ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
Lercaprel 20 mg/20 mg μμ μ μ επικαλυ ένα ε λεπτό υ ένιο δισκία
2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
μμ μ μ 20 Κάθε επικαλυ ένο ε λεπτό υ ένιο δισκίο περιέχει mg μ ηλεϊνικής εναλαπρίλης
( 15,29 που αντιστοιχούν σε mg ) 20 εναλαπρίλης και mg υδροχλωρικής
( 18,88 λερκανιδιπίνης που αντιστοιχούν σε mg ). λερκανιδιπίνης
μ : 204 Έκδοχο ε γνωστές δράσεις Κάθε δισκίο περιέχει mg μ . ονοϋδρικής λακτόζης
, . 6.1.Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων βλ παράγραφο
3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ
μμ μ μ .Επικαλυ ένο ε λεπτό υ ένιο δισκίο
, , μ , 11 Πορτοκαλί στρογγυλά α φίκυρτα δισκία των mm.
4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις
Θεραπεία της ιδιοπαθούς υπέρτασης ως θεραπεία υποκατάστασης σε ενήλικες
μ 20 ασθενείς των οποίων η αρτηριακή πίεση ελέγχεται επαρκώς ε εναλαπρίλη mg
20 λερκανιδιπίνη mg . όταν χορηγούνται συγχρόνως ως ξεχωριστά δισκία
4.2 Δ οσολογία και τρόπος χορήγησης
Δοσολογία
μ μ 15 Η συνιστώ ενη δοσολογία είναι ένα δισκίο η ερησίως τουλάχιστον λεπτά
μ . πριν από το γεύ α
μ :Ηλικιω ένοι ασθενείς
μ μ Η δόση πρέπει να προσαρ όζεται ανάλογα ε τη νεφρική λειτουργία του ασθενή
( . « »). βλ Χρήση σε νεφρική δυσλειτουργία
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία:
Το Lercaprel αντενδείκνυται σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία
(κάθαρση κρεατινίνης < 30 ml/min) ή σε ασθενείς που υποβάλλονται σε
αιμοκάθαρση (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.4). Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται
κατά την έναρξη της θεραπείας σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική
δυσλειτουργία.
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία:
Το Lercaprel αντενδείκνυται σε σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία. Ιδιαίτερη
προσοχή απαιτείται κατά την έναρξη της θεραπείας σε ασθενείς με ήπια έως
1
μέτρια ηπατική δυσλειτουργία.
μ :Παιδιατρικός πληθυσ ός
Δ εν υπάρχει σχετική χρήση του Lercaprel μ στον παιδιατρικό πληθυσ ό για την
. ένδειξη της υπέρτασης
Τρόπος χορήγησης
μ Προφυλάξεις που πρέπει να ληφθούν πριν από το χειρισ ό ή τη χορήγηση του
μ :φαρ ακευτικού προϊόντος
- μ 15 Η θεραπεία πρέπει να χορηγείται κατά προτί ηση το πρωί τουλάχιστον
μ .λεπτά πριν από το πρόγευ α
- μ μ μ ( . Αυτό το προϊόν δεν πρέπει να χορηγείται αζί ε χυ ό γκρέιπφρουτ βλ
4.3 4.5).παραγράφους και
4.3 Αντενδείξεις
Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες ή σε κάποιο από τα έκδοχα που
6.1.αναφέρονται στην παράγραφο
Το Lercaprel μ :δεν πρέπει να λα βάνεται σε
Υπερευαισθησία σε οποιονδήποτε αναστολέα του ΜΕΑ ή αποκλειστή των
διαύλων ασβεστίου του τύπου της διυδροπυριδίνης ή σε οποιοδήποτε άλλο
μ συστατικό αυτού του φαρ ακευτικού προϊόντος
μ μ μ Ιστορικό αγγειοοιδή ατος που έχει συσχετιστεί ε θεραπεία ε αναστολέα
του ΜΕΑ
μ μΚληρονο ικό ή ιδιοπαθές αγγειοοίδη α
Δ μ ( . 4.4 4.6)εύτερο και τρίτο τρί ηνο της κύησης βλ παραγράφους και
μ μ μ Συνδυασ ό ε προϊόντα που περιέχουν αλισκιρένη σε ασθενείς ε διαβήτη ή
(GFR < 60 ml/min/1,73 mνεφρική δυσλειτουργία
2
)
, μ μ μ Απόφραξη του χώρου εξώθησης της αριστερής κοιλίας συ περιλα βανο ένης
της αορτικής στένωσης
μ μ μ Συ φορητική καρδιακή ανεπάρκεια που δεν αντι ετωπίζεται ε θεραπεία
Ασταθή στηθάγχη
1 μ μ μ μ μΕντός ηνός ετά από έ φραγ α του υοκαρδίου
( < 30 ml/min), Σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία κάθαρση κρεατινίνης
μ μ μ μσυ περιλα βανο ένων των ασθενών που υποβάλλονται σε αι οκάθαρση
Σοβαρής ηπατική δυσλειτουργία
μ :Συγχορήγηση ε
o ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4 (βλ. παράγραφο 4.5)
o ( . 4.5)κυκλοσπορίνη βλ παράγραφο
o μ ( . 4.5)χυ ό γκρέιπφρουτ βλ παράγραφο
4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
μ μ Συ πτω ατική υπόταση
μ μ Η συ πτω ατική υπόταση παρατηρείται σπανίως σε υπερτασικούς ασθενείς
. μ , χωρίς επιπλοκές Σε υπερτασικούς ασθενείς που λα βάνουν εναλαπρίλη η
μ μ μ μ μ συ πτω ατική υπόταση είναι πιο πιθανό να συ βεί εάν ο ασθενής έχει ειω ένο
μ μ , μόγκο αί ατος για παράδειγ α λόγω διουρητικής αγωγής διαιτητικού περιορισ ού
, μ , μ ( . 4.5). του άλατος αι οκάθαρσης διάρροιας ή ε έτου βλ παράγραφο Σε ασθενείς
μ , μ μ , ε καρδιακή ανεπάρκεια ε ή χωρίς σχετιζό ενη ηπατική δυσλειτουργία έχει
2
μ μ . μ παρατηρηθεί συ πτω ατική υπόταση Αυτό είναι πιο πιθανό να συ βεί στους
μ μ , ασθενείς ε σοβαρότερο βαθ ό καρδιακής ανεπάρκειας όπως φαίνεται από τη
, μ χρήση υψηλών δόσεων διουρητικών της αγκύλης την υπονατριαι ία ή τη
. λειτουργική νεφρική δυσλειτουργία Στους ασθενείς αυτούς η έναρξη της
θεραπείας πρέπει να γίνεται υπό ιατρική επίβλεψη και οι ασθενείς πρέπει να
μ παρακολουθούνται στενά κάθε φορά που ρυθ ίζεται η δόση της εναλαπρίλης
/ . μ μ μ και ή του διουρητικού Παρό οιες συστάσεις πορεί να ισχύουν σε ασθενείς ε
μ μ ισχαι ική καρδιοπάθεια ή ε αγγειακή εγκεφαλική νόσο στους οποίους
μ μ μ μ μ ση αντική πτώση της αρτηριακής πίεσης πορεί να έχει ως αποτέλεσ α έ φραγ α
μ . του υοκαρδίου ή αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο
μ , , Εάν ε φανιστεί υπόταση ο ασθενής πρέπει να τοποθετηθεί σε ύπτια θέση και
, . εάν κριθεί αναγκαίο να του χορηγηθεί ενδοφλέβια έγχυση φυσιολογικού ορού
Μια παροδική υποτασική αντίδραση δεν αποτελεί αντένδειξη στη χορήγηση
, μ περαιτέρω δόσεων οι οποίες συνήθως πορούν να χορηγηθούν χωρίς δυσκολία
. εφόσον η αρτηριακή πίεση έχει αυξηθεί έπειτα από την αύξηση του όγκου
μ μ Σε ορισ ένους ασθενείς ε καρδιακή ανεπάρκεια που έχουν φυσιολογική ή
μ , μ μ μ μ χα ηλή αρτηριακή πίεση πορεί να συ βεί περαιτέρω είωση της συστη ατικής
μ . μ μ αρτηριακής πίεσης ε την εναλαπρίλη Αυτή η επίδραση είναι ανα ενό ενη και
. συνήθως δεν αποτελεί αιτία για τη διακοπή της θεραπείας Εάν η υπόταση γίνει
μ μ , μ μ / συ πτω ατική πορεί να χρειαστεί είωση της δόσης και ή διακοπή της
/ . χορήγησης του διουρητικού και ή της εναλαπρίλης
μ μΣύνδρο ο νοσούντος φλεβοκό βου
Συνιστάται ιδιαίτερη προσοχή όταν η λερκανιδιπίνη χρησιμοποιείται σε
ασθενείς με σύνδρομο νοσούντος φλεβοκόμβου (εάν δεν υπάρχει βηματοδότης).
Δυσλειτουργία της αριστερής κοιλίας και ισχαιμική καρδιοπάθεια
Αν και οι αιμοδυναμικές ελεγχόμενες μελέτες δεν αποκάλυψαν βλάβη της
κοιλιακής λειτουργίας, πρέπει να δίνεται προσοχή κατά τη θεραπεία ασθενών
με δυσλειτουργία της αριστερής κοιλίας της καρδιάς με αποκλειστές των
διαύλων ασβεστίου. Έχει προταθεί ότι ασθενείς με ισχαιμική καρδιοπάθεια
επιδεικνύουν αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο υπό θεραπεία με ορισμένες
διυδροπυριδίνες βραχείας δράσης. Παρόλο που η λερκανιδιπίνη έχει μακρά
δράση, συνιστάται προσοχή σε αυτούς τους ασθενείς.
Σε σπάνιες περιπτώσεις, ορισμένες διυδροπυριδίνες μπορεί να προκαλέσουν
προκάρδιο άλγος ή ασταθή στηθάγχη. Πολύ σπάνια, ασθενείς με προϋπάρχουσα
στηθάγχη μπορεί να παρουσιάσουν αυξημένη συχνότητα, διάρκεια ή
σοβαρότητα αυτών των επεισοδίων. Μπορεί να παρουσιαστούν μεμονωμένες
περιπτώσεις εμφράγματος του μυοκαρδίουλ. παράγραφο 4.8).
Χρήση σε νεφρική δυσλειτουργία
Πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή όταν ξεκινά η θεραπεία με εναλαπρίλη σε
ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία. Η τακτική
παρακολούθηση των επιπέδων του καλίου και της κρεατινίνης στον ορό
αποτελεί μέρος της συνηθισμένης ιατρικής πρακτικής για αυτούς τους
ασθενείς.
Έχουν υπάρξει αναφορές για νεφρική ανεπάρκεια σχετιζόμενη με την
εναλαπρίλη, κυρίως σε ασθενείς με σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια ή υποκείμενη
νεφρική νόσο, συμπεριλαμβανομένης της στένωσης της νεφρικής αρτηρίας. Εάν
αναγνωριστεί εγκαίρως και αντιμετωπισθεί καταλλήλως, η νεφρική
ανεπάρκεια όταν συνδέεται με τη θεραπεία με εναλαπρίλη είναι συνήθως
αναστρέψιμη.
Ορισμένοι υπερτασικοί ασθενείς, χωρίς εμφανή προϋπάρχουσα νεφρική νόσο,
έχουν εμφανίσει αυξήσεις της ουρίας και της κρεατινίνης στο αίμα όταν
χορηγήθηκε εναλαπρίλη ταυτόχρονα με ένα διουρητικό. Μπορεί να απαιτηθεί
3
μείωση της δόσης της εναλαπρίλης και/ή διακοπή του διουρητικού. Η
κατάσταση αυτή αυξάνει την πιθανότητα υποκείμενης στένωσης της νεφρικής
αρτηρίας (βλ. παράγραφο 4.4 «Νεφραγγειακή υπέρταση»).
Νεφραγγειακή υπέρταση
Υπάρχει αυξημένος κίνδυνος για υπόταση και νεφρική ανεπάρκεια όταν
ασθενείς με αμφοτερόπλευρη στένωση της νεφρικής αρτηρίας ή με στένωση της
αρτηρίας μονήρους νεφρού λαμβάνουν θεραπεία με αναστολείς του ΜΕΑ. Η
απώλεια της νεφρικής λειτουργίας μπορεί να συμβεί και μόνο με ήπιες
μεταβολές της κρεατινίνης στον ορό. Στους ασθενείς αυτούς, η έναρξη της
θεραπείας πρέπει να γίνεται υπό στενή ιατρική παρακολούθηση με χαμηλές
δόσεις, προσεκτική τιτλοποίηση των δόσεων και παρακολούθηση της νεφρικής
λειτουργίας.
Μεταμόσχευση νεφρού
Δεν υπάρχει εμπειρία από τη χρήση της λερκανιδιπίνης ή εναλαπρίλης σε
ασθενείς που υπεβλήθησαν πρόσφατα σε μεταμόσχευση νεφρού. Συνεπώς δε
συνιστάται η θεραπεία με Lercaprel.
Ηπατική ανεπάρκεια
Η αντιυπερτασική δράση της λερκανιδιπίνης μπορεί να αυξηθεί σε ασθενείς με
ηπατική δυσλειτουργία.
Σπάνια, οι αναστολείς του ΜΕΑ έχουν συσχετισθεί με ένα σύνδρομο που
αρχίζει με χολοστατικό ίκτερο ή ηπατίτιδα και εξελίσσεται σε κεραυνοβόλο
ηπατική νέκρωση και ορισμένες φορές σε θάνατο. Ο μηχανισμός αυτού του
συνδρόμου δεν είναι κατανοητός. Οι ασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς του
ΜΕΑ και εμφανίζουν ίκτερο ή σημαντική αύξηση των ηπατικών ένζυμων πρέπει
να διακόπτουν τη λήψη του αναστολέα του ΜΕΑ και να λάβουν την κατάλληλη
ιατρική παρακολούθηση.
/ μΟυδετεροπενία ακοκκιοκυτταραι ία
/ μ , μ μ Ουδετεροπενία ακοκκιοκυτταραι ία θρο βοπενία και αναι ία έχουν αναφερθεί
μ μ . μ σε ασθενείς που λα βάνουν θεραπεία ε αναστολείς του ΜΕΑ Σε ασθενείς ε
, φυσιολογική νεφρική λειτουργία και χωρίς άλλους παράγοντες επιπλοκών η
μ . μ μ ουδετεροπενία ε φανίζεται σπάνια Η εναλαπρίλη πρέπει να χρησι οποιείται ε
μ , εξαιρετική προσοχή σε ασθενείς ε αγγειακή νόσο του κολλαγόνου σε αυτούς
μ μ , , μ που λα βάνουν θεραπεία ε ανοσοκατασταλτικά αλλοπουρινόλη προκαϊνα ίδη
μ μ , ή ε συνδυασ ό αυτών των παραγόντων επιπλοκών ιδιαίτερα σε περιπτώσεις
. μ προϋπάρχουσας νεφρικής δυσλειτουργίας Ορισ ένοι από αυτούς τους ασθενείς
μ παρουσίασαν σοβαρές λοι ώξεις οι οποίες σε ελάχιστες περιπώσεις δεν
μ . μ ανταποκρίθηκαν σε εντατική θεραπεία ε αντιβιοτικά Εάν χρησι οποιηθεί
εναλαπρίλη σε αυτούς τους ασθενείς συνιστάται περιοδική παρακολούθηση του
μ αριθ ού των λευκοκυττάρων και πρέπει οι ασθενείς να καθοδηγούνται ώστε να
μ . αναφέρουν οποιαδήποτε ένδειξη όλυνσης
/ μΥπερευαισθησία αγγειονευρωτικό οίδη α
μ , , , , Αγγειονευρωτικό οίδη α του προσώπου των άκρων των χειλέων της γλώσσας
/ , της επιγλωττίδας και ή του λάρυγγα έχει αναφερθεί σε ασθενείς που έλαβαν
μ , μ μ μ . θεραπεία ε αναστολείς του ΜΕΑ συ περιλα βανο ένης της εναλαπρίλης Αυτό
μ μ . πορεί να εκδηλωθεί οποιαδήποτε στιγ ή κατά τη διάρκεια της θεραπείας Στις
, μ περιπτώσεις αυτές η εναλαπρίλη πρέπει να διακόπτεται α έσως και πρέπει να
μ μ αρχίζει η κατάλληλη παρακολούθηση για να εξασφαλισθεί ότι τα συ πτώ ατα
μ . μ έχουν υποχωρήσει πλήρως πριν την έξοδο του ασθενή από το νοσοκο είο Ακό α
μ μ , και στις περιπτώσεις που το οίδη α αφορούσε όνο τη γλώσσα χωρίς
, μ μ αναπνευστική δυσχέρεια οι ασθενείς πορεί να χρειαστούν παρατετα ένη
4
μ μ παρακολούθηση καθώς η θεραπεία ε αντιϊστα ινικά και κορτικοστεροειδή
μ μ . πορεί να ην επαρκεί
, μ Πολύ σπάνια έχουν αναφερθεί θάνατοι λόγω αγγειοοιδή ατος που
μ μ μ . συσχετίσθηκε ε οίδη α του λάρυγγα ή οίδη α της γλώσσας Ασθενείς στους
, οποίους έχει επηρεαστεί η γλώσσα η επιγλωττίδα ή ο λάρυγγας είναι πιθανό να
μ , ε φανίσουν απόφραξη των αεραγωγών ιδίως όσοι έχουν ιστορικό χειρουργικής
μ . επέ βασης στους αεραγωγούς
μ , , Όταν ε πλέκονται η γλώσσα η επιγλωττίδα ή ο λάρυγγας που είναι πιθανό να
, μ προκαλέσουν απόφραξη των αεραγωγών πρέπει να χορηγείται ά εσα η
, μ μ μ κατάλληλη θεραπεία που πορεί να περιλα βάνει υποδόριο διάλυ α επινεφρίνης
1: 1000 (0,3 ml 0,5 έως ml) / μ και ή να ληφθούν έτρα για την διασφάλιση ανοικτών
. αεραγωγών
μ μ Έχει αναφερθεί ότι οι ασθενείς που ανήκουν στη αύρη φυλή και λα βάνουν
μ αναστολείς του ΜΕΑ έχουν υψηλότερη επίπτωση αγγειοοιδή ατος σε σύγκριση
μ μ . ε τους ασθενείς που δεν ανήκουν στη αύρη φυλή
μ μ μ μ Οι ασθενείς ε ιστορικό αγγειοοιδή ατος που δε σχετίζεται ε θεραπεία ε
μ μ αναστολέα του ΜΕΑ πορεί να διατρέχουν εγαλύτερο κίνδυνο εκδήλωσης
μ μ ( . 4.3).αγγειοοιδή ατος ενώ λα βάνουν αναστολέα του ΜΕΑ βλ επίσης παράγραφο
μΑναφυλακτοειδείς αντιδράσεις κατά την απευαισθητοποίηση σε υ ενόπτερα
, μ Σπάνια ασθενείς που λά βαναν αναστολείς του ΜΕΑ κατά τη διάρκεια
μ μ απευαισθητοποίησης στο δηλητήριο υ ενόπτερων ε φάνισαν απειλητικές για τη
. μ ζωή αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις Οι αντιδράσεις αυτές αποφεύχθηκαν ε
μ προσωρινή διακοπή της θεραπείας ε τον αναστολέα του ΜΕΑ πριν από κάθε
.απευαισθητοποίηση
μ Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις κατά την αφαίρεση λιποπρωτεϊνών χα ηλής
(πυκνότητας LDL ) , μ Σπάνια ασθενείς που λά βαναν αναστολείς του ΜΕΑ κατά τη
μ (διάρκεια αφαίρεσης λιποπρωτεϊνών χα ηλής πυκνότητας LDL) μ ε θειϊκή
μ . δεξτράνη ε φάνισαν απειλητικές για τη ζωή αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις
μ μ Αυτές οι αντιδράσεις αποφεύχθηκαν ε προσωρινή διακοπή της θεραπείας ε τον
. αναστολέα του ΜΕΑ πριν από κάθε αφαίρεση
μΥπογλυκαι ία
μ μ Οι διαβητικοί ασθενείς που λα βάνουν από στό ατος αντιδιαβητικούς
μ , παράγοντες ή ινσουλίνη και αρχίζουν να λα βάνουν έναν αναστολέα του ΜΕΑ
μ μ πρέπει να ενη ερώνονται ώστε να παρακολουθούν στενά το ενδεχό ενο
μ , μ μ υπογλυκαι ίας ειδικά κατά τη διάρκεια του πρώτου ήνα της συνδυασ ένης
( . 4.5). χρήσης βλ παράγραφο
Βήχας
μ . , Έχει αναφερθεί βήχας ε τη χρήση αναστολέων του ΜΕΑ Χαρακτηριστικά ο
μ , μ μ βήχας είναι η παραγωγικός επί ονος και εξαφανίζεται ετά τη διακοπή της
. αγωγής Ο βήχας που προκαλείται από τους αναστολείς του ΜΕΑ πρέπει να
μ μ . λα βάνεται υπόψη ως έρος της διαφορικής διάγνωσης του βήχα
μ /Χειρουργική επέ βαση αναισθησία
μ μ Σε ασθενείς που υποβάλλονται σε είζονα χειρουργική επέ βαση ή κατά τη
μ , διάρκεια αναισθησίας ε παράγοντες που προκαλούν υπόταση η εναλαπρίλη
μ μ μ παρε ποδίζει το σχη ατισ ό της αγγειοτενσίνης ΙΙ δευτερογενώς της
μ . μ αντισταθ ιστικής απελευθέρωσης ρενίνης Εάν ε φανιστεί υπόταση και
μ μ , μ μ θεωρηθεί ότι οφείλεται σε αυτό το ηχανισ ό πορεί να διορθωθεί ε αύξηση του
μ . όγκου του αί ατος
5
μΥπερκαλιαι ία
μ Έχουν παρατηρηθεί αυξήσεις στο κάλιο στον ορό σε ερικούς αθενείς που
μ μ , μ μ μ λά βαναν θεραπεία ε αναστολείς του ΜΕΑ συ περιλα βανο ένης της
. μ μ εναλαπρίλης Οι παράγοντες κινδύνου για την ε φάνιση υπερκαλιαι ίας
μ μ , , συ περιλα βάνουν νεφρική ανεπάρκεια επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας
(> 70 ), , μ , μ ηλικία ετών σακχαρώδη διαβήτη συνοδά συ βάντα πιο συγκεκρι ένα
, μ μ , μ αφυδάτωση οξεία η αντιρροπού ενη καρδιακή ανεπάρκεια εταβολική οξέωση
( . . , και ταυτόχρονη χρήση καλιοσυντηρητικών διουρητικών π χ σπιρονολακτόνη
, μ , μ ), μ μ επλερενόνη τρια τερένη ή α ιλορίδη συ πληρώ ατα καλίου ή υποκατάστατα
, μ μ άλατος που περιέχουν κάλιο ή ασθενείς οι οποίοι λα βάνουν άλλα φάρ ακα που
μ ( . . ). συνδέονται ε αυξήσεις του καλίου στον ορό π χ ηπαρίνη Η χρήση των
μ μ , , συ πληρω άτων καλίου των καλιοσυντηρητικών διουρητικών ή των
μ μ μ υποκατάστατων αλάτων που περιέχουν κάλιο ιδίως σε ασθενείς ε ειω ένη
μ μ νεφρική λειτουργία πορεί να οδηγήσει σε ση αντική αύξηση του καλίου στον
. μ μ , μ ορό Η υπερκαλιαι ία πορεί να προκαλέσει σοβαρές ορισ ένες φορές
μ . θανατηφόρες αρρυθ ίες Εφόσον η ταυτόχρονη χορήγηση εναλαπρίλης και
, οποιουδήποτε από τους προαναφερθέντες παράγοντες κρίνεται απαραίτητη
μ μ μ πρέπει να χρησι οποιούνται ε προσοχή και ε τακτική παρακολούθηση του
( . 4.5). καλίου στον ορό βλ παράγραφο
Λίθιο
μ ( . 4.5).Ο συνδυασ ός λιθίου και εναλαπρίλης γενικά δε συνιστάται βλ παράγραφο
Δ μ μ - - ιπλός αποκλεισ ός του συστή ατος ρενίνης αγγειοτενσίνης αλδοστερόνης
( RAAS )
, , , μ , Υπόταση συγκοπή αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο υπερκαλιαι ία και
μ ( μ μ μ εταβολές στη νεφρική λειτουργία συ περιλα βανο ένης της οξείας νεφρικής
) μ , ανεπάρκειας έχουν αναφερθεί σε ευαίσθητα άτο α ιδίως εάν συνδυαστούν
μ μ ( . 4.5). φαρ ακευτικά προϊόντα που επηρεάζουν αυτό το σύστη α βλ παράγραφο
Δ μ μ - -εν συνιστάται ο διπλός αποκλεισ ός του συστή ατος ρενίνης αγγειοτενσίνης
μ μ μ αλδοστερόνης ε συνδυασ ό ενός αναστολέα του ΜΕΑ ε έναν αποκλειστή των
(υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ ARB) μ . ή ε αλισκιρένη
μ Ο διπλός αποκλεισ ός του RAAS μ μ ε συνδυασ ό προϊόντων που περιέχουν
μ . μ μ εναλαπρίλη ε αλισκιρένη δεν συνιστάται Ο συνδυασ ός ε αλισκιρένη
μ αντενδείκνυται σε ασθενείς ε σακχαρώδη διαβήτη ή νεφρική δυσλειτουργία
(GFR < 60ml/min/1,73 m
2
) ( . 4.3).βλ παράγραφο
Επαγωγείς του CYP 3 A 4
Οι επαγωγείς του CYP3A4 ( . . , όπως τα αντιεπιληπτικά π χ φαινυτοΐνη
μ ) μ μ μ καρβα αζεπίνη και η ριφα πικίνη πορούν να ειώσουν τα επίπεδα της
μ μ λερκανιδιπίνης στον ορό και ως εκ τούτου η αποτελεσ ατικότητα του φαρ άκου
μ μ μ μ ( . 4.5).να είναι ικρότερη σε σχέση ε την ανα ενό ενη βλ παράγραφο
Εθνοτικές διαφορές
μ μ , Όπως συ βαίνει και ε άλλους αναστολείς του ΜΕΑ η εναλαπρίλη φαίνεται να
μ μ μ είναι λιγότερο αποτελεσ ατική στη είωση της αρτηριακής πίεσης σε αύρους
μ μ μ , ασθενείς σε σύγκριση ε η αύρους ασθενείς πιθανώς λόγω του ότι τα επίπεδα
μ μ μ μ ρενίνης στο πλάσ α είναι συχνά χα ηλότερα στον πληθυσ ό των αύρων
. υπερτασικών
μΕγκυ οσύνη
Το Lercaprel μ . αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια της εγκυ οσύνης
μ , , Η θεραπεία ε αναστολείς του ΜΕΑ όπως η εναλαπρίλη δε πρέπει να ξεκινά
6
μ . μ κατά τη διάρκεια της εγκυ οσύνης Εκτός και εάν η συνέχιση της θεραπείας ε
, μμ αναστολέα του ΜΕΑ κρίνεται απαραίτητη οι ασθενείς που προγρα ατίζουν
μ μ - εγκυ οσύνη πρέπει να αλλάζουν σε εναλλακτική αγωγή ε αντι υπερτασικά τα
μ οποία έχουν καθιερω ένο προφίλ ασφάλειας για χρήση στη διάρκεια της
μ . μ μ , μ εγκυ οσύνης Όταν επιβεβαιωθεί ια εγκυ οσύνη πρέπει να διακόπτεται α έσως
μ , , , η θεραπεία ε αναστολείς του ΜΕΑ και εάν είναι κατάλληλο να ξεκινά άλλη
( . 4.3 4.6).εναλλακτική αγωγή βλ παραγράφους και
Η χρήση της λερκανιδιπίνης επίσης δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια της
μ μ ( . 4.6).εγκυ οσύνης ή σε γυναίκες που ενδέχεται να είνουν έγκυες βλ παράγραφο
Γαλουχία
Η χρήση του Lercaprel ( . δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια της γαλουχίας βλ
4.6).παράγραφο
μΠαιδιατρικός πληθυσ ός
μ μ Η ασφάλεια και η αποτελεσ ατικότητα αυτού του συνδυασ ού δεν έχει
. καταδειχθεί σε παιδιά
μΟινόπνευ α
μ μ Το οινόπνευ α πρέπει να αποφεύγεται διότι πορεί να ενισχύσει τη δράση των
μ ( . 4.5).αγγειοδιασταλτικών αντιυπερτασικών φαρ άκων βλ παράγραφο
Λακτόζη
μ μ μ , Ασθενείς ε σπάνια κληρονο ικά προβλή ατα δυσανεξίας στη γαλακτόζη
ανεπάρκεια Lapp , λακτάσης ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης γαλακτόζης δεν πρέπει
μ να λα βάνουν το Lercaprel.
4.5 μ μ Αλληλεπιδράσεις ε άλλα φαρ ακευτικά προϊόντα και άλλες
μ ορφές αλληλεπίδρασης
Η αντιυπερτασική δράση του Lercaprel μ μ πορεί να αυξηθεί από άλλα φάρ ακα που
μ , - , - ειώνουν την αρτηριακή πίεση όπως διουρητικά β αποκλειστές α αποκλειστές
. και άλλες ουσίες
, μ Επιπλεόν οι ακόλουθες αλληλεπιδράσεις έχουν παρατηρηθεί ε ένα ή
μ . περισσότερα συστατικά του προϊόντος σταθερού συνδυασ ού
Μηλεϊνική εναλαπρίλη
Διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης
( RAAS )
Ο διπλός αποκλεισμός (π.χ., με συνδυασμό ενός αναστολέα του ΜΕΑ με έναν
ανταγωνιστή των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης II ή με άμεσους αναστολείς
της ρενίνης, όπως η αλισκιρένη) πρέπει να περιορίζεται σε μεμονωμένες
καθορισμένες περιπτώσεις με στενή παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας,
των ηλεκτρολυτών, και της αρτηριακής πίεσης. Ορισμένες μελέτες έχουν δείξει
ότι σε ασθενείς με εγκατεστημένη αθηροσκληρωτική νόσο, καρδιακή
ανεπάρκεια, ή με διαβήτη με βλάβη τελικών οργάνων, ο διπλός αποκλεισμός
συνδέεται με υψηλότερη συχνότητα υπότασης, συγκοπής, υπερκαλιαιμίας, και
επιδείνωσης της νεφρικής λειτουργίας (συμπεριλαμβανομένης της οξείας
νεφρικής ανεπάρκειας) σε σύγκριση με τη χρήση ενός μεμονωμένου παράγοντα
του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης. Να μη συγχορηγείται η
αλισκιρένη με αναστολείς του ΜΕΑ σε ασθενείς με διαβήτη ή σε ασθενείς με
νεφρική δυσλειτουργία (GFR <60ml/min/1,73m
2
) (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.4).
7
μ μ Καλιοσυντηρητικά διουρητικά ή συ πληρώ ατα καλίου
μ μ Οι αναστολείς του ΜΕΑ ετριάζουν την προκαλού ενη από τα διουρητικά
. ( . . , απώλεια καλίου Τα καλιοσυντηρητικά διουρητικά π χ σπιρονολακτόνη
, μ μ ), μ μ , επλερενόνη τρια τερένη ή α ιλορίδη τα συ πληρώ ατα καλίου ή τα
μ μ υποκατάστατα αλάτων που περιέχουν κάλιο πορεί να οδηγήσουν σε ση αντική
. αύξηση του καλίου στον ορό Εάν η ταυτόχρονη χρήση ενδείκνυται λόγω
μ μ μ μ αποδεδειγ ένης υποκαλιαι ίας πρέπει να χρησι οποιούνται ε προσοχή και να
( . 4.4). γίνεται συχνή παρακολούθηση του καλίου στον ορό βλ παράγραφο
Δ ( )ιουρητικά θειαζιδικά ή διουρητικά της αγκύλης
μ μ μ μ Προηγού ενη θεραπεία ε εγάλες δόσεις διουρητικών πορεί να οδηγήσει σε
μ μ μ ειω ένο όγκο αί ατος και σε κίνδυνο για υπόταση κατά την έναρξη της
μ ( . 4.4). μ θεραπείας ε εναλαπρίλη βλ παράγραφο Οι υποτασικές επιδράσεις πορούν
μ μ , μ μ να ειωθούν ε τη διακοπή του διουρητικού ε την αύξηση του όγκου ή ε
μ μ μ .πρόσληψη άλατος ή ε την έναρξη της θεραπείας ε χα ηλή δόση εναλαπρίλης
Άλλοι αντιυπερτασικοί παράγοντες
μ Η ταυτόχρονη χρήση αυτών των παραγόντων πορεί να αυξήσει τις υποτασικές
. μ επιδράσεις της εναλαπρίλης Η ταυτόχρονη χρήση ε νιτρογλυκερίνη και άλλα
, , μ μ νιτρώδη ή άλλα αγγειοδιασταλτικά πορεί να ειώσει περαιτέρω την αρτηριακή
. πίεση
Λίθιο
μ Αναστρέψι ες αυξήσεις των συγκενρώσεων του λιθίου στον ορό και της
μ τοξικότητας έχουν αναφερθεί κατά την ταυτόχρονη χορήγηση λιθίου ε
. μ αναστολείς του ΜΕΑ Η ταυτόχρονη χρήση θειαζιδικών διουρητικών πορεί να
αυξήσει περαιτέρω τα επιπέδα του λιθίου και να αυξήσει τον κίνδυνο
μ . μ τοξικότητας από λίθιο ε αναστολείς του ΜΕΑ Η χρήση της εναλαπρίλης ε
, μ , λίθιο δεν συνιστάται αλλά εάν ο συνδυασ ός κριθεί απαραίτητος πρέπει να
μ ( . πραγ ατοποιείται προσεκτικός έλεγχος των επιπέδων του λιθίου στον ορό βλ
4.4).παράγραφο
/ / /Τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά Αντιψυχωσικά Αναισθητικά Ναρκωτικά
μ μ , Η ταυτόχρονη χρήση ορισ ένων αναισθητικών φαρ ακευτικών προϊόντων
μ τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών και αντιψυχωσικών ε αναστολείς του ΜΕΑ
μ μ ( . πορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω είωση της αρτηριακής πίεσης βλ παράγραφο
4.4).
μ μ ( ) μ μ μ Μη Στεροειδή Αντιφλεγ ονώδη Φάρ ακα ΜΣΑΦ συ περιλα βανο ένων των
-2 (Εκλεκτικών Αναστολέων της Κυκλοοξυγενάσης COX -2)
μ μ μ ( ) μ μ μ Τα η στεροειδή αντιφλεγ ονώδη φάρ ακα ΜΣΑΦ συ περιλα βανο ένων των
-2 (εκλεκτικών αναστολέων της κυκλοοξυγενάσης COX-2) μ μ πορεί να ειώσουν τη
μ . , δράση των διουρητικών και άλλων αντιυπερτασικών φαρ άκων Συνεπώς η
αντιυπερτασική δράση των ανταγωνιστών των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ
μ ή των αναστολέων του ΜΕΑ πορεί να εξασθενήσει από τα ΜΣΑΦ
μ μ μ συ περιλα βανο ένων των εκλεκτικών αναστολέων COX-2.
( μ μ μ Η συγχορήγηση των ΜΣΑΦ συ περιλα βανο ένων των αναστολέων COX-2) και
των ανταγωνιστών των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ ή των αναστολέων του
, μ ΜΕΑ έχει αθροιστική επίδραση στην αύξηση του καλίου στον ορό και πορεί να
. οδηγήσει στην επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας Αυτές οι επιδράσεις είναι
μ . , μ συνήθως αναστρέψι ες Σπάνια πορεί να παρουσιαστεί οξεία νεφρική
, μ μ μ ( ανεπάρκεια ιδιαίτερα σε ασθενείς ε ειω ένη νεφρική λειτουργία όπως οι
8
μ μ μ μ μ , μ μ μ ηλικιω ένοι ή οι ασθενείς ε ειω ένο όγκο αί ατος συ περιλα βανο ένων όσων
μ ). , μ ακολουθούν θεραπεία ε διουρητικά Συνεπώς ο συνδυασ ός πρέπει να
μ μ μ μ . χορηγείται ε προσοχή σε ασθενείς ε ειω ένη νεφρική λειτουργία Οι ασθενείς
πρέπει να ενυδατώνονται επαρκώς και πρέπει να δίδεται προσοχή στην
μ παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας ετά την έναρξη της ταυτόχρονης
. θεραπείας και περιοδικά στη συνέχεια
Χρυσός
( μ μ Σπανίως έχουν αναφερθεί νιτριτοειδείς αντιδράσεις τα συ πτώ ατα
μ , , μ ) περιλα βάνουν έξαψη του προσώπου ναυτία έ ετο και υπόταση σε ασθενείς που
μ μ (μ έλαβαν ταυτόχρονη θεραπεία ε ενέσι ο χρυσό ετά νατρίου άλας του
μ ) μ μ μ θειο αλικού χρυσού και αναστολείς του ΜΕΑ συ περιλα βανο ένης της
. εναλαπρίλης
μ μ μΣυ παθο ι ητικά
μ μ μ μ μ Τα συ παθο ι ητικά πορεί να ειώσουν την αντιυπερτασική δράση των
. αναστολέων του ΜΕΑ
Αντιδιαβητικά
μ μ Επιδη ιολογικές ελέτες υποστηρίζουν ότι η ταυτόχρονη χορήγηση αναστολέων
μ ( , μ του ΜΕΑ και αντιδιαβητικών φαρ άκων ινσουλινών από στό ατος
μ ) μ χορηγού ενων αντιδιαβητικών πορεί να προκαλέσει αύξηση της επίδρασης στη
μ μ μ μ . είωση της γλυκόζης του αί ατος ε κίνδυνο υπογλυκαι ίας Αυτές οι
μ περιπτώσεις είναι πιθανότερο να συ βούν κατά τη διάρκεια των πρώτων
μ μ μ εβδο άδων της συνδυασ ένης θεραπείας και σε ασθενείς ε νεφρική
( . 4.4 4.8).δυσλειτουργία βλ παραγράφους και
μΟινόπνευ α
μ μ . Το οινόπνευ α ενισχύει το υποτασικό αποτέλεσ α των αναστολέων του ΜΕΑ
μ Ταυτόχρονη θεραπεία ε αναστολέα του ΜΕΑ και αποκλειστή των υποδοχέων
της αγγειοτενσίνης
μ μ Έχει αναφερθεί στη βιβλιογραφία ότι σε ασθενείς ε εγκατεστη ένη
, , μ μ αρτηριοσκληρωτική νόσο καρδιακή ανεπάρκεια ή ε διαβήτη ε βλάβη τελικών
, μ οργάνων η ταυτόχρονη θεραπεία ε αναστολέα του ΜΕΑ και αποκλειστή των
μ , υποδοχέων της αγγειοτενσίνης συνδέεται ε υψηλότερη συχνότητα υπότασης
, μ , συγκοπής υπερκαλιαι ίας και επιδείνωσης της νεφρικής λειτουργίας
( μ μ μ ) μ συ περιλα βανο ένης της οξείας νεφρικής ανεπάρκειας σε σύγκριση ε τη
μ μ μ μ - -χρήση ενός ε ονω ένου παράγοντα του συστή ατος ρενίνης αγγειοτενσίνης
. αλδοστερόνης Ο διπλός αποκλεισμός (π.χ., με συνδυασμό ενός αναστολέα του
ΜΕΑ με έναν ανταγωνιστή των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης II) πρέπει να
περιορίζεται σε μεμονωμένες καθορισμένες περιπτώσεις με στενή
παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας, των ηλεκτρολυτών, και της
αρτηριακής πίεσης.
, μ -Ακετυλοσαλικυλικό οξύ θρο βολυτικά και β αποκλειστές
μ μ μ Η εναλαπρίλη πορεί να χορηγηθεί ε ασφάλεια ταυτόχρονα ε
( ), μ -ακετυλοσαλικυλικό οξύ σε καρδιολογικές δόσεις θρο βολυτικά και β
. αποκλειστές
Λερκανιδιπίνη
Αναστολείς του CYP 3 A 4
μ μ μ Λόγω του ότι η λερκανιδιπίνη εταβολίζεται έσω του ενζύ ου CYP3A4,
9
μ παράλληλα χορηγού ενοι αναστολείς και επαγωγείς του CYP3A4 μ πορεί να
μ μ . επιδράσουν στο εταβολισ ό και την απέκκριση της λερκανιδιπίνης
μ Ο συνδυασ ός της λερκανιδιπίνης και ισχυρών επαγωγέων του CYP3A4 ( . . π χ
, , , μ , μ ) κετοκοναζόλη ιτρακοναζόλη ριτοναβίρη ερυθρο υκίνη τρολεανδο υκίνη
( . 4.3). μ μ αντενδείκνυται βλ παράγραφο Μια ελέτη αλληλεπίδρασης ε
, κετοκοναζόλη έναν ισχυρό αναστολέα του CYP3A4, μ έδειξε αξιοση είωτη αύξηση
μ (15 μ των επιπέδων της λερκανιδιπίνης στο πλάσ α φορές αύξηση στο ε βαδό κάτω
μ - , από την κα πύλη συγκέντρωσης χρόνου AUC, 8 και φορές αύξηση στη C
max
του
μ δραστικότερου εναντιο ερούς S- ). λερκανιδιπίνη
Κυκλοσπορίνη
( . Η κυκλοσπορίνη και η λερκανιδιπίνη δεν πρέπει να συγχορηγούνται βλ
4.3).παράγραφο
μ μ μ Παρατηρήθηκαν αυξη ένες συγκεντρώσεις στο πλάσ α και των δύο φαρ άκων
. μ κατά τη συγχορήγησή τους Μία ελέτη σε νέους υγιείς εθελοντές έδειξε ότι όταν
3 μ η κυκλοσπορίνη χορηγήθηκε ώρες ετά τη λήψη της λερκανιδιπίνης τα επίπεδα
μ μ , μ της λερκανιδιπίνης στο πλάσ α δεν εταβλήθηκαν ό ως η AUC της
27 %. μ κυκλοσπορίνης αυξήθηκε κατά Η συγχορήγηση της λερκανιδιπίνης ε
3 κυκλοσπορίνη προκάλεσε κατά φορές αύξηση των επιπέδων της λερκανιδιπίνης
μ 21% στο πλάσ α και κατά αύξηση της AUC .της κυκλοσπορίνης
μ Χυ ός γκρέιπφρουτ
μ μ μ μ ( . Η λερκανιδιπίνη δεν πρέπει να λα βάνεται αζί ε χυ ό γκρέιπφρουτ βλ
4.3).παράγραφο
μ , μ μ Όπως και ε άλλες διυδροπυριδίνες η λήψη χυ ού γκρέιπφρουτ πορεί να
μ μ , μ μ αναστείλει το εταβολισ ό της λερκανιδιπίνης ε αποτέλεσ α την αύξηση της
μ μ μ συστη ατικής διαθεσι ότητας της λερκανιδιπίνης και αυξη ένη υποτασική
. δράσης
μΟινόπνευ α
μ μ Το οινόπνευ α πρέπει να αποφεύγεται διότι πορεί να ενισχύσει τη δράση των
( . 4.4). αγγειοδιασταλτικών αντιυπερτασικών βλ παράγραφο
μ Υποστρώ ατα του CYP 3 A 4
μ Απαιτείται προσοχή κατά τη συνταγογράφηση της λερκανιδιπίνης παράλληλα ε
μ άλλα υποστρώ ατα του CYP3A4 , μ , όπως η τερφεναδίνη η αστε ιζόλη
μ , μ μ , . αντιαρρυθ ικά κατηγορίας ΙΙΙ όπως για παράδειγ α α ιωδαρόνη κινιδίνη
Επαγωγείς του CYP 3 A 4
μ Ταυτόχρονη χρήση της λερκανιδιπίνης ε επαγωγείς του CYP3A4 όπως
( . . , μ ) μ αντιεπιληπτικά π χ φαινυτοΐνη καρβα αζεπίνη και ριφα πικίνη πρέπει να
μ , μ γίνεται ε προσοχή επειδή η αντιυπερτασική δράση της λερκανιδιπίνης πορεί
. να ελαττωθεί Η αρτηριακή πίεση πρέπει συνεπώς να ελέγχεται συχνότερα από
.ότι συνήθως
Διγοξίνη
20 Ταυτόχρονη χορήγηση mg λερκανιδιπίνης σε ασθενείς που υποβάλλονται σε
μ -μ μ μ χρόνια θεραπεία ε β εθυλδιγοξίνη δεν κατέδειξε κα ία φαρ ακοκινητική
. μ αλληλεπίδραση Υγιείς εθελοντές στους οποίους χορηγήθηκε διγοξίνη ετά από
20 λήψη mg μ 33% λερκανιδιπίνης παρουσίασαν έση αύξηση κατά της C
max
της
διγοξίνης
ενώ η AUC μ . και η νεφρική κάθαρση δεν επηρεάστηκαν ση αντικά Οι
μ ασθενείς που λα βάνουν συγχρόνως διγοξίνη πρέπει να παρακολουθούνται
μ . στενά για κλινικά ση εία τοξικότητας από τη διγοξίνη
10
μΜιδαζολά η
20 Η συγχορήγηση mg μ μ μ μ από στό ατος ιδαζολά ης σε ηλικιω ένους εθελοντές
( 40 %) μ ενίσχυσε την απορρόφηση της λερκανιδιπίνης περίπου κατά και είωσε το
μ ( ρυθ ό της απορρόφησης ο t
max
1,75 3 ). επιβραδύνθηκε από σε ώρες Οι
μ μ μ .συγκεντρώσεις της ιδαζολά ης δεν εταβλήθηκαν
Μετοπρολόλη
μ μ , - Κατά τη συγχορήγηση της λερκανιδιπίνης ε ετοπρολόλη έναν β αποκλειστή
, μ μ που αποβάλλεται κυρίως από το ήπαρ η βιοδιαθεσι ότητα της ετοπρολόλης δεν
μ , μ μ 50%. εταβλήθηκε ενώ η βιοδιαθεσι ότητα της λερκανιδιπίνης ειώθηκε κατά
μ μ μ Αυτή η δράση πορεί να οφείλεται στη είωση της ηπατικής αι ατικής ροής που
- μ προκαλείται από τους β αποκλειστές και ως εκ τούτου πορεί να παρουσιασθεί
μ μ . , μ και ε άλλα φάρ ακα αυτής της κατηγορίας Ωστόσο η λερκανιδιπίνη πορεί να
μ μ - χορηγηθεί ε ασφάλεια ταυτόχρονα ε αναστολείς των β αδρενεργικών
. υποδοχέων
μΣι ετιδίνη
μ 800 Η συγχορήγηση σι ετιδίνης mg μ μ την η έρα δεν προκαλεί ση αντικές αλλαγές
μ , στα επίπεδα της λερκανιδιπίνης στο πλάσ α αλλά απαιτείται προσοχή σε
μ μ , υψηλότερες δόσεις αφού πορεί να αυξηθούν η βιοδιαθεσι ότητα και συνεπώς η
.υποτασική δράση της λερκανιδιπίνης
Φλουοξετίνη
μ μ ( Μια ελέτη αλληλεπίδρασης ε φλουοξετίνη έναν αναστολέα του CYP2D6 και του
CYP3A4), 65 που διεξήχθη σε υγιείς εθελοντές ηλικίας ± 7 (μ μ ετών έση τι ή ± sd), δεν
μ μ .έδειξε κλινικά ση αντική αλλαγή στην φαρ ακοκινητική της λερκανιδιπίνης
μΣι βαστατίνη
20 Όταν συγχορηγήθηκε κατ επανάληψη δόση mg μ 40 λερκανιδιπίνης ε mg
μ , σι βαστατίνης η AUC μ μ , της λερκανιδιπίνης δε εταβλήθηκε ση αντικά ενώ η AUC
μ 56% μ ,της σι βαστατίνης αυξήθηκε κατά και εκείνη του κύριου ενεργού εταβολίτη
- 28%. β υδροξυοξέος κατά Είναι απίθανο αυτές οι αλλαγές να έχουν κλινική
μ . Δ μ ση ασία εν ανα ένεται αλληλεπίδραση όταν η λερκανιδιπίνη χορηγηθεί το
μ μ , μ .πρωί και η σι βαστατίνη το απόγευ α όπως ενδείκνυται γι αυτό το φάρ ακο
Βαρφαρίνη
20 Η συγχορήγηση mg λερκανιδιπίνης σε υγιείς εθελοντές σε κατάσταση
μ μ .νηστείας δεν ετέβαλε την φαρ ακοκινητική της βαρφαρίνης
μΠαιδιατρικός πληθυσ ός
μ μ .Μελέτες αλληλεπίδρασης έχουν πραγ ατοποιηθεί όνο σε ενήλικες
4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία
Εγκυμοσύνη
Για την εναλαπρίλη
Η χρήση των αναστολέων του ΜΕΑ (εναλαπρίλη) δεν συνιστάται κατά τη
διάρκεια του πρώτου τριμήνου της εγκυμοσύνης (βλ. παράγραφο 4.4.). Η χρήση
των αναστολέων του ΜΕΑ (εναλαπρίλη) αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του
δεύτερου και τρίτου τριμήνου της εγκυμοσύνης (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.4).
Επιδημιολογικά δεδομένα σχετικά με τον κίνδυνο τερατογένεσης μετά από
έκθεση σε αναστολείς του ΜΕΑ κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της
εγκυμοσύνης δεν έχουν επιβεβαιωθεί, ωστόσο δεν μπορεί να αποκλεισθεί η
11
πιθανότητα μικρής αύξησης του κινδύνου. Εκτός εάν η συνεχιζόμενη θεραπεία
με αναστολείς του ΜΕΑ κρίνεται απαραίτητη, οι ασθενείς που
προγραμματίζουν εγκυμοσύνη πρέπει να μετατάσσονται σε εναλλακτικές
αντιυπερτασικές θεραπείες με καθιερωμένο προφίλ ασφάλειας για χρήση στην
εγκυμοσύνη. Όταν διαπιστωθεί εγκυμοσύνη, η θεραπεία με αναστολείς του
ΜΕΑ πρέπει να διακόπτεται αμέσως, και, εάν ενδείκνυται, πρέπει να αρχίζει
εναλλακτική θεραπεία.
Η έκθεση σε αναστολείς του ΜΕΑ κατά τη διάρκεια του δευτέρου και τρίτου
τριμήνου της κύησης είναι γνωστό ότι προκαλεί εμβρυοτοξικότητα στον
άνθρωποειωμένη νεφρική λειτουργία, ολιγοϋδράμνιο, καθυστέρηση της
οστεοποίησης του κρανίου) και νεογνική τοξικότητα (νεφρική ανεπάρκεια,
υπόταση, υπερκαλιαιμία) (βλ. παράγραφο 5.3). Εάν η έκθεση σε αναστολείς του
ΜΕΑ έχει αρχίσει από το δεύτερο τρίμηνο της κύησης, συνιστάται ο
υπερηχογραφικός έλεγχος της νεφρικής λειτουργίας και του κρανίου. Τα βρέφη
των οποίων οι μητέρες έλαβαν αναστολείς του ΜΕΑ πρέπει να
παρακολουθούνται προσεκτικά για υπόταση (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.4).
Για τη λερκανιδιπίνη
Μελέτες σε ζώα με λερκανιδιπίνη δεν έχουν δείξει τερατογόνες επιδράσεις,
τέτοιες επιδράσεις έχουν όμως παρατηρηθεί με άλλες διυδροπυριδίνες.
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα κλινικά δεδομένα από εγκυμοσύνες που είχαν εκτεθεί
σε λερκανιδιπίνη, ως εκ τούτου η χρήση της δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια
της κύησης ή σε γυναίκες με δυνατότητα τεκνοποίησης εκτός εάν
χρησιμοποιείται αποτελεσματική αντισύλληψη.
Για την εναλαπρίλη και τη λερκανιδιπίνη σε συνδυασμό
Δεν υπάρχουν ή υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα από τη χρήση της μηλεϊνικής
εναλαπρίλης/ υδροχλωρικής λερκανιδιπίνης σε έγκυες γυναίκες. Οι μελέτες σε
ζώα είναι ανεπαρκείς σχετικά με την τοξικότητα στην αναπαραγωγική
ικανότητα (βλ. παράγραφο 5.3).
Το Lercaprel δεν πρέπει να χρησιμοποιείται στο δεύτερο και το τρίτο τρίμηνο της
εγκυμοσύνης. Δε συνιστάται στο πρώτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης και σε
γυναίκες με δυνατότητα τεκνοποίησης που δεν χρησιμοποιούν αντισύλληψη.
Θηλασμός
Για την εναλαπρίλη
Περιορισμένα δεδομένα φαρμακοκινητικής δείχνουν πολύ χαμηλές
συγκεντρώσεις στο μητρικό γάλα (βλ. παράγραφο 5.2). Παρόλο που οι
συγκεντρώσεις αυτές φαίνεται να μην είναι κλινικά σημαντικές, η χρήση της
εναλαπρίλης κατά τη διάρκεια του θηλασμού δεν συνιστάται για πρόωρα βρέφη
και για τις πρώτες λίγες εβδομάδες μετά τον τοκετό, εξαιτίας του υποθετικού
κινδύνου καρδιαγγειακών και νεφρικών επιδράσεων και λόγω του ότι δεν
υπάρχει επαρκής κλινική εμπειρία. Στην περίπτωση ενός μεγαλύτερου βρέφους,
η χρήση της εναλαπρίλης σε μία θηλάζουσα μητέρα μπορεί να εξετάζεται εάν η
θεραπεία είναι απαραίτητη για τη μητέρα και το παιδί παρακολουθείται για την
εμφάνιση κάποιας ανεπιθύμητης ενέργειας.
Για τη λερκανιδιπίνη
Δεν είναι γνωστή η έκκριση της λερκανιδιπίνης στο ανθρώπινο γάλα.
Για την εναλαπρίλη και τη λερκανιδιπίνη σε συνδυασμό
Συνεπώς το Lercaprel δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια του
θηλασμού.
12
Γονιμότητα
Σε κάποιους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με αναστολείς των διαύλων
ασβεστίου έχουν αναφερθεί αναστρέψιμες βιοχημικές αλλαγές στην κεφαλή
των σπερματοζωαρίων που μπορεί να μειώσουν τη ικανότητα γονιμοποίησης.
Στις περιπτώσεις εκείνες όπου επαναλαμβανόμενες απόπειρες τεχνητής
γονιμοποίησης ήταν αποτυχημένες και όπου δεν μπορεί να βρεθεί κάποια άλλη
εξήγηση, πρέπει να εξετάζεται η πιθανότητα να αποτελούν αιτία οι αναστολείς
των διαύλων ασβεστίου.
4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών
Το Lercaprel έχει μικρή επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού
μηχανών. Ωστόσο, συνιστάται προσοχή διότι μπορεί να εμφανισθούν ζάλη,
εξασθένιση, κόπωση και σε σπάνιες περιπτώσεις υπνηλία (βλ. παράγραφο 4.8).
4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες
Περίληψη του προφίλ ασφάλειας
Η ασφάλεια του Lercaprel έχει αξιολογηθεί σε πέντε διπλά τυφλές ελεγχόμενες
κλινικές μελέτες και σε δύο μακροχρόνιες ανοικτής επισήμανσης φάσεις
επέκτασης. Συνολικά, 1.141 ασθενείς έχουν λάβει Lercaprel σε δόση των 10
mg/10 mg, 20 mg/10 mg και 20 mg/20 mg. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που
παρατηρήθηκαν με τη θεραπεία συνδυασμού ήταν παρόμοιες με εκείνες που
έχουν ήδη παρατηρηθεί με το ένα ή το άλλο συστατικό σε μονοθεραπεία. Οι πιο
συχνά αναφερθείσες ανεπιθύμητες ενέργειες κατά τη διάρκεια της θεραπείας
με το Lercaprel ήταν βήχας (4,03%), ζάλη (1,67%) και κεφαλαλγία (1,67%).
Περίληψη των ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα
Στον πίνακα που ακολουθεί, οι αναφερθείσες σε κλινικές μελέτες ανεπιθύμητες
ενέργειες με το Lercaprel 10 mg/10 mg, 20 mg/10 mg και 20 mg/20 mg για τις οποίες
υπάρχει εύλογη αιτιολογική συσχέτιση καταγράφονται ανά οργανικό σύστημα
και συχνότητα εμφάνισης κατά MedDRA: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥1/100
έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως <
1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), μη γνωστές συχνότητα δεν μπορεί να
εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Διαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματος
Όχι συχνές: Θρομβοπενία
Σπάνιες: Αιμοσφαιρίνη μειωμένη
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
Σπάνιες: Υπερευαισθησία
Διαταραχές της θρέψης και του μεταβολισμού
Όχι συχνές: Υπερκαλιαιμία
Ψυχιατρικές διαταραχές
Όχι συχνές: Άγχος
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
Συχνές: Ζάλη, κεφαλαλγία
Όχι συχνές: Ορθοστατική ζάλη
Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
Όχι συχνές: Ίλιγγος
Σπάνιες: Εμβοές
13
Καρδιακές διαταραχές
Όχι συχνές: Ταχυκαρδία, αίσθημα παλμών
Αγγειακές διαταραχές
Όχι συχνές: Έξαψη, υπόταση
Σπάνιες: Κυκλοφορική κατέρρειψη
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του
μεσοθωρακίου
Συχνές: Βήχας
Σπάνιες: Ξηρότητα του φάρυγγα, στοματοφαρυγγικό άλγος
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
Όχι συχνές: Κοιλιακό άλγος, δυσκοιλιότητα, ναυτία
Σπάνιες: Δυσπεψία, οίδημα του χείλους, διαταραχή της γλώσσας,
διάρροια, ξηροστομία, ουλίτιδα
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
Όχι συχνές: Αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης (ALT),
αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση (AST)
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
Όχι συχνές: Ερύθημα
Σπάνιες: Αγγειοοίδημα, οίδημα προσώπου, δερματίτιδα, εξάνθημα,
κνίδωση
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
Όχι συχνές: Αρθραλγία
Διατραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
Όχι συχνές: Συχνουρία
Σπάνιες: Νυκτουρία, πολυουρία
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
Σπάνιες: Στυτική δυσλειτουργία
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
Όχι συχνές: Εξασθένιση, κόπωση, αίσθηση θερμού, περιφερικό οίδημα
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που εμφανίστηκαν μόνο σε έναν ασθενή αναφέρονται με
συχνότητα σπάνια.
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η επίπτωση των επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών που παρατηρήθηκαν
συχνά με μονοθεραπείες εναλαπρίλης και λερκανιδιπίνης, παρουσιάζεται στον
ακόλουθο πίνακα, όπως αναφέρθηκε σε μία διπλά τυφλή, τυχαιοποιημένη,
παραγοντική κλινική μελέτη:
Εικονικό φάρμακο
(n=113)
E20
(n=111)
L20
(n=113)
E20/L20
(n=116)
Άτομα με
οποιαδήποτε
ανεπιθύμητη
ενέργεια
5,3% 10,8% 8,8% 8,6%
Βήχας 1,8% 3,6% - 1,7%
Ζάλη - 1,8% - 0,9%
Κεφαλαλγία 0,9% 0,9% 1,8% 0,9%
Περιφερικό οίδημα 0,9% - 1,8% -
Ταχυκαρδία - 1,8% 3,5% 0,9%
Αίσθημα παλμών - 0,9% 0,9% -
Έξαψη - - 1,8% 0,9%
Εξάνθημα - 0,9% 0,9% -
Κόπωση - - - 0,9%
14
Επιπρόσθετες πληροφορίες για τα μεμονωμένα συστατικά
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν με το ένα από τα δύο μεμονωμένα
συστατικά (εναλαπρίλη ή λερκανιδιπίνη) μπορεί να είναι πιθανές ανεπιθύμητες
ενέργειες και για το Lercaprel, ακόμα και αν δεν παρατηρήθηκαν σε κλινικές
δοκιμές ή κατά την περίοδο μετά την κυκλοφορία του προϊόντος.
Εναλαπρίλη μεμονωμένα
Ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν με την εναλαπρίλη περιλαμβάνουν:
Διαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματος
όχι συχνές: αναιμία (συμπεριλαμβανομένης της απλαστικής και της
αιμολυτικής)
σπάνιες: ουδετεροπενία, μειωμένη αιμοσφαιρίνη, μειωμένος αιματοκρίτης,
θρομβοπενία, ακοκκιοκυττάρωση, καταστολή του μυελού των οστών,
πανκυτταροπενία, λεμφαδενοπάθεια, αυτοάνοσες νόσοι.
Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
μη γνωστές: σύνδρομο απρόσφορης έκκρισης αντιδιουρητικής ορμόνης (SIADH)
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
όχι συχνές: υπογλυκαιμία (βλ. παράγραφο 4.4)
Διαταραχές του νευρικού συστήματος και ψυχιατρικές διαταραχές
συχνές: κεφαλαλγία, κατάθλιψη
όχι συχνές: σύγχυση, υπνηλία, αϋπνία, νευρικότητα, παραισθησία, ίλιγγος
σπάνιες: ανώμαλα όνειρα, διαταραχές ύπνου
Οφθαλμικές διαταραχές
πολύ συχνές: θαμπή όραση
Καρδιακές και αγγειακές διαταραχές
πολύ συχνές: ζάλη
συχνές: υπόταση (συμπεριλαμβανομένης της ορθοστατικής υπότασης),
συγκοπή, θωρακικό άλγος, διαταραχές του ρυθμού, στηθάγχη, ταχυκαρδία
όχι συχνές: ορθοστατική υπόταση, αίσθημα παλμών, έμφραγμα του μυοκαρδίου
ή αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο*, πιθανόν δευτερογενώς ως προς την
υπερβολική υπόταση σε ασθενείς υψηλού κινδύνου (βλ. παράγραφο 4.4)
σπάνιες: φαινόμενο Raynaud
*Τα ποσοστά της επίπτωσης ήταν συγκρίσιμα με εκείνα των ομάδων ελέγχου εικονικού
και δραστικού φαρμάκου στις κλινικές δοκιμές.