ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
Amisulpride/Generics 400 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία
2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
Κάθε δισκίο περιέχει 400 mg αμισουλπρίδη.
Έκδοχο (α) με γνωστές δράσεις:
Κάθε δισκίο περιέχει 200 mg λακτόζη μονοϋδρική.
Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.
3. ΦΑΡΜΑΚOTEXNIKH ΜΟΡΦΗ
Επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο.
Λευκό προς υπόλευκο, διαστάσεων 18 x 8 mm σχήματος καψακίου,
επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο, το οποίο φέρει διαχωριστική
γραμμή στη μία όψη του.
Το δισκίο μπορεί να διαχωριστεί σε δύο ίσες δόσεις.
4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις
Το Amisulpride/Generics ενδείκνυται για τη θεραπεία οξέων και χρόνιων
σχιζοφρενικών διαταραχών:
Θετικά συμπτώματα με παραισθήσεις, ψευδαισθήσεις, διαταραχές
σκέψης, εχθρότητα και συμπεριφορά καχυποψίας.
Κύρια αρνητικά συμπτώματα (σύνδρομο αρνητικών συμπτωμάτων
ελλείματος -deficit syndrome-) με αμβλύ συναίσθημα, συναισθηματική
και κοινωνική απόσυρση.
Το Amisulpride/Generics ελέγχει επίσης τα δευτερεύοντα αρνητικά
συμπτώματα παραγωγικών καταστάσεων, καθώς και τις
συναισθηματικές διαταραχές όπως καταθλιπτική διάθεση ή
καθυστέρηση.
4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης
Δοσολογία:
Για οξέα ψυχωσικά επεισόδια, συνιστώνται από του στόματος δόσεις
από 400 έως 800 mg/ημέρα. Σε εξατομικευμένες περιπτώσεις, η ημερήσια
1
δόση μπορεί να αυξηθεί έως τα 1200 mg/ημέρα. Οι δόσεις που
υπερβαίνουν τα 1200 mg/ημέρα δεν έχουν αξιολογηθεί εκτενώς ως προς
την ασφάλειά τους και για το λόγο αυτό δε θα πρέπει να
χρησιμοποιούνται. Δεν απαιτείται ιδιαίτερη τιτλοποίηση της δόσης κατά
την έναρξη της θεραπείας με το Amisulpride/Generics. Οι δόσεις θα πρέπει να
προσαρμόζονται βάσει της ανταπόκρισης του κάθε ατόμου ξεχωριστά. Η
θεραπεία συντήρησης θα πρέπει να προσδιορίζεται σε εξατομικευμένη
βάση με την ελάχιστη αποτελεσματική δόση.
Για τους ασθενείς με ανάμικτα θετικά και αρνητικά συμπτώματα, οι
δόσεις θα πρέπει να ρυθμίζονται με σκοπό το βέλτιστο έλεγχο των
θετικών συμπτωμάτων.
Για ασθενείς που χαρακτηρίζονται από κυρίαρχα αρνητικά συμπτώματα,
συνιστώνται από του στόματος δόσεις μεταξύ 50 mg/ημέρα και 300
mg/ημέρα. Οι δόσεις πρέπει να ρυθμίζονται εξατομικευμένα.
Το Amisulpride/Generics μπορεί να χορηγηθεί άπαξ ημερησίως από του
στόματος σε δόση έως 400 mg. Οι μεγαλύτερες δόσεις θα πρέπει να
μοιράζονται σε δύο δόσεις.
Ηλικιωμένοι
Η ασφάλεια της αμισουλπρίδης έχει εξεταστεί σε περιορισμένο αριθμό
ηλικιωμένων ασθενών. Το Amisulpride/Generics θα πρέπει να
χρησιμοποιείται με ιδιαίτερη προσοχή λόγω του πιθανού κινδύνου
υπότασης ή καταστολής (βλ. παράγραφο 5.2). Μπορεί επίσης να
χρειαστεί μείωση της δόσης λόγω νεφρικής ανεπάρκειας.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της αμισουλπρίδης από την
εφηβεία έως την ηλικία των 18 ετών δεν έχει τεκμηριωθεί. Υπάρχουν
διαθέσιμα περιορισμένα δεδομένα σχετικά με τη χρήση της
αμισουλπρίδης σε εφήβους με σχιζοφρένεια. Επομένως, η αμισουλπρίδη
δε συνιστάται να χρησιμοποιείται από την εφηβεία έως την ηλικία των
18 ετών· στα παιδιά έως την εφηβεία η αμισουλπρίδη αντενδείκνυται,
επειδή η ασφάλειά της δεν έχει ακόμη τεκμηριωθεί (βλ. παράγραφο 4.3).
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία
Το Amisulpride/Generics αποβάλλεται μέσω της νεφρικής οδού. Κατά τη
νεφρική ανεπάρκεια, η δόση θα πρέπει να μειώνεται στο μισό σε ασθενείς
με κάθαρση κρεατινίνης (CRCL) με τιμές 30-60 mL/min και στο ένα τρίτο
σε ασθενείς με CRCL με τιμές 10-30 mL/min. Επειδή δεν υπάρχει εμπειρία
σε ασθενείς με σοβαρού βαθμού νεφρική δυσλειτουργία (CRCL < 10
mL/min), συστήνεται ιδιαίτερη προσοχή σε αυτούς τους ασθενείς (βλ.
παραγράφους 4.4 και 5.2).
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία
Επειδή η αμισουλπρίδη μεταβολίζεται σε μικρό βαθμό, δεν είναι
απαραίτητη η μείωση της δόσης.
Τρόπος χορήγησης:
2
Τα δισκία Amisulpride/Generics μπορεί να χορηγηθούν ανεξάρτητα από τα
γεύματα. Τα δισκία πρέπει να λαμβάνονται με επαρκή ποσότητα υγρού,
ολόκληρα ή διχοτομημένα.
4.3 Αντενδείξεις
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που
αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
Συνύπαρξη όγκων εξαρτώμενων από την προλακτίνη (π.χ.
προλακτινώματα της υπόφυσης ή καρκίνος μαστού).
Φαιοχρωμοκύτωμα.
Παιδιά έως την εφηβεία.
Γαλουχία.
Σε συνδυασμό με λεβοντόπα (βλ. παράγραφο 4.5).
4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Όπως ισχύει και με τα άλλα νευροληπτικά, μπορεί να εμφανιστεί
νευροληπτικό κακόηθες σύνδρομο, μία δυνητικά θανατηφόρος επιπλοκή,
που χαρακτηρίζεται από υπερθερμία, αυξημένη μυική ακαμψία, αστάθεια
του αυτόνομου νευρικού συστήματος, μεταβολή συνείδησης και αυξημένη
CPK. Σε περίπτωση υπερθερμίας, ιδιαίτερα με υψηλές ημερήσιες δόσεις,
όλα τα αντιψυχωσικά φάρμακα συμπεριλαμβανομένου του
Amisulpride/Generics πρέπει να διακόπτονται.
Το Amisulpride/Generics αποβάλλεται μέσω της νεφρικής οδού. Σε
περιπτώσεις νεφρικής ανεπάρκειας, η δόση θα πρέπει να μειωθεί και να
ληφθεί υπόψη διαλείπουσα θεραπεία (βλ. παράγραφο 4.2).
Το Amisulpride/Generics μπορεί να μειώσει τον ουδό σπασμών. Γι αυτό,
ασθενείς με ιστορικό σπασμών πρέπει να παρακολουθούνται στενά κατά
τη διάρκεια της θεραπείας με αμισουλπρίδη.
Στους ηλικιωμένους ασθενείς η θεραπεία με αμισουλπρίδη, όπως και με
άλλα νευροληπτικά, θα πρέπει να χρησιμοποιείται με ιδιαίτερη προσοχή
λόγω του πιθανού κινδύνου υπότασης ή καταστολής. Σε περίπτωση
νεφρικής ανεπάρκειας μπορεί επίσης να απαιτηθεί μείωση της
δοσολογίας.
Όπως ισχύει και με άλλους αντιντοπαμινεργικούς παράγοντες, θα πρέπει
επίσης να δίδεται προσοχή κατά τη συνταγογράφηση του
Amisulpride/Generics σε ασθενείς με νόσο Parkinson καθώς μπορεί να
προκαλέσει επιδείνωση της νόσου. Το Amisulpride/Generics θα πρέπει να
χρησιμοποιείται μόνο εάν η αγωγή με νευροληπτικά δεν μπορεί να
αποφευχθεί.
Επιμήκυνση του διαστήματος QT
Η αμισουλπρίδη προκαλεί παράταση του διαστήματος QT . Αυτή η
επίδραση είναι
γνωστόν ότι ενισχύει τον κίνδυνο σοβαρών κοιλιακών αρρυθμιών, όπως
είναι η πολύμορφη
κοιλιακή αρρυθμία ‘δίκην ριπιδίου’.Θα πρέπει να επιδεικνύεται προσοχή
όταν η αμισουλπρίδη χορηγείται σε ασθενείς με διεγνωσμένη
3
καρδιαγγειακή νόσο ή οικογενειακό ιστορικό επιμήκυνσης του
διαστήματος QT και η ταυτόχρονη χρήση με νευροληπτικά θα πρέπει να
αποφεύγεται.
Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να επιδεικνύεται στις ακόλουθες
καταστάσεις:
- Σημαντικού βαθμού βραδυκαρδία
- Συγγενής επιμήκυνση του διαστήματος QT
- Διαταραχές του ισοζυγίου των ηλεκτρολυτών, ιδιαίτερα,
υποκαλιαιμία και υπομαγνησιαιμία
- Συγχορήγηση φαρμακευτικών προϊόντων, που προκαλούν παράταση
διαστήματος QT (βλ. παράγραφο 4.5).
Αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο
Σε τυχαιοποιημένες κλινικές μελέτες ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο,
οι οποίες πραγματοποιήθηκαν σε ένα πληθυσμό ηλικιωμένων ασθενών
που είχαν άνοια και στους οποίους χορηγήθηκαν ορισμένα άτυπα
αντιψυχωσικά φάρμακα, παρατηρήθηκε τριπλάσια αύξηση του κινδύνου
εμφάνισης αγγειοεγκεφαλικών συμβαμάτων. Ο μηχανισμός στον οποίο
οφείλεται η αύξηση αυτού του κινδύνου δεν είναι γνωστός. Δεν μπορεί να
αποκλεισθεί η αύξηση του κινδύνου λόγω της χορήγησης άλλων
αντιψυχωσικών φαρμάκων, ή σε άλλους πληθυσμούς ασθενών. Το
Amisulpride/Generics θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς
με παράγοντες που προδιαθέτουν για αγγειοεγκεφαλικό επεισόδιο.
Φλεβική Θρομβοεμβολή
Έχουν αναφερθεί περιστατικά φλεβικής θρομβοεμβολής (VTE) με τη
χρήση αντιψυχωσικών φαρμάκων. Επειδή οι ασθενείς που λαμβάνουν
θεραπεία με αντιψυχωσικά εμφανίζουν συχνά επίκτητους
προδιαθεσικούς παράγοντες κινδύνου για VTE, θα πρέπει να
ταυτοποιούνται όλοι οι πιθανοί προδιαθεσικοί παράγοντες κινδύνου για
VTE πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας με το Amisulpride/Generics
και να λαμβάνονται προληπτικά μέτρα.
Έχουν αναφερθεί λευκοπενία, ουδετεροπενία και ακοκκιοκυτταραιμία με
τα αντιψυχωσικά, συμπεριλαμβανομένης της αμισουλπρίδης. Οι
αδιευκρίνιστες λοιμώξεις ή πυρετός μπορεί να είναι ενδείξεις
αιματολογικής δυσκρασίας (βλ. παράγραφο 4.8), και απαιτούν άμεση
αιματολογική διερεύνηση.
Καρκίνος του μαστού
Η αμισουλπρίδη προκαλεί αύξηση των επιπέδων προλακτίνης στο
πλάσμα. Επομένως, απαιτείται προσοχή, και οι ασθενείς εκείνοι που
έχουν ατομικό ή οικογενειακό ιστορικό με καρκίνο του μαστού, θα
πρέπει να παρακολουθούνται στενά κατά τη διάρκεια θεραπείας με
αμισουλπρίδη. Η χρήσης της αμισουλπρίδης αντενδείκνυται στους
ασθενείς που πάσχουν από καρκίνο του μαστού (βλ. παράγραφο 4.3 και
4.8).
Ηλικιωμένοι ασθενείς με άνοια
Οι ηλικιωμένοι ασθενείς με ψύχωση που σχετίζεται με άνοια στους
οποίους χορηγήθηκε θεραπεία με άτυπα αντιψυχωσικά εμφάνισαν
αυξημένο κίνδυνο θανάτου σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο σε μια
μετα-ανάλυση 17 ελεγχόμενων κλινικών μελετών με άτυπα
4
αντιψυχωσικά. Ο κίνδυνος θανάτου που παρατηρήθηκε ήταν 1,6 έως 1,7
φορές μεγαλύτερος του κινδύνου που διέτρεχαν οι ασθενείς στους
οποίους χορηγήθηκε το εικονικό φάρμακο. Η επίπτωση του θανάτου
στους ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκε η θεραπεία με άτυπα
αντιψυχωσικά ήταν περίπου 4,5%, έναντι επίπτωσης περίπου 2,6% στην
ομάδα του εικονικού φαρμάκου στα πλαίσια μιας τυπικής ελεγχόμενης
κλινικής μελέτης χρονικής διάρκειας 10 εβδομάδων. Παρόλο που τα
αίτια του θανάτου κατά τις κλινικές μελέτες με τα άτυπα αντιψυχωσικά
διέφεραν, οι θάνατοι στην πλειονότητά τους έδειξαν να είναι
καρδιαγγειακής (π.χ. καρδιακή ανεπάρκεια, αιφνίδιος θάνατος) ή
λοιμώδους (π.χ. πνευμονία) φύσεως.
Μελέτες παρατήρησης δείχνουν ότι, όπως ισχύει με τα άτυπα
αντιψυχωσικά, η αγωγή με τα συμβατικά αντιψυχωσικά φάρμακα
πιθανόν να αυξήσει τη θνησιμότητα.
Η έκταση στην οποία τα ευρήματα της αυξημένης θνησιμότητας στις
μελέτες παρατήρησης μπορεί να αποδοθούν στο αντιψυχωσικό φάρμακο
έναντι κάποιου(ων) χαρακτηριστικού(ών) των ασθενών, δεν είναι σαφής.
Η χρήση του Amisulpride/Generics δεν είναι εγκεκριμένη για τη θεραπεία
σχετιζόμενων με άνοια διαταραχών της συμπεριφοράς.
Άλλα
Έχει αναφερθεί υπεργλυκαιμία σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με
κάποια άτυπα αντιψυχωσικά φάρμακα, συμπεριλαμβανομένης της
αμισουλπρίδης. Γι αυτό οι ασθενείς με τεκμηριωμένη διάγνωση
σακχαρώδη διαβήτη ή με παράγοντες κινδύνου για διαβήτη, που άρχισαν
θεραπεία με Amisulpride/Generics, θα πρέπει να παρακολουθούνται
κατάλληλα ως προς τη γλυκόζη του αίματος.
Η ταυτόχρονη χορήγηση άλλων αντιψυχωσικών φαρμάκων θα πρέπει να
αποφεύγεται.
Έπειτα από την απότομη διακοπή υψηλών δόσεων αντιψυχωσικών
φαρμάκων έχουν περιγραφεί συμπτώματα απόσυρσης τα οποία
περιλαμβάνουν ναυτία, έμετο και αϋπνία. Ενδέχεται επίσης να σημειωθεί
επανεμφάνιση των ψυχωσικών συμπτωμάτων, και έχει αναφερθεί
εμφάνιση διαταραχών ακούσιων κινήσεων (όπως ακαθησία, δυστονία και
δυσκινησία) με την αμισουλπρίδη. Για το λόγο αυτό, η απόσυρση του
Amisulpride/Generics συνιστάται να γίνεται βαθμιαία.
Καλοήθης όγκος στην υπόφυση
Η αμισουλπρίδη μπορεί να προκαλέσει αύξηση των επιπέδων
προλακτίνης. Περιπτώσεις καλοήθους όγκου στην υπόφυση, όπως το
προλακτίνωμα, έχουν παρατηρηθεί κατά τη διάρκεια θεραπείας με
αμισουλπρίδη. Σε περιπτώσεις πολύ υψηλών επιπέδων προλακτίνης ή
κλινικών ενδείξεων ύπαρξης καλοήθη όγκου στην υπόφυση (όπως μείωση
του οπτικού πεδίου και κεφαλαλγία), θα πρέπει να πραγματοποιηθεί
απεικόνιση της υπόφυσης. Σε περίπτωση που επιβεβαιωθεί, με την
απεικόνιση, η ύπαρξη όγκου στην υπόφυση, η θεραπεία με αμισουλπρίδη
θα πρέπει να διακοπεί.
Λακτόζη
5
Ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα έλλειψης ανοχής στη
γαλακτόζη, ανεπάρκειας Lapp λακτάσης ή δυσαπορρόφησης γλυκόζης-
γαλακτόζης δεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και
άλλες μορφές αλληλεπίδρασης
Συνδυασμοί που αντενδείκνυνται:
Λεβοντόπα: αμοιβαίος ανταγωνισμός δράσεων μεταξύ της λεβοντόπα και
των νευροληπτικών. Η αμισουλπρίδη μπορεί να ανταγωνίζεται τη δράση
των αγωνιστών της ντοπαμίνης, π.χ. της βρωμοκρυπτίνης και της
ροπινιρόλης.
Συνδυασμοί που δε συνιστώνται:
Το Amisulpride/Generics μπορεί να ενισχύσει τις δράσεις του οινοπνεύματος.
Συνδυασμοί που πρέπει να ληφθούν υπόψη:
- Κατασταλτικά του ΚΝΣ συμπεριλαμβανομένων ναρκωτικών,
αναισθητικών, αναλγητικών, κατασταλτικών H
1
-
αντιισταμινικών, βαρβιτουρικών, βενζοδιαζεπινών, και άλλων
αγχολυτικών φαρμάκων, κλονιδίνης και παραγώγων.
- Αντιυπερτασικά φάρμακα και άλλα υποτασικά φάρμακα.
- Συνιστάται προσοχή όταν η αμισουλπρίδη χορηγείται με
φάρμακα που είναι γνωστό ότι παρατείνουν το διάστημα QT,
π.χ. αντιαρρυθμικά τάξης IA (π.χ. κινιδίνη, δισοπυραμίδη) και
αντιαρρυθμικά τάξης ΙΙΙ (π.χ. αμιωδαρόνη, σοταλόλη),
ορισμένα αντιισταμινικά, ορισμένα άλλα αντιψυχωσικά και
ορισμένα ανθελονοσιακά (π.χ. μεφλοκίνη) (βλ. παράγραφο 4.4).
4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία
Εγκυμοσύνη
Η αμισουλπρίδη δεν επέδειξε τοξικότητα επί της αναπαραγωγής στα ζώα.
Διαπιστώθηκε μείωση της γονιμότητας η οποία συσχετίστηκε με τη
φαρμακολογική δράση του προϊόντος (μέσω της προλακτίνης). Δε
σημειώθηκαν τερατογόνες δράσεις της αμισουλπρίδης.
Δεν υπάρχουν παρά μόνο πολύ περιορισμένα κλινικά δεδομένα για τη
χορήγηση του φαρμάκου κατά τη διάρκεια της κύησης. Κατά συνέπεια η
ασφάλεια της αμισουλπρίδης κατά τη διάρκεια της κύησης στον άνθρωπο
δεν έχει τεκμηριωθεί. Η χρήση του φαρμάκου κατά τη διάρκεια της
κύησης δε συνιστάται εκτός εάν το όφελος υπερσκελίζει τον πιθανό
κίνδυνο.
Τα νεογνά που έχουν εκτεθεί σε αντιψυχωσικά, συμπεριλαμβανομένης
της αμισουλπρίδης, κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου της κύησης
διατρέχουν κίνδυνο εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών
συμπεριλαμβανομένων εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων και/ή
συμπτωμάτων απόσυρσης μετά τον τοκετό, τα οποία μπορεί να
ποικίλλουν ως προς τη βαρύτητα και τη χρονική τους διάρκεια (βλ.
παράγραφο 4.8). Έχουν αναφερθεί διέγερση, υπερτονία, υποτονία,
τρόμος, υπνηλία, αναπνευστική δυσχέρεια ή διαταραχή πρόσληψης
τροφής. Συνεπώς, τα νεογνά θα πρέπει να παρακολουθούνται με
προσοχή.
6
Θηλασμός
Δεν είναι γνωστό εάν η αμισουλπρίδη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα.
Για το λόγο αυτό η γαλουχία αντενδείκνυται.
4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού
μηχανημάτων
Το Amisulpride/Generics μπορεί να προκαλέσει υπνηλία και ως εκ τούτου να
μειώσει επίσης την ικανότητα οδήγησης οχημάτων και χειρισμού
μηχανημάτων ακόμη και όταν χρησιμοποιείται στις συνιστώμενες δόσεις
(βλ. παράγραφο 4.8).
4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες ταξινομήθηκαν ανά συχνότητα εμφάνισης με
βάση την ακόλουθη σύμβαση:
Πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100, <1/10), όχι συχνές (≥1/1000,
<1/100), σπάνιες (≥1/10000, <1/1000), πολύ σπάνιες (<1/10000),
συχνότητας μη γνωστής (δεν μπορούν να καθοριστούν από τα διαθέσιμα
δεδομένα).
Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες
ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.
Κλινικά δεδομένα
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που ακολουθούν έχουν παρατηρηθεί σε
ελεγχόμενες κλινικές μελέτες. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι σε ορισμένες
περιπτώσεις ίσως είναι δύσκολο να διαφοροποιηθούν τα ανεπιθύμητα
συμβάντα από τα συμπτώματα της υποκείμενης νόσου.
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος:
Όχι συχνές
: Αλλεργικές αντιδράσεις
Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος:
Συχνές
: Η αμισουλπρίδη προκαλεί αύξηση στα επίπεδα της προλακτίνης
στο πλάσμα, που είναι αναστρέψιμη έπειτα από τη διακοπή του
φαρμάκου. Αυτή μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα γαλακτόρροια,
αμηνόρροια ή διαταραχή της εμμήνου ρύσεως, γυναικομαστία,
μαστοδυνία, δυσλειτουργία στύσης.
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης:
Όχι συχνές
: Υπεργλυκαιμία (βλ. παράγραφο 4.4)
Ψυχιατρικές διαταραχές:
Συχνές
: Αϋπνία, άγχος, διέγερση, οργασμική δυσλειτουργία
Διαταραχές του νευρικού συστήματος:
Πολύ συχνές
: Ενδέχεται να εμφανιστούν εξωπυραμιδικά συμπτώματα:
τρόμος, ακαμψία, υποκινησία, σιελόρροια, ακαθησία, δυσκινησία. Τα
συμπτώματα αυτά είναι συνήθως ήπια όταν χορηγείται η βέλτιστη
δοσολογία και μερικώς αναστρέψιμα χωρίς να χρειαστεί διακοπή της
αμισουλπρίδης με τη χορήγηση αντιπαρκινσονικής φαρμακευτικής
αγωγής. Η επίπτωση των εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων, η οποία είναι
7
δοσοεξαρτώμενη, παραμένει πολύ χαμηλή στα πλαίσια θεραπείας
ασθενών με κυρίως αρνητικά συμπτώματα με δόσεις 50-300mg/ημέρα.
Συχνές
:
- Μπορεί να εμφανιστεί οξεία δυστονία (ραιβόκρανο, κρίση περιστροφής
οφθαλμικών βολβών, τρισμός). Αυτά είναι αναστρέψιμα χωρίς διακοπή
της αμισουλπρίδης με χορήγηση αντιπαρκινσονικών φαρμάκων.
- Υπνηλία
Όχι συχνές
:
- Έχει αναφερθεί βραδυκινησία που χαρακτηρίζεται από ρυθμικές,
ακούσιες κινήσεις κυρίως της γλώσσας και/ή του προσώπου, συνήθως
μετά από μακροχρόνια χορήγηση. Τα αντιπαρκινσονικά φάρμακα δεν
είναι αποτελεσματικά ή μπορεί να οδηγήσουν σε επιδείνωση των
συμπτωμάτων.
- Κρίσεις
Καρδιακές διαταραχές:
Συχνές
: Υπόταση
Όχι συχνές
: Βραδυκαρδία
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος:
Συχνές
: Δυσκοιλιότητα, ναυτία, έμετος, ξηροστομία
Παρακλινικές εξετάσεις:
Συχνές
: Αύξηση βάρους
Όχι συχνές
: Αύξηση ηπατικών ενζύμων, κυρίως τρανσαμινασών
Παρακολούθηση μετά από την κυκλοφορία του φαρμάκου:
Αναφέρθηκαν επίσης οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες (αυθόρμητες
αναφορές):
Ενδοκρινικές διαταραχές:
Μη γνωστές:
Καλοήθης όγκος στην υπόφυση, όπως το προλακτίνωμα (βλ.
παράγραφο 4,3 και 4,4).
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος:
Μη γνωστές:
Λευκοπενία, ουδετεροπενία και ακοκκιοκυτταραιμία (βλ.
παράγραφο 4.4).
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης:
Μη γνωστές
: Υπερτριγλυκαιριδιαιμία και υπερχολιστερολαιμία.
Υπονατριαιμία, σύνδρομο απρόσφορης έκκρισης αντιδιουρητικής
ορμόνης (SIADH).
Ψυχιατρικές διαταραχές:
Μη γνωστή
: Σύγχυση
Διαταραχές του νευρικού συστήματος:
Μη γνωστή
: Σύμπτωμα νευροληπτικού κακοήθους συνδρόμου (βλ.
παράγραφο 4.4), το οποίο είναι μία δυνητικά θανατηφόρος επιπλοκή.
Καρδιακές διαταραχές :
8
Μη γνωστή
: επιμήκυνση του διαστήματος QT και κοιλιακή αρρυθμία
όπως κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου (torsades de pointes), κοιλιακή
ταχυκαρδία που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κοιλιακή μαρμαρυγή ή
καρδιακή ανακοπή, ξαφνικό θάνατο (βλ. παράγραφο 4.4).
Αγγειακές διαταραχές:
Μη γνωστές
: Έχουν αναφερθεί περιστατικά φλεβικής θρομβοεμβολής,
συμπεριλαμβανομένων περιστατικών πνευμονικής εμβολής, μερικές
φορές με μοιραία κατάληξη και περιστατικά εν τω βάθει φλεβικής
θρόμβωσης με τα αντιψυχωσικά φάρμακα
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
Μη γνωστές:
Αγγειοοίδημα, κνίδωση
Καταστάσεις της κύησης, της λοχείας και της περιγεννητικής περιόδου
Μη γνωστές:
Σύνδρομο από απόσυρση φαρμάκου των νεογνών (βλ.
παράγραφο 4.6)
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη
χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι
σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-
κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους
επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν
οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον Εθνικό
Οργανισμό Φαρμάκων, Μεσογείων 284, 15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: +
30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 21 06549585, Ιστότοπος: http :// www . eof . gr
4.9 Υπερδοσολογία
Η εμπειρία με την υπερδοσολογία είναι περιορισμένη. Έχει αναφερθεί
έξαρση των φαρμακολογικών δράσεων του φαρμάκου με συμπτώματα
όπως υπνηλία και καταστολή, κώμα, υπόταση και εξωπυραμιδικά
συμπτώματα. Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις μοιραίας κατάληξης κυρίως
σε συνδυασμό με άλλα ψυχοτρόπα φάρμακα.
Σε περίπτωση οξείας υπερδοσολογίας, θα πρέπει να εξετάζεται το
ενδεχόμενο λήψης πολλαπλών φαρμάκων.
Επειδή η αμισουλπρίδη υπόκειται σε μικρού βαθμού διάλυση, η
αιμοδιάλυση δε χρησιμεύει για την αποβολή του φαρμάκου.
Δεν υπάρχει ειδικό αντίδοτο για την αμισουλπρίδη. Για το λόγο αυτό θα
πρέπει να εφαρμοστούν τα κατάλληλα υποστηρικτικά μέτρα σε
συνδυασμό με στενή παρακολούθηση των ζωτικών λειτουργιών
συμπεριλαμβανομένης της συνεχούς παρακολούθησης της καρδιακής
λειτουργίας λόγω του κινδύνου παράτασης του διαστήματος QT, μέχρι ο
ασθενής να επανέλθει πλήρως.
Σε περίπτωση που σημειωθούν σοβαρού βαθμού εξωπυραμιδικά
συμπτώματα, θα πρέπει να χορηγηθούν αντιχολινεργικοί παράγοντες.
9
5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ψυχοληπτικά, αντιψυχωσικά.
Βενζαμίδια
Κωδικός ATC: N05AL05
Στον άνθρωπο, η αμισουλπρίδη συνδέεται εκλεκτικά με υψηλή συγγένεια
στις υποκατηγορίες D
2
/D
3
των ντοπαμινεργικών υποδοχέων ενώ δεν έχει
συγγένεια για τις υποκατηγορίες των D
1
, D
4
και D
5
υποδοχέων.
Σε αντίθεση με τα κλασσικά και τα άτυπα νευροληπτικά, η αμισουλπρίδη
δεν έχει συγγένεια για τους υποδοχείς της σεροτονίνης, τους α-
αδρενεργικούς, τους H
1
-ισταμινικούς και τους χολινεργικούς.
Επιπρόσθετα, η αμισουλπρίδη δε συνδέεται με τους σ-υποδοχείς.
Κατά τις μελέτες που πραγματοποιήθηκαν στα ζώα σε υψηλές δόσεις, η
αμισουλπρίδη αποκλείει τους υποδοχείς της ντοπαμίνης που εντοπίζονται
στο δρεπανοειδές σύστημα, με προτίμηση εκείνους που βρίσκονται στο
ραβδωτό σώμα. Σε αντίθεση με τα κλασσικά νευροληπτικά, δεν προκαλεί
καταληψία και υπερευαισθησία στους D
2
υποδοχείς της ντοπαμίνης, μετά
από επαναλαμβανόμενη θεραπεία. Σε χαμηλές δόσεις αποκλείει
εκλεκτικά τους προσυναπτικούς D
2
/D
3
υποδοχείς, και προκαλεί την
έκκριση ντοπαμίνης, η οποία ευθύνεται για την αντιανασταλτική δράση
της.
Η άτυπη αυτή φαρμακολογική εικόνα μπορεί να επεξηγήσει την
αντιψυχωσική δράση της αμισουλπρίδης που σημειώνεται σε υψηλότερες
δόσεις, μέσω του αποκλεισμού των μετασυναπτικών υποδοχέων της
ντοπαμίνης και τη δράση της επί των αρνητικών συμπτωμάτων σε
χαμηλότερες δόσεις η οποία προκαλείται από την αναστολή των
προσυναπτικών υποδοχέων της ντοπαμίνης. Είναι πιθανό να μειώνεται η
επίπτωση των ανεπιθύμητων εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων από την
εκλεκτική δράση της στο μεταιχμιακό σύστημα.
Στις κλινικές μελέτες, κατά τις οποίες παρακολουθήθηκαν ασθενείς με
οξεία έξαρση σχιζοφρένειας, η αμισουλπρίδη μείωσε σε σημαντικό βαθμό
τα δευτερεύοντα αρνητικά συμπτώματα καθώς και τα συναισθηματικά
συμπτώματα και την ψυχοκινητική επιβράδυνση.
5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Απορρόφηση
Στον άνθρωπο, η αμισουλπρίδη εμφανίζει δύο τιμές μέγιστης
απορρόφησης: η πρώτη η οποία επιτυγχάνεται ταχέως, σημειώνεται μία
ώρα μετά από τη χορήγηση της δόσης και η δεύτερη 3 έως 4 ώρες μετά
από τη χορήγηση της δόσης. Οι αντίστοιχες συγκεντρώσεις στο πλάσμα
είναι 39 ± 3 και 54 ± 4 ng/ml έπειτα από μία δόση 50 mg.
Κατανομή
10
Ο όγκος κατανομής είναι 5,8 l/kg, η σύνδεση με τις πρωτεΐνες του
πλάσματος είναι μικρή (16%) και δεν έχουν γίνει γνωστές φαρμακευτικές
αλληλεπιδράσεις. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα είναι 48%.
Βιομετασχηματισμός
Η αμισουλπρίδη μεταβολίζεται σε μικρό βαθμό: έχουν ταυτοποιηθεί δύο
ανενεργοί μεταβολίτες οι οποίοι αντιστοιχούν σε ποσοστό ίσο με περίπου
4% της δόσης. Δε σημειώνεται συσσώρευση της αμισουλπρίδης και η
φαρμακοκινητική της παραμένει αμετάβλητη έπειτα από τη χορήγηση
επαναλαμβανόμενων δόσεων.
Αποβολή
Η ημιπερίοδος ζωής της αποβολής της αμισουλπρίδης έπειτα από τη
χορήγηση μίας από του στόματος δόσης είναι περίπου 12 ώρες. Η
αμισουλπρίδη αποβάλλεται αμετάβλητη στα ούρα. Ποσοστό 50% μίας
ενδοφλέβιας δόσης απεκκρίνεται μέσω των ούρων και από αυτό ποσοστό
90% αποβάλλεται εντός του πρώτου 24ώρου. Η νεφρική κάθαρση είναι
της τάξης των 20 l/h ή 330 ml/min. Ένα γεύμα πλούσιο σε υδατάνθρακες
(που περιέχει 68% υγρά) μειώνει σε σημαντικό βαθμό τις AUC, την Tmax
και την Cmax της αμισουλπρίδης, αλλά δεν παρατηρήθηκαν μεταβολές
έπειτα από ένα γεύμα με υψηλή περιεκτικότητα σε λίπος. Ωστόσο, η
σημασία αυτών των ευρημάτων στην κλινική πρακτική δεν είναι γνωστή.
Ηπατική δυσλειτουργία:
επειδή το φάρμακο μεταβολίζεται σε μικρό
βαθμό, δεν είναι απαραίτητο να μειωθεί η δοσολογία στους ασθενείς με
ηπατική ανεπάρκεια.
Νεφρική δυσλειτουργία:
η ημίσεια ζωή της αποβολής παραμένει
αμετάβλητη στους ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια ενώ η συστηματική
κάθαρση μειώνεται κατά έναν παράγοντα 2,5 έως 3. Η AUC της
αμισουλπρίδης κατά την ήπια νεφρική ανεπάρκεια αυξάνεται δύο φορές
και κατά τη μέτρια νεφρική ανεπάρκεια αυξάνεται περίπου 10 φορές (βλ.
παράγραφο 4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης). Η εμπειρία ωστόσο
είναι περιορισμένη και δεν υπάρχουν δεδομένα για δόσεις που
υπερβαίνουν τα 50 mg.
Η αμισουλπρίδη μπορεί να υποβληθεί σε διάλυση σε πολύ μικρό βαθμό.
Τα περιορισμένα διαθέσιμα φαρμακοκινητικά δεδομένα με ηλικιωμένα
άτομα (> 65 ετών) καταδεικνύουν πως σημειώνεται αύξηση στην Cmax,
στον T1/2 και στην AUC 10-30 %, έπειτα από τη χορήγηση μίας από του
στόματος μονήρους δόσης 50 mg. Δεν είναι διαθέσιμα δεδομένα έπειτα
από επαναλαμβανόμενη δοσολόγηση.
5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια.
Μία συνολική ανασκόπηση των ολοκληρωμένων μελετών για την
ασφάλεια υποδηλώνει πως η αμισουλπρίδη στερείται οποιουδήποτε
γενικού, οργανοειδικού, τερατογόνου, μεταλλαξιογόνου κινδύνου ή
καρκινογενετικού κινδύνου. Οι μεταβολές που παρατηρήθηκαν στους
αρουραίους και στους σκύλους σε δόσεις κάτω από τη μέγιστη ανεκτή
δόση είναι είτε φαρμακολογικές επιδράσεις ή στερούνται μείζονος
τοξικολογικής σημασίας κάτω από αυτές τις συνθήκες. Σε σύγκριση με
τις μέγιστες συνιστώμενες δόσεις στον άνθρωπο, οι μέγιστες ανεκτές
11
δόσεις είναι 2 και 7 φορές μεγαλύτερες στον αρουραίο (200 mg/kg/ημέρα)
και στο σκύλο (120 mg/kg/ημέρα), οι οποίες αντιστοιχούν σε 1,5 έως 4,5
φορές υψηλότερη AUC στον αρουραίο σε σύγκριση με τον άνθρωπο.
Πραγματοποιήθηκαν μία μελέτη καρκινογένεσης σε ποντικούς (120
mg/kg/ημέρα) και μελέτες αναπαραγωγής (160, 300 και 500 mg/kg/ημέρα
αντίστοιχα σε αρουραίους, κουνέλια και ποντικούς). Η έκθεση των ζώων
στην αμισουλπρίδη κατά τη διάρκεια αυτών των τελευταίων μελετών δεν
έχει αξιολογηθεί.
6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
6.1 Κατάλογος εκδόχων
Πυρήνας
Λακτόζη μονοϋδρική
Μεθυλοκυτταρίνη
Άμυλο γλυκολικό νατριούχο (τύπος A)
Κυτταρίνη μικροκρυσταλλική
Mαγνήσιο στεατικό.
Επικάλυψη με λεπτό υμένιο
Βασικό βουτυλιωμένο μεθακρυλικό συμπολυμερές
Tιτανίου διοξείδιο
Tάλκης
Mαγνήσιο στεατικό.
Πολυαιθυλενογλυκόλη 6000
6.2 Ασυμβατότητες
Δεν εφαρμόζεται.
6.3 Διάρκεια ζωής
36 μήνες
6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος
Δεν υπάρχουν ειδικές οδηγίες διατήρησης για το προϊόν αυτό.
6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη
Κυψέλη (blister) από PVC/Aλουμίνιο με 30, 60 ή 100 επικαλυμμένα με
λεπτό υμένιο δισκία.
Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.
6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός
Καμία ειδική υποχρέωση
Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να
απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές
διατάξεις.
12
7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
Δικαιούχος προϊόντος: Generics Pharma Hellas ΕΠΕ, Λ. Βουλιαγμένης
577
Α
, 164-51 Αργυρούπολη, τηλ: 210-9936410
Κάτοχος Άδειας Κυκλοφορίας για την Ελλάδα: Generics Pharma
Hellas ΕΠΕ, Λ. Βουλιαγμένης 577
Α
, 164-51 Αργυρούπολη,
τηλ: 210-9936410
8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
48708/14-07-2015
9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΈΓΚΡΙΣΗΣ / ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ
ΑΔΕΙΑΣ
(Ν): 04-05-2010 / (Α): 14-07-2015
10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ
13