εφήβους (ηλικίας 6 έως 17 ετών) ήταν παρόμοιο με εκείνο που παρατηρήθηκε
στους ενήλικες. Όπως και με τους ενήλικες, παρατηρήθηκαν μειωμένη όρεξη,
απώλεια βάρους, αυξημένη αρτηριακή πίεση και αυξημένη χοληστερόλη ορού
(βλ. παράγραφο 4.4).
Σε παιδιατρικές κλινικές δοκιμές αναφέρθηκαν ανεπιθύμητες ενέργειες, που
σχετίζονταν με τον αυτοκτονικό ιδεασμό. Υπήρξαν, επίσης, αυξημένες
αναφορές εχθρικής συμπεριφοράς και ιδιαίτερα σε άτομα με μείζονα
καταθλιπτική διαταραχή, αναφορές αυτοτραυματισμού. Επιπλέον, οι παρακάτω
ανεπιθύμητες αντιδράσεις παρατηρήθηκαν σε παιδιατρικούς ασθενείς:
κοιλιακός πόνος, διέγερση, δυσπεψία, εκχύμωση, επίσταξη και μυαλγία.
μ μ Αναφορά πιθανολογού ενων ανεπιθύ ητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση
άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει
τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού
προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής
περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες
ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς:
Ελλάδα
μ μΕθνικός Οργανισ ός Φαρ άκων
284Μεσογείων
GR-15562 , Χολαργός Αθήνα
: + 30 Τηλ 21 32040380/337
Φαξ: + 30 21 06549585
Ιστότοπος: http://www.eof.gr
4.9 Υπερδοσολογία
Συμπτώματα
Σύμφωνα με την αποκτηθείσα εμπειρία μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου,
υπερδοσολογία βενλαφαξίνης αναφέρθηκε κυρίως σε συγχορήγηση με αλκοόλ
ή/και άλλα φαρμακευτικά προϊόντα. Οι συχνότερα αναφερόμενες ενέργειες
όσον αφορά την υπερδοσολογία, περιλαμβάνουν ταχυκαρδία, αλλαγές στο
επίπεδο της συνείδησης (που κυμαίνονται από υπνηλία σε κώμα), μυδρίαση,
σπασμούς και έμετο. Αναφέρθηκαν δε και άλλες ενέργειες που περιλαμβάνουν
αλλαγές στο ηλεκτροκαρδιογράφημα (π.χ. επιμήκυνση του διαστήματος QT,
ημισκελικός αποκλεισμός, επιμήκυνση του διαστήματος QRS), κοιλιακή
ταχυκαρδία, βραδυκαρδία, υπόταση, ίλιγγος και θάνατος.
Δημοσιευμένες αναδρομικές μελέτες αναφέρουν ότι η λήψη βενλαφαξίνης σε
υπερδοσολογία μπορεί να συσχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο θανατηφόρων
εκβάσεων, σε σύγκριση με εκείνες που παρατηρούνται με τα αντικαταθλιπτικά
σκευάσματα με SSRI, αλλά μικρότερο από εκείνων των τρικυκλικών
αντικαταθλιπτικών. Επιδημιολογικές μελέτες έδειξαν ότι οι ασθενείς που
υποβλήθηκαν σε θεραπεία με βενλαφαξίνη έχουν υψηλότερη επιβάρυνση από
παράγοντες κινδύνου για αυτοκτονία σε σχέση με τους ασθενείς που
λαμβάνουν SSRI. Ο βαθμός στον οποίο το εύρημα αυτό του αυξημένου κινδύνου
για θανατηφόρες εκβάσεις μπορεί να αποδοθεί στην τοξικότητα της
βενλαφαξίνης όταν λαμβάνεται σε υπερδοσολογία, σε συνάρτηση με ορισμένα
χαρακτηριστικά των ασθενών που υποβάλλονται σε θεραπεία με βενλαφαξίνη,
δεν είναι γνωστός. Η βενλαφαξίνη πρέπει να συνταγογραφείται στη μικρότερη
ποσότητα του φαρμάκου που αντιστοιχεί στην καλή θεραπευτική αντιμετώπιση
του ασθενούς προκειμένου να μειωθεί ο κίνδυνος υπερδοσολογίας.
Αντιμετώπιση
Συνιστώνται γενικά υποστηρικτικά και συμπτωματικά μέτρα, ενώ πρέπει να
παρακολουθούνται ο καρδιακός ρυθμός και τα ζωτικά σημεία. Δεν συνιστάται η
πρόκληση εμέτου όταν υφίσταται κίνδυνος εισρόφησης. Πρέπει να εξετάζεται
το ενδεχόμενο πλύσης στομάχου, εάν μπορεί να γίνει σύντομα μετά τη λήψη του
φαρμάκου ή σε συμπτωματικούς ασθενείς. Η χορήγηση ενεργού άνθρακα μπορεί
να περιορίσει την απορρόφηση της δραστικής ουσίας. Δεν είναι πιθανό να
υπάρξει όφελος από την πρόκληση διούρησης, την αιμοκάθαρση, την
αιμοπροσρόφηση και την αφαιμαξομετάγγιση. Δεν είναι γνωστά ειδικά
αντίδοτα για τη βενλαφαξίνη.
5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Άλλα αντικαταθλιπτικά
Κωδικός ATC: N06A X16
μ Μηχανισ ός δράσης
Ο μηχανισμός αντικαταθλιπτικής δράσης της βενλαφαξίνης στους ανθρώπους
πιστεύεται ότι συνδέεται με την ενίσχυση της νευροδιαβιβαστικής
δραστηριότητας στο κεντρικό νευρικό σύστημα. Προκλινικές μελέτες έδειξαν
ότι η βενλαφαξίνη και ο βασικός μεταβολίτης της, Ο-δυσμεθυλβενλαφαξίνη
(ODV), είναι αναστολείς της επαναπρόσληψης σεροτονίνης και
νοραδρεναλίνης. Η βενλαφαξίνη είναι επίσης ασθενής αναστολέας της
επαναπρόσληψης ντοπαμίνης. Η βενλαφαξίνη και ο βασικός μεταβολίτης της
μειώνουν τη β-αδρενεργική διεγερσιμότητα μετά την εφάπαξ (απλή δόση) και τη
χρόνια χορήγηση αμφότερα. H βενλαφαξίνη και η ODV είναι ισοδύναμες ως
προς τη συνολική δράση στην επαναπρόσληψη των νευροδιαβιβαστών και στη
σύνδεση του υποδοχέα.
Η βενλαφαξίνη
in vitro
δεν έχει πρακτικά συγγένεια με τους μουσκαρινικούς,
χολινεργικούς, Η1-ισταμινεργικούς ή α1-αδρενεργικούς υποδοχείς του
εγκεφάλου του αρουραίου. Η φαρμακολογική δραστηριότητα σε αυτούς τους
υποδοχείς μπορεί να συνδέεται με διάφορες ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως
αντιχολινεργικές, ηρεμιστικές και καρδιαγγειακές ανεπιθύμητες ενέργειες που
εμφανίζονται με άλλα αντικαταθλιπτικά φαρμακευτικά προϊόντα.
Η βενλαφαξίνη δεν αναστέλλει τη δράση του υποδοχέα της μονοαμινοξειδάσης
(ΜΑΟ).
Μελέτες
in vitro
αποκάλυψαν ότι η βενλαφαξίνη δεν έχει πρακτικά συγγένεια
με τους ευαίσθητους υποδοχείς οπίου ή βενζοδιαζεπίνης.
μ Κλινική αποτελεσ ατικότητα και ασφάλεια
Επεισόδια μείζονος κατάθλιψης
Η αποτελεσματικότητα της βενλαφαξίνης άμεσης αποδέσμευσης για τη
θεραπεία της μείζονος κατάθλιψης τεκμηριώθηκε με πέντε τυχαιοποιημένες,
διπλά τυφλές, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο (placebo), μικρής διάρκειας
μελέτες από 4 έως 6-εβδομάδων, για δόσεις έως 375 mg/ημέρα. Η
αποτελεσματικότητα της παρατεταμένης αποδέσμευσης βενλαφαξίνης ως
θεραπεία για τα επεισόδια μείζονος κατάθλιψης αποδείχθηκε σε δύο
ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο (placebo), μικρής διάρκειας μελέτες για 8 και
12 εβδομάδες, που κυμαίνονται από 75 έως 225 mg/ημέρα.
Σε μία μελέτη μεγαλύτερης χρονικής διάρκειας, ενήλικες εξωνοσοκομειακοί
ασθενείς, οι οποίοι είχαν ανταποκριθεί κατά την ανοικτή κλινική δοκιμή με τη
βενλαφαξίνη παρατεταμένης αποδέσμευσης (75, 150 ή 225 mg) διάρκειας 8
εβδομάδων, τυχαιοποιήθηκαν για να συνεχίσουν να λαμβάνουν την ίδια δόση
βενλαφαξίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης ή εικονικού φαρμάκου (placebo),
για παρακολούθηση μέχρι 26 εβδομάδες, για τυχόν εκδήλωση υποτροπής.
Σε μία δεύτερη μελέτη μεγαλύτερης χρονικής διάρκειας η αποτελεσματικότητα
της βενλαφαξίνης στην πρόληψη της επανεμφάνισης νέων επεισοδίων
κατάθλιψης, διάρκειας 12 μηνών αποδείχθηκε σε μία ελεγχόμενη με εικονικό
φάρμακο (placebo), διπλά τυφλή μελέτη σε ενήλικες εξωνοσοκομειακούς
ασθενείς με μείζονα κατάθλιψη, του υποτροπιάζοντος τύπου, οι οποίοι είχαν
ανταποκριθεί στη θεραπεία της βενλαφαξίνης, (100 έως 200 mg/ημέρα, σε
σχήμα b.i.d.) κατά το τελευταίο επεισόδιο κατάθλιψης.
Γενικευμένη αγχώδης διαταραχή
Η αποτελεσματικότητα της βενλαφαξίνης ως θεραπεία της γενικευμένης
αγχώδους διαταραχής (ΓΑΔ) τεκμηριώθηκε σε δύο μελέτες 8 εβδομάδων,
καθορισμένης δόσης, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο (75 έως 225 mg/ημέρα),
σε μία μελέτη 6 μηνών, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, καθορισμένης δόσης
(75 έως 225 mg/ημέρα) και σε μία μελέτη 6 μηνών, ελεγχόμενη με εικονικό
φάρμακο, κυμαινόμενης δόσης (37,5, 75 και 150 mg/ημέρα) σε ενήλικες
εξωνοσοκομειακούς ασθενείς. Ενώ υπήρχαν στοιχεία για την ανωτερότητα της
δόσης των 37,5 mg/ημέρα έναντι του εικονικού φαρμάκου, αυτή η δόση δεν
ήταν τόσο σταθερά αποτελεσματική όσο οι υψηλότερες δόσεις.
Κοινωνική αγχώδης διαταραχή
Η αποτελεσματικότητα της βενλαφαξίνης ως θεραπεία της κοινωνικής
αγχώδους διαταραχής τεκμηριώθηκε με τέσσερις διπλά-τυφλές, με παράλληλες
ομάδες, πολυκεντρικές μελέτες, κυμαινόμενης δόσης, ελεγχόμενες με εικονικό
φάρμακο, διάρκειας 12 εβδομάδων και μία διπλά-τυφλή, με παράλληλες ομάδες,
καθορισμένης/κυμαινόμενης δόσης ελεγχόμενης με εικονικό φάρμακο διάρκειας
6-μηνών μελέτη σε ενήλικες εξωνοσοκομειακούς ασθενείς. Οι ασθενείς έλαβαν
δόσεις από 75 έως 225 mg/ημέρα. Δεν υπήρξε κανένα στοιχείο για μεγαλύτερη
αποτελεσματικότητα στην ομάδα που λάμβανε 150 έως 225 mg/ημέρα
συγκριτικά με την ομάδα που λάμβανε 75 mg/ημέρα στη μελέτη διάρκειας 6
μηνών.
Διαταραχή πανικού
Η αποτελεσματικότητα της βενλαφαξίνης ως θεραπεία της διαταραχής πανικού
τεκμηριώθηκε με δύο διπλά-τυφλές, 12 εβδομάδων, πολυκεντρικές, ελεγχόμενες
με εικονικό φάρμακο μελέτες σε ενήλικες εξωνοσοκομειακούς ασθενείς με
διαταραχή πανικού, με ή χωρίς αγοραφοβία. Η αρχική δόση στις μελέτες
διαταραχής πανικού ήταν 37,5 mg/ημέρα για 7 ημέρες. Οι ασθενείς τότε έλαβαν
καθορισμένες δόσεις των 75 ή 150 mg/ημέρα στη μία μελέτη και των 75 ή
225 mg/ημέρα στην άλλη μελέτη.
Η αποτελεσματικότητα τεκμηριώθηκε επίσης με μία μακρόχρονη, διπλά-τυφλή,
ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, με παράλληλες ομάδες μελέτη, για τη
μακροχρόνια ασφάλεια, αποτελεσματικότητα και πρόληψη της υποτροπής σε
εξωνοσοκομειακούς ενήλικες ασθενείς που ανταποκρίθηκαν στη θεραπεία
ανοιχτής φάσης. Οι ασθενείς συνέχισαν να λαμβάνουν την ίδια δόση
βενλαφαξίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης που είχαν λάβει στο τέλος της
ανοιχτής φάσης (75, 150 ή 225 mg).
5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Η βενλαφαξίνη μεταβολίζεται εκτεταμένα, κυρίως στον ενεργό της μεταβολίτη
Ο-δυσμεθυλβενλαφαξίνη (ODV). Ο χρόνος ημιζωής (μέσος όρος ± SD) της
βενλαφαξίνης και της ODV στο πλάσμα είναι 5±2 ώρες και 11±2 ώρες,
αντίστοιχα. Οι συγκεντρώσεις σταθεροποιημένης κατάστασης της
βενλαφαξίνης και της ODV επιτυγχάνονται εντός 3 ημερών από τη θεραπεία με
πολλαπλές χορηγούμενες δόσεις από το στόμα. Η βενλαφαξίνη και η ODV
διαθέτουν γραμμική κινητική σε δοσολογικό εύρος 75 mg έως 450 mg/ημέρα.
Απορρόφηση
Τουλάχιστον το 92% μίας απλής δόσης βενλαφαξίνης άμεσης αποδέσμευσης
απορροφάται. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα είναι 40% με 45% εξαιτίας του
προσυστηματικού μεταβολισμού. Μετά τη χορήγηση βενλαφαξίνης άμεσης
αποδέσμευσης, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα της βενλαφαξίνης και
της ODV παρατηρούνται σε 2 και 3 ώρες, αντιστοίχως. Μετά τη χορήγηση της
βενλαφαξίνης σε καψάκια παρατεταμένης αποδέσμευσης, η μέγιστη
συγκέντρωση στο πλάσμα της βενλαφαξίνης και της ODV επιτυγχάνονται στις
5,5 και στις 9 ώρες αντίστοιχα. Όταν χορηγούνται ισοδύναμες ημερήσιες
δόσεις βενλαφαξίνης είτε ως δισκία άμεσης αποδέσμευσης ή σε μορφή
παρατεταμένης αποδέσμευσης, η μορφή παρατεταμένης αποδέσμευσης παρέχει
βραδύτερο ρυθμό απορρόφησης, αλλά τον ίδιο βαθμό απορρόφησης σε σύγκριση
με τη μορφή άμεσης αποδέσμευσης. Η τροφή δεν επηρεάζει τη βιοδιαθεσιμότητα
της βενλαφαξίνης και της ODV.
Κατανομή
Η βενλαφαξίνη και η ODV συνδέονται σε ελάχιστο βαθμό σε θεραπευτικές
συγκεντρώσεις με τις πρωτεΐνες του ανθρωπίνου πλάσματος (27% και 30%,
αντιστοίχως). Ο όγκος κατανομής της βενλαφαξίνης σε σταθεροποιημένη
κατάσταση είναι 4,4±1,6 L/kg μετά την ενδοφλέβια χορήγηση.
Μεταβολισμός
Η βενλαφαξίνη υφίσταται εκτεταμένο μεταβολισμό στο ήπαρ. Σε μελέτες
in
vitro
και
in vivo
φαίνεται ότι η βενλαφαξίνη βιομετατρέπεται στον κύριο ενεργό
της μεταβολίτη, την ODV, από το CYP2D6. Σε μελέτες
in vitro
και
in vivo
φαίνεται ότι η βενλαφαξίνη μεταβολίζεται σε ένα δευτερεύοντα, λιγότερο
ενεργό μεταβολίτη, την N-δυσμεθυλβενλαφαξίνη, από το CYP3A4. Σε μελέτες
in
vitro
και
in vivo
φαίνεται ότι η βενλαφαξίνη είναι ασθενής αναστολέας του
CYP2D6. Η βενλαφαξίνη δεν αναστέλλει τα CYP1A2, CYP2C9 ή CYP3A4.
Αποβολή
Η βενλαφαξίνη και οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται κυρίως μέσω των νεφρών.
Περίπου το 87% μίας δόσης βενλαφαξίνης εμφανίζεται στα ούρα σε 48 ώρες
είτε ως αμετάβλητη βενλαφαξίνη (5%), είτε ως μη συζευγμένη ODV (29%), είτε
ως συζευγμένη ODV (26%), ή με τη μορφή άλλων αδρανών μεταβολιτών μικρής
σημασίας (27%). Η μέση τιμή ± SD της κάθαρση της βενλαφαξίνης και της ODV
στο πλάσμα σε σταθεροποιημένη κατάσταση είναι 1,3±0,6 L/h/kg και
0,4±0,2 L/h/kg, αντιστοίχως.
Ειδικοί Πληθυσμοί
Ηλικία και Φύλο
Η ηλικία και το φύλο των ασθενών δεν επηρεάζουν σημαντικά τη
φαρμακοκινητική της βενλαφαξίνης και της ODV.
Άτομα με έντονη/μειωμένη μεταβολική ικανότητα του CYP2D6
Οι συγκεντρώσεις της βενλαφαξίνης στο πλάσμα είναι υψηλότερες σε άτομα με
μειωμένη μεταβολική ικανότητα του CYP2D6 απ' ότι σε άτομα με έντονη
μεταβολική ικανότητα. Καθώς η συνολική έκθεση (AUC) της βενλαφαξίνης και
της ODV είναι παρόμοια σε άτομα τόσο με μειωμένη όσο και με έντονη
μεταβολική ικανότητα, δεν απαιτείται να χορηγηθούν διαφορετικά δοσολογικά
σχήματα βενλαφαξίνης στις δύο αυτές ομάδες.
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία
Σε άτομα με Child-Pugh A (ήπια ηπατική δυσλειτουργία) και Child-Pugh Β
(μετρίου βαθμού ηπατική δυσλειτουργία), οι χρόνοι ημιζωής της βενλαφαξίνης
και της ODV παρατάθηκαν σε σύγκριση με τα υγιή άτομα. Η κάθαρση της από
του στόματος χορηγούμενης βενλαφαξίνης και ODV μειώθηκε. Παρατηρήθηκε
σημαντικός βαθμός διακύμανσης μεταξύ των ατόμων. Υπάρχουν περιορισμένα
δεδομένα σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 4.2).
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία
Σε ασθενείς που υφίστανται αιμοκάθαρση, ο χρόνος ημιζωής της βενλαφαξίνης
επιμηκύνθηκε κατά 180% και η κάθαρση μειώθηκε κατά 57% σε σύγκριση με
υγιή άτομα, ενώ για την ODV ο χρόνος ημιζωής επιμηκύνθηκε κατά 142% και η
κάθαρση μειώθηκε κατά 56%. Απαιτείται προσαρμογή της δόσης στους ασθενείς
με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία και σε ασθενείς που υφίστανται αιμοκάθαρση
(βλ. παράγραφο 4.2).
5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια
Μελέτες με βενλαφαξίνη σε αρουραίους και ποντίκια δεν έδειξαν στοιχεία
καρκινογένεσης. Η βενλαφαξίνη δεν ήταν μεταλλαξιογόνος σε ένα ευρύ φάσμα
in vitro
και
in vivo
δοκιμών.
Σε μελέτες τοξικότητας σε πειραματόζωα κατά την αναπαραγωγή,
παρατηρήθηκε μείωση του βάρους των απογόνων των αρουραίων, αύξηση του
αριθμού των θνησιγενών νεογνών και αύξηση στους θανάτους των νεογνών τις
5 πρώτες ημέρες της γαλουχίας. Το αίτιο των θανάτων δεν είναι γνωστό. Οι
ενέργειες αυτές παρατηρήθηκαν στα 30 mg/kg/ημέρα, 4 φορές την ανθρώπινη
ημερήσια δόση των 375 mg βενλαφαξίνης (βασισμένη σε mg/kg). Η μη
αποτελεσματική δόση για αυτά τα ευρήματα ήταν 1,3 φορές την ανθρώπινη
δόση. Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τους ανθρώπους δεν είναι γνωστός.
Μειωμένη γονιμότητα παρατηρήθηκε σε μια μελέτη κατά την οποία τόσο
αρσενικοί όσο και θηλυκοί αρουραίοι εκτέθηκαν στην ODV. Η έκθεση αυτή ήταν
περίπου 1 έως 2 φορές μεγαλύτερη της ανθρώπινης δόσης των 375 mg ανά
ημέρα. Η σημασία αυτού του ευρήματος για τον άνθρωπο δεν είναι γνωστή.
6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
6.1 Κατάλογος εκδόχων
Πυρήνας:
Μαννιτόλη (Ε421)
Ποβιδόνη Κ-90
Πολυαιθυλενογλυκόλη 400
Κυτταρίνη μικροκρυσταλλική
Κολλοειδές άνυδρο οξείδιο του πυριτίου
Μαγνήσιο στεατικό
Επικάλυψη:
Κυτταρίνη οξική
Πολυαιθυλενογλυκόλη 400
Opadry Y 30 18037 (μίγμα υπρομελλόζης, λακτόζης μονοϋδρικής, διοξειδίου του
τιτανίου (E171) και τριακετίνης)
6.2 Ασυμβατότητες
Δεν εφαρμόζεται.
6.3 Διάρκεια ζωής
3 χρόνια.
6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος
Κυψέλη PVC- PolychlorotriŠuoroethylene/Αλουμινίου: Φυλάσσετε σε θερμοκρασία
μικρότερη των 30
ο
C. Φυλάσσετε στην αρχική συσκευασία για να προστατεύεται
από την υγρασία.
Φιάλη HDPE: Φυλάσσετε σε θερμοκρασία μικρότερη των 30
ο
C. Διατηρείτε τη
φιάλη καλά κλεισμένη για να προστατεύεται από την υγρασία.
6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη
Κυψέλη PVC- PolychlorotriŠuoroethyleneλουμινίου: Μεγέθη συσκευασίας: 10,
14, 20, 28, 30, 50, 56, 60, 100 και 500 όνο για νοσοκομειακή χρήση) δισκία
παρατεταμένης αποδέσμευσης.
Φιάλη HDPE με αποξηραντικό από πήγμα οξειδίου του πυριτίου που περιέχεται
στο πώμα εισχώρησης: Μεγέθη συσκευασίας: 10, 14, 20, 28, 30, 50, 56, 60, 100
και 500 όνο για νοσοκομειακή χρήση) δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης.
Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.
6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός
Καμία ειδική υποχρέωση για απόρριψη.
7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
ITF HELLAS Α.Ε.
Άρεως 103 & Αγίας Τριάδος 36, 175 62 Παλαιό Φάληρο
Τηλέφωνο: 210-9373330
Φαξ: 210-9373339
8. ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
68909/11-9-2013 (75 mg)
68910/11-9-2013 (150 mg) (Ορθή επανάληψη 30-9-2013)
68911/11-9-2013 (225 mg) (Ορθή επανάληψη 30-9-2013)
68912/11-9-2013 (37,5 mg) (Ορθή επανάληψη 30-9-2013)
9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ / ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ
9-3-2009 (75/150/225 mg)/ 11-9-2013
21-12-2010 (37,5 mg)/ 11-9-2013
10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ