Σπάνια μπορεί να εκδηλωθεί τενοντίτιδα. Πιο συχνά παρουσιάζεται στον Αχίλλειο
τένοντα και μπορεί να οδηγήσει σε ρήξη τένοντα. Πιο επιρρεπείς στην τενοντίτιδα και
στη ρήξη τένοντα είναι οι ηλικιωμένοι ασθενείς άνω των 60 ετών, όσοι ασκούνται
έντονα, όσοι υπόκεινται σε μακροχρόνια θεραπεία με κορτικοστεροειδή καθώς και
ασθενείς οι οποίοι ήταν για αρκετό διάστημα κλινήρεις και βρίσκονται στην αρχική
περίοδο ανάρρωσης. Στενή ιατρική παρακολούθηση αυτών των ασθενών είναι συνεπώς
απαραίτητη στην περίπτωση που υπόκεινται σε αγωγή με TALERIN. Όλοι οι ασθενείς
θα πρέπει να συμβουλεύονται το γιατρό τους αν εμφανίσουν συμπτώματα τενοντίτιδας.
Αν πιθανολογείται τενοντίτιδα, η θεραπεία με δισκία TALERIN θα πρέπει να διακοπεί
αμέσως και να αρχίσει κατάλληλη αγωγή (π.χ. ακινητοποίηση) για τον τένοντα που
προσβλήθηκε.
Νόσος που σχετίζεται με το Clostridium difficile
Διάρροια, ιδιαίτερα αν είναι σοβαρή, επιμένουσα ή και αιμορραγική, κατά τη διάρκεια ή
μετά την αγωγή με δισκία TALERIN μπορεί να είναι σύμπτωμα νόσου που σχετίζεται με
Clostridium difficile, η σοβαρότερη μορφή της οποίας είναι η ψευδομεμβρανώδης
κολίτιδα. Αν υπάρχει υποψία ψευδομεμβρανώδους κολίτιδας, πρέπει να διακόπτονται
αμέσως τα δισκία TALERIN και να χορηγούνται στους ασθενείς βοηθητικά μέτρα ±
ειδική θεραπεία χωρίς καθυστέρηση (π.χ. από του στόματος χορήγηση βανκομυκίνης).
Σε αυτές τις κλινικές καταστάσεις αντενδείκνυνται τα προϊόντα που αναστέλλουν την
περισταλτικότητα του εντέρου.
Ασθενείς με προδιάθεση για σπασμούς
Τα δισκία TALERIN αντενδείκνυνται σε ασθενείς με ιστορικό επιληψίας. Όπως και με
άλλες κινολόνες, πρέπει να χρησιμοποιείται με ιδιαίτερα μεγάλη προσοχή σε ασθενείς με
προδιάθεση για σπασμούς, όπως ασθενείς με προϋπάρχουσες διαταραχές του κεντρικού
νευρικού συστήματος, ασθενείς στους οποίους συγχορηγείται φενμπουφένη και
παρόμοια μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα ή φάρμακα που μειώνουν τον ουδό
των εγκεφαλικών σπασμών (όπως η θεοφυλλίνη) (βλ. 4.5 "Αλληλεπιδράσεις").
Ασθενείς με έλλειψη G-6-ΡD
Ασθενείς με λανθάνουσα ή υπάρχουσα έλλειψη του ενζύμου G-6-ΡD μπορεί να είναι
επιρρεπείς σε αιμολυτικές αντιδράσεις όταν θεραπεύονται με κινολόνες και γι' αυτό η
λεβοφλοξασίνη πρέπει να χορηγείται με προσοχή.
Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια
Καθώς η λεβοφλοξασίνη απεκκρίνεται κυρίως από τους νεφρούς, χρειάζεται προσαρμογή
της δόσης του TALERIN σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια.
Πρόληψη φωτοευαισθησίας
Παρ' όλο ότι η φωτοευαισθησία είναι πολύ σπάνια με τη λεβοφλοξασίνη, συνιστάται για
την πρόληψη αυτής οι ασθενείς να μην εκτίθενται χωρίς λόγο σε έντονο ηλιακό φως ή σε
τεχνητές υπεριώδεις ακτίνες (π.χ. λάμπα ηλιακής ακτινοβολίας, solarium). Η θεραπεία
πρέπει να διακοπεί εάν εμφανιστεί φωτοευαισθησία.
Ασθενείς στους οποίους χορηγούνται ανταγωνιστές της βιταμίνης Κ
Λόγω πιθανής αύξησης των τιμών των εξετάσεων για την εκτίμηση της πήξης του
αίματος (ΡΤ/ΙΝR) ή/και αιμορραγίας σε ασθενείς στους οποίους χορηγείται TALERIN σε
συνδυασμό με κάποιον ανταγωνιστή της βιταμίνης Κ (π.χ. βαρφαρίνη), θα πρέπει στους
ασθενείς αυτούς να παρακολουθείται η πήξη του αίματος με (ΡΤ/ΙΝR) για τον κίνδυνο
αιμορραγίας (βλ. 4.5 «Αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα και άλλες μορφές
αλληλεπιδράσεων»
Ψύχωσικές αντιδράσεις
Ψύχωσικές αντιδράσεις έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που χορηγούνται κινολόνες
συμπεριλαμβανομένης της λεβοφλοξασίνης. Σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις έχουν