ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ:
MONTALIS 4 mg μασώμενο δισκίο
2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΣΤΑΣΗ ΣΕ ΔΡΑΣΤΙΚΑ ΣΥΣΤΑΤΙΚΑ
Κάθε μασώμενο δισκίο περιέχει montelukast sodium το οποίο είναι ισοδύναμο
με 4 mg montelukast .
Για τα έκδοχα, βλέπε 6.1
3.ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ
Μασώμενο δισκίο
.
4. KΛΙΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις
Το MONTALIS ενδείκνυται για τη θεραπεία του άσθματος σαν συμπληρωματική
θεραπεία για τους ασθενείς με ήπιο έως μέτριο επιμένον άσθμα οι οποίοι δεν
ελέγχονται επαρκώς με τα εισπνεόμενα κορτικοστεροειδή και στους οποίους η
χρήση β-αγωνιστών βραχείας δράσης “όταν χρειάζεται” παρέχει ανεπαρκή
κλινικό έλεγχο του άσθματος.
Το MONTALIS μπορεί επίσης να αποτελεί μία εναλλακτική επιλογή
θεραπείας έναντι των χαμηλών δόσεων εισπνεόμενων
κορτικοστεροειδών σε ασθενείς με ήπιο επιμένον άσθμα, οι οποίοι δεν
έχουν ιστορικό πρόσφατων σοβαρών ασθματικών επεισοδίων, όπου να
απαιτήθηκε από του στόματος χρήση κορτικοστεροειδών, και για τους
οποίους έχει αποδειχθεί οτι δεν είναι ικανοί να χρησιμοποιούν
εισπνεόμενα κορτικοστεροειδή (βλέπε παράγραφο 4.2).
Το MONTALIS επίσης ενδείκνυται για την προφύλαξη από άσθμα στο οποίο ο
επικρατέστερος παράγοντας είναι βρογχόσπασμος προκαλούμενος από άσκηση.
4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης
Η παιδιατρική δοσολογία για ασθενείς ηλικίας 2-5 ετών είναι ένα μασώμενο
δισκίο 4mg ημερησίως που λαμβάνεται το βράδυ. Σε σχέση με το γεύμα το
MONTALIS πρέπει να λαμβάνεται είτε μία ώρα προ του φαγητού ή δύο ώρες
μετά Για τις ηλικίες αυτές δεν είναι απαραίτητη οποιαδήποτε προσαρμογή της
δοσολογίας. Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα των μασώμενων δισκίων
4mg δεν έχει τεκμηριωθεί σε παιδιατρικό πληθυσμό ηλικίας κάτω των 2 ετών.
Γενικές συστάσεις:
Το θεραπευτικό αποτέλεσμα του MONTALIS στον έλεγχο
των παραμέτρων του άσθματος, εμφανίζεται εντός μίας ημέρας. Πρέπει να
συνιστάται στους ασθενείς να συνεχίζουν τη χορήγηση MONTALIS ακόμη και
αν το άσθμα τους είναι υπο έλεγχο καθώς και στις περιόδους έξαρσής του.
Δεν είναι απαραίτητη η προσαρμογή της δοσολογίας για ασθενείς με νεφρική
ανεπάρκεια ή ασθενείς με ήπιου έως μέτριου βαθμού ηπατική δυσλειτουργία.
Δεν υπάρχουν στοιχεία για ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία. Η
δοσολογία είναι η ίδια για άνδρες και γυναίκες ασθενείς.
1
Θεραπεία με MONTALIS σε σχέση με άλλη αγωγή για το άσθμα.
Το MONTALIS μπορεί να προστεθεί στην ήδη υπάρχουσα θεραπευτική αγωγή
του ασθενούς.
Αγωγή με β-αγωνιστές
: Το MONTALIS μπορεί να προστεθεί στη θεραπευτική
αγωγή ασθενών των οποίων το άσθμα δεν ελέγχεται επαρκώς με τη χρήση
βραχείας διάρκειας δράσης β-αγωνιστή “όταν χρειάζεται”. Οταν επιτευχθεί
σαφής κλινική ανταπόκριση (συνήθως μετά την πρώτη δόση), ο ασθενής μπορεί
να μειώσει τη δόση του β-αγωνιστή βραχείας διάρκειας που χρησιμοποιείται
“όταν χρειάζεται” .
Εισπνεόμενα κορτικοστεροειδή:
Η αγωγή με MONTALIS μπορεί να
χρησιμοποιηθεί επιπρόσθετα σε ασθενείς όταν άλλα φάρμακα όπως
εισπνεόμενα κορτικοστεροειδή παρέχουν ανεπαρκή κλινικό έλεγχο. Το
MONTALIS δεν πρέπει να υποκαταστήσει εισπνεόμενα κορτικοστεροειδή (βλέπε
Λήμμα 4.4.)
Δισκία 10mg είναι διαθέσιμα για άτομα ηλικίας 15 ετών και άνω.
Μασώμενα δισκία 5 mg είναι διαθέσιμα για παιδιατρικούς ασθενείς 6 έως 14
ετών.
4.3 Αντενδείξεις
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα.
4.4 Ιδιαίτερες προειδοποιήσεις και ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη
χρήση
Οι ασθενείς θα πρέπει να είναι ενημερωμένοι ώστε να μη χρησιμοποιούν ποτέ
montelukast από το στόμα για την αντιμετώπιση κρίσης άσθματος αλλά να έχουν
διαθέσιμα τα συνήθη κατάλληλα φάρμακα που θα τους βοηθήσουν άμεσα σε
αυτήν την περίπτωση. Εάν εμφανισθεί κρίση άσθματος, ένας βραχείας δράσης
β-αγωνιστή πρέπει να χρησιμοποιηθεί. Οι ασθενείς πρέπει να αναζητήσουν τη
συμβουλή του γιατρού τους το νωρίτερο δυνατόν εάν χρειασθούν περισσότερες
από τις συνήθεις εισπνοές β-αγωνιστή βραχείας δράσης.
ΤοMontelukast δεν πρέπει να υποκαταστήσει εισπνεόμενα ή από του στόματος
χορηγούμενα κορτικοστεροειδή.
Δεν υπάρχουν δεδομένα που να υποδεικνύουν ότι και τα από του στόματος
χορηγούμενα κορτικοστεροειδή μπορούν να μειωθούν όταν χορηγείται
ταυτόχρονα montelukast.
Σε σπάνιες περιπτώσεις, ασθενείς σε θεραπεία με αντιασθματικούς παράγοντες
συμπεριλαμβανομένου του montelukast, είναι δυνατόν να εμφανίσουν
συστηματική ηωσινοφιλία, η οποία μερικές φορές εμφανίζεται με τα κλινικά
συμπτώματα αγγειίτιδος συμβατής με το σύνδρομο Churg-Strauss, μία
κατάσταση η οποία συνήθως αντιμετωπίζεται με τη συστηματική χορήγηση
κορτικοστεροειδών. Οι περιπτώσεις αυτές συνήθως, αλλά όχι πάντοτε, έχουν
συνδεθεί με τη μείωση ή τη διακοπή της θεραπείας των από του στόματος
χορηγούμενων κορτικοστεροειδών.Η πιθανότητα, οι ανταγωνιστές του
υποδοχέα των λευκοτριενίων να συσχετίζονται με την εμφάνιση συνδρόμου
Churg-Strauss δεν μπορεί ούτε να αποκλειστεί ούτε να τεκμηριωθεί. Οι
θεράποντες ιατροί πρέπει να είναι σε εγρήγορση για την περίπτωση εμφάνισης
ηωσινοφιλίας, εξανθήματος λόγω αγγειίτιδος, επιδείνωσης των πνευμονικών
συμπτωμάτων, καρδιακών επιπλοκών και/ή της εμφάνισης νευροπάθειας στους
ασθενείς τους. Οι ασθενείς που αναπτύσσουν αυτά τα συμπτώματα πρέπει να
επαναξιολογηθούν και να εκτιμηθούν τα θεραπευτικά σχήματά τους.
2
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα των μασώμενων δισκίων 4mg δεν έχει
τεκμηριωθεί σε παιδιατρικό πληθυσμό κάτω των 2 ετών
Το MONTALIS περιέχει ασπαρτάμη, η οποία είναι πηγή φαινυλαλανίνης.
Ασθενείς με φαινυλκετονουρία θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψιν ότι κάθε
μασώμενο δισκίο 4 mg περιέχει φαινυλαλανίνη σε ποσότητα αντίστοιχη με
0.674 mg φαινυλαλανίνης σε κάθε δόση.
4.5 Aλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες
μορφές αλληλεπίδρασης
Το Montelukast μπορεί να χορηγηθεί ταυτόχρονα με άλλες συνήθεις θεραπείες που
χρησιμοποιούνται για την προφύλαξη και τη θεραπεία του χρόνιου άσθματος. Σε
μελέτες αλληλεπίδρασης φαρμάκων η συνιστώμενη κλινική δόση του
montelukast δεν έχει κλινικώς σημαντικές επιδράσεις στην φαρμακοκινητική
των ακόλουθων φαρμάκων: θεοφυλλίνη, πρεδνιζόνη, πρεδνιζoλόνη,
αντισυλληπτικά χορηγούμενα από το στόμα (αιθυλική
οιστραδιόλη/νορεθινδρόνη 35/1) τερφεναδίνη, διγοξίνη και βαρφαρίνη.
Η περιοχή κάτω από την καμπύλη (ΑUC) της συγκέντρωσης του montelukast
στο πλάσμα μειώθηκε περίπου κατά 40% σε ασθενείς που έπαιρναν ταυτόχρονα
φαινοβαρβιτάλη. Επειδή το montelukast μεταβολίζεται από το CYP 3A4,
απαιτείται προσοχή ειδικά στα παιδιά, όταν το MONTALIS συγχορηγείται με
επαγωγείς του CYP 3A4, όπως φαινυτοΐνη, φαινοβαρβιτάλη και ριφαμπικίνη.
Μελέτες in vitro έδειξαν οτι το montelukast είναι ισχυρός αναστολέας του
συστήματος CYP 2C8. Ωστόσο, τα στοιχεία από μία κλινική μελέτη
αλληλεπίδρασης φαρμάκου σε φάρμακο που συμπεριλαμβάνει montelukast και
rosiglitazone ( ένα δοκιμαστικό υπόστρωμα αντιπροσωπευτικό για τα φάρμακα
που μεταβολίζονται πρωταρχικά μέσω του συστήματος CYP2C8) έδειξαν οτι το
montelukast δεν αναστέλλει το σύστημα CYP2C8 in vivo. Γι’αυτό, το montelukast δεν
αναμένεται να αλλάξει εμφανώς το μεταβολισμό των φαρμάκων που
μεταβολίζονται μέσω αυτού του ενζύμου ( π.χ. pactitaxel, rosiglitazone, και
repaglinide).
4.6 Κύηση και γαλουχία
Καθώς δεν υπάρχουν ελεγχόμενες μελέτες σε εγκύους ή θηλάζουσες γυναίκες,
το montelukast δεν πρέπει να χορηγείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή σε
θηλάζουσες μητέρες, παρά μόνο αν είναι απολύτως αναγκαίο. (Βλέπε Λήμμα
5.3.)
4.7 Επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων
Δεν αναμένεται το mοntelukast να επηρεάσει την ικανότητά του ασθενούς για
οδήγηση ή χειρισμό μηχανημάτων. Ωστόσο,σε σπάνιες περιπτώσεις κάποια
άτομα ανέφεραν την καρηβαρία .
4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες
Το montelukast έχει αξιολογηθεί σε κλινικές μελέτες ως εξής:
● Tα επικαλυμμένα με υμένιο δισκία 10 -mg σε 4000 περίπου ενήλικες
ασθενείς, ηλικίας 15 ετών και
άνω
● Tα μασώμενα δισκία 5 -mg σε 1750 περίπου παιδιατρικούς ασθενείς
ηλικίας 6 έως 14 ετών και
● Τα μασώμενα δισκία 4 mg σε 851 παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 2 έως 5
ετών.
3
Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με το φάρμακο σε
κλινικές μελέτες αναφέρθηκαν συνήθως (>1/100, < 1/10 ) σε ασθενείς που
λαμβάνουν θεραπεία με montelukast και με μεγαλύτερη συχνότητα από ότι σε
ασθενείς που έλαβαν placebo:
Κατηγορία
μ συστή ατος του
μσώ ατος
Ενήλικες ασθενείς
15 ετών και άνω
(δύο μελέτες
διάρκειας 12
εβδομάδων, n=795)
Παιδιατρικοί
ασθενείς
6 έως 14 ετών
(μία μελέτη 8
εβδομάδων n=201)
(μία μελέτη 56
εβδομάδων n=615)
Παιδιατρικοί
ασθενείς
2 έως 5 ετών
(μία μελέτη 12
εβδομάδων n=461)
(μία μελέτη
διάρκειας 48
εβδομάδων, n=278)
μ Σώ α ως σύνολο
κοιλιακό άλγος κοιλιακό άλγος
Δ ιαταραχές του
πεπτικού
μσυστή ατος
δίψα
Νευρικό
μ /σύστη α ψυχιατρικέ
ς διαταραχές
κεφαλαλγία κεφαλαλγία
Το προφίλ ασφάλειας δεν άλλαξε σε κλινικές μελέτες, παρατεταμένης
θεραπείαςδιάρκειας έως 2 έτη με περιορισμένο αριθμό ασθενών σε ενήλικες
και έως 6 μήνες σε παιδιατρικούς ασθενείς 6 έως 14 ετών .
Συνολικά, 502 ασθενείς 2 έως 5 ετών έλαβαν montelukast τουλάχιστον για 3
μήνες, 338 για 6 μήνες ή περισσότερο, και 256 ασθενείς για 12 μήνες ή
περισσότερο. Με παρατεταμένη θεραπεία , το προφίλ ασφάλειας δεν άλλαξε γι
αυτές τις ομάδες ασθενών.
Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν αναφερθεί πολύ σπάνια μετά την
κυκλοφορία του φαρμάκου:
Σώμα ως σύνολο: εξασθένιση/κούραση, κακουχία, οίδημα, αντιδράσεις
υπερευαισθησίας συμπεριλαμβανομένης της αναφυλαξίας, αγγειοοίδημα,
κνίδωση, κνησμός, εξάνθημα και μία μεμονωμένη αναφορά ηπατικής
ηωσινοφιλικής διήθησης.
Νευρικό σύστημα/ψυχιατρικές διαταραχές: ζάλη, αφύσικα όνειρα
συμπεριλαμβανομένων των εφιαλτών, παραισθήσεις, νυσταγμός, αϋπνία,
παραισθησία/ υπαισθησία, ευερεθιστότητα, διέγερση συμπεριλαμβανομένης της
επιθετικής συμπεριφοράς, ανησυχία, σπασμός.
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος: αρθραλγία, μυαλγία
συμπεριλαμβανομένων των μυϊκών κραμπών
Διαταραχές του πεπτικού συστήματος: διάρροια, ξηροστομία, δυσπεψία,
ναυτία, έμετος
Ηπατοχολικές διαταραχές: αυξημένα επίπεδα των τρανσαμινασών του ορού
(ALT, AST), χολοστατική ηπατίτιδα.
Διαταραχές του καρδιαγγειακού συστήματος: αυξημένη τάση για
αιμορραγία, μώλωπες, αίσθημα παλμών.
Πολύ σπάνιες περιπτώσεις του συνδρόμου Churg-Strauss (CSS) έχουν αναφερθεί
σε ασθματικούς ασθενείς κατά τη διάρκεια θεραπείας με montelukast. (βλέπε
λήμμα 4.4 ).
4
4.9 Υπερδοσολογία
Δεν είναι διαθέσιμες ειδικές πληροφορίες για την αντιμετώπιση της
υπερδοσολογίας με MONTALIS. Σε μελέτες του χρόνιου άσθματος, το
montelukast έχει χορηγηθεί σε ασθενείς, σε δόσεις μέχρι 200 mg / ημερησίως
για 22 εβδομάδες και σε μικρής διάρκειας μελέτες μέχρι 900 mg / ημερησίως σε
ασθενείς, για περίπου μια εβδομάδα χωρίς να παρουσιαστούν σημαντικές
ανεπιθύμητες ενέργειες.
Έχουν αναφερθεί περιστατικά οξείας υπερδοσολογίας με τη χρήση του
φαρμάκου μετά την κυκλοφορία του και σε κλινικές μελέτες με montelukast.
Αυτά περιλαμβάνουν αναφορές σε ενήλικες και παιδιά με μία δόση ίση με
1000 mg. (περίπου 61 mg/kg σε ένα παιδί ηλικίας 42 μηνών).
Τα κλινικά και εργαστηριακά ευρήματα που παρατηρήθηκαν συμφωνούν με το
προφίλ ασφάλειας σε ενήλικες και παιδιατρικούς ασθενείς. Δεν αναφέρθηκαν
ανεπιθύμητες ενέργειες στην πλειονότητα των περιστατικών υπερδοσολογίας.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που εμφανίζονται συνήθως ήταν σύμφωνες με το
προφίλ ασφάλειας του montelukast και περιελάμβαναν κοιλιακό άλγος,
υπνηλία, δίψα, κεφαλαλγία, εμετό, και ψυχοκινητική υπερδραστηριότητα
Δεν είναι γνωστό αν το montelukast απομακρύνεται με περιτοναϊκή διύλυση ή
αιμοδιύλυση.
5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία : Αντιασθματικά για συστηματική
χορήγηση. Ανταγωνιστής υποδοχέων λευκοτριενίων.
ΑΤC-code: RO3D CO3
Τα κυστεϊνυλικά λευκοτριένια (LTC
4
, LTD
4
, LTE
4
), είναι ισχυρά εικοσανοειδή
που προκαλούν φλεγμονή και απελευθερώνονται από διάφορα κύτταρα,
συμπεριλαμβανομένων των μαστοκυττάρων και των ηωσινοφίλων. Αυτοί οι
σημαντικοί προ-ασθματικοί μεταβιβαστές συνδέονται με τους κυστεϊνυλικούς
υποδοχείς των λευκοτριενίων (CysLT) που βρίσκονται στους ανθρώπινους
αεραγωγούς και προκαλούν αντιδράσεις που προέρχονται από αυτούς,
συμπεριλαμβανομένων βρογχοσύσπαση, έκκριση βλέννας, αγγειακής
διαπερατότητας και συσσώρευσης ηωσινόφιλων.
Το montelukast είναι μία από το στόμα χορηγούμενη ενεργός ένωση που
συνδέεται με υψηλή συγγένεια και εκλεκτικότητα με τον υποδοχέα CysLT
1
.
Σε κλινικές μελέτες το montelukast αναστέλει σε χαμηλές δόσεις εως 5mg τη
βρογχοσύσπαση από εισπνοή LTD4. Bρογχοδιαστολή παρατηρήθηκε εντός 2
ωρών μετά την από του στόματος χορήγηση. Η προκαλούμενη
βρογχοδιασταλτική επίδραση από ένα β-αγωνιστή ήταν αθροιστική σε αυτή που
προκλήθηκε από το montelukast. H θεραπεία με montelukast αναστέλλει τόσο την
πρώϊμη όσο και την όψιμη φάση της βρογχοσύσπασης που προκαλείται από
αντιγόνο. Το montelukast συγκρινόμενο με placebo, μείωσε την περιφερική
συγκέντρωση ηωσινοφίλων στο αίμα σε ενήλικες και παιδιατρικούς ασθενείς.
Σε μία ξεχωριστή μελέτη, η θεραπεία με MONTALIS μείωσε σημαντικά τα
ηωσινόφιλα στους αεραγωγούς (όπως μετρήθηκαν στα πτύελα). Σε ενήλικες και
παιδιατρικούς ασθενείς 2 έως14 ετών, το montelukast, συγκρινόμενο με placebo ,
μείωσε την περιφερική συγκέντρωση ηωσινοφίλων στο αίμα, ενώ βελτίωσε τον
κλινικό έλεγχο του άσθματος.
Σε μελέτες με ενήλικες, το montelukast 10mg εφ’άπαξ ημερησίως, συγκρινόμενο
με placebo, επέδειξε σημαντικές βελτιώσεις στην πρωϊνή FEV
1
(10,4% έναντι
5
2,7% μεταβολή από το αρχικό στάδιο), στην ΠΜ μέγιστη εκπνευστική ροή
(PEFR) (24,5 L/min έναντι 3,3L/min μεταβολή από το αρχικό στάδιο) και
σημαντική μείωση στη συνολική χορήγηση β-αγωνιστών (-26,1% έναντι -4,6%
μεταβολή από το αρχικό στάδιο). Η βελτίωση στη βαθμολογία συμπτωμάτων
κατά την ημέρα και τη νύχτα όπως αναφέρθηκαν από τους ασθενείς ήταν
σημαντικά καλύτερη από το placebo.
Mελέτες σε ενήλικες επέδειξαν την ικανότητα του montelukast να δρα αθροιστικά
στην κλινική επίδραση των εισπνεόμενων κορτικοστεροειδών (% μεταβολή από
το αρχικό στάδιο για εισπνεόμενη βεκλομεθαζόνη συν montelukast έναντι
βεκλομεθαζόνης, έδειξαν αντίστοιχα για την FEV
1
: 5,4% έναντι 1,04%, χρήση β-
αγωνιστών: -8,70% έναντι 2,64%). Συγκρινόμενο με την εισπνεόμενη
βεκλομεθαζόνη (200μg δύο φορές την ημέρα χορηγούμενη με δοσιμετρική
συσκευή), το montelukast επέδειξε μια πιο γρήγορη αρχική ανταπόκριση, παρόλο
που κατά τη διάρκεια της μελέτης 12 εβδομάδων η βεκλομεθαζόνη παρείχε μια
μεγαλύτερη μέση θεραπευτική επίδραση (% μεταβολή από το αρχικό στάδιο για
το montelukast έναντι της βεκλομεθαζόνης, αντίστοιχα για την FEV
1
: 7,49%
έναντι 13,3%, χρήση β-αγωνιστή: -28,28 έναντι -43,89%). Παρ’όλα αυτά
συγκρινόμενο με τη βεκλομεθαζόνη, ένα μεγάλο ποσοστό ασθενών που
θεραπεύονταν με montelukast είχαν παρόμοιες κλινικές ανταποκρίσεις (π.χ 50%
των ασθενών που τους χορηγήθηκε βεκλομεθαζόνη επέτυχαν μία βελτίωση από
το αρχικό στάδιο στην FEV
1
κατά 11% περίπου ή και περισσότερο, ενώ περίπου
42% των ασθενών που τους χορηγήθηκε montelukast επέτυχαν την ίδια
ανταπόκριση).
Σε μία 12 εβδομάδων, ελεγχόμενη με placebo μελέτη σε παιδιατρικούς ασθενείς
2 έως 5 ετών, το montelukast 4 mg εφ’άπαξ ημερησίως, βελτίωσε τις παραμέτρους
ελέγχου του άσθματος συγκριτικά με το placebo ανεξάρτητα από την
ταυτόχρονη θεραπεία ελέγχου (εισπνεόμενα /χορηγούμενα με εκνεφωτή
κορτικοστεροειδή ή εισπνεόμενο/χορηγούμενο με εκνεφωτή χρωμογλυκικό
νάτριο.).Το εξήντα τοις εκατό των ασθενών δεν ελάμβαναν άλλη θεραπεία
ελέγχου.Το montelukast βελτίωσε τα συμπτώματα κατά τη διάρκεια της ημέρας
(συμπεριλαμβανομένου του βήχα,του συριγμού, της δυσκολίας στην αναπνοή
και της περιορισμένης δραστηριότητας) και τα συμπτώματα της νύχτας
σε σύγκριση με placebo.Το montelukast επίσης μείωσε σημαντικά τη χορήγηση β-
αγωνιστή “όταν χρειάζεται” και την θεραπεία διαφυγής κρίσεως με
κοτρικοστεροειδή κατά την επιδείνωση του άσθματος , συγκρινόμενο με το
placebo. Oι ασθενείς που ελάμβαναν montelukast ήταν για σημαντικά περισσότερες
ημέρες χωρίς άσθμα από αυτούς που ελάμβαναν placebo. Η θεραπευτική δράση
επετεύχθηκε μετά την πρώτη δόση.
Σε μία μελέτη 12-μηνών, ελεγχόμενη με placebo, σε παιδιατρικούς ασθενείς
ηλικίας 2 έως 5 ετών με ήπιο άσθμα και επεισοδιακές εξάρσεις, το montelukast
4 mg μία φορά ημερησίως μείωσε σημαντικά (p 0.001) την ετήσια συχνότητα
των επεισοδίων έξαρσης του άσθματος (ΕΕ) σε σύγκριση με το placebo (1.60 ΕΕ
έναντι 2.34 ΕΕ, αντίστοιχα) , ΕΕ ορίζεται ως 3 συνεχόμενες ημέρες με
ημερήσια συμπώματα για τα οποία απαιτήθηκε χρήση β-αγωνιστή ή
κορτικοστεροειδή (από του στόματος ή εισπνεόμενα) ή εισαγωγή σε νοσοκομείο
για το άσθμα. Η ποσοστιαία μείωση ως προς την ετήσια συχνότητα ΕΕ ήταν
31.9 %, με 95 % διάστημα αξιοπιστίας, ΔΑ, μεταξύ 16.9 % και 44.1 %.
Σε μία μελέτη 8 εβδομάδων σε παιδιατρικούς ασθενείς, 6 έως 14 ετών το
montelukast 5mg εφ’άπαξ ημερησίως, συγκρινόμενο με placebo, βελτίωσε
σημαντικά την αναπνευστική λειτουργία (FEV
1
: 8,71% έναντι 4,16% μεταβολή
από το αρχικό στάδιο, ΠΜ PEFR 27,9 L/min έναντι 17,8 L/min μεταβολή από το
αρχικό στάδιο) και μείωση στη χορήγηση β-αγωνιστή “όταν χρειάζεται” (-11,7%
έναντι +8,2% μεταβολή από το αρχικό στάδιο).
6
Σε μία μελέτη 12-μηνών που συνέκρινε την αποτελεσματικότητα του
montelukast έναντι του εισπνεόμενου wuticasone σχετικά με τον έλεγχο του
άσθματος σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 6 ως 14 ετών με ήπιο επιμένον
άσθμα, το montelukast δεν ήταν κατώτερο του wuticasone ως προς την αύξηση
του ποσοστού των ημερών χωρίς θεραπεία διάσωσης (ΗΧΘΔ) για το άσθμα, τον
πρωταρχικό στόχο. Κατά μέσο όρο, στη διάρκεια μίας περιόδου θεραπείας 12
μηνών, το ποσοστό των ΗΧΘΔ αυξήθηκε από 61.6 σε 84.0 % στην ομάδα με
montelukast και από 60.9 % σε 86.7% στην ομάδα με wuticasone. Η διαφορά
μεταξύ των ομάδων ως προς την κατά μέσο όρο αύξηση του ποσοστού των
ημερών ΗΧΘΔ ήταν στατιστικά σημαντική (-2.8 % με 95 % ΔΑ μεταξύ -4.7 %
και -0.9 %), αλλά μέσα στα όρια που προκαθορίζονται ώστε να μην υπάρχει
κλινικά κατωτερότητα.
Τόσο το montelukast όσο και το wuticasone βελτίωσαν επίσης τον έλεγχο του
άσθματος ως προς τους δευτερεύοντες παράγοντες που αξιολογήθηκαν κατά
την περίοδο θεραπείας 12 μηνών:
Το FEV
1
αυξήθηκε από 1.83 L σε 2.09 L στην ομάδα του montelukast και από
1.85 L σε 2.14 L στην ομάδα wuticasone
Η διαφορά μεταξύ των ομάδων υπολογισμένη με βάση τις ευθείες ελαχίστων
τετραγώνων (LS), ως προς την μέση αύξηση του FEV
1
ήταν -0.02 L με 95 % ΔΑ
μεταξύ 0.06 και 0.02. Η μέση προβλεπόμενη αύξηση του FEV
1
σε σύγκριση με
την αρχική τιμή σε εκατοστιαία μεταβολή ήταν 0.6 % στην ομάδα θεραπείας με
montelukast και 2.7 % στην ομάδα θεραπείας με wuticasone. Η διαφορά ως προς
την μεταβολή σε σύγκριση με την αρχική τιμή του ποσοστού ,% του
προβλεπόμενου FEV
1
, ήταν σημαντική: -2.2 % με μία 95 % ΔΑ μεταξύ -3.6 % ,και
-0.7 %.
Το ποσοστό των ημερών με χρήση β-αγωνιστή μειώθηκε από 38.0 σε 15.4 στην
ομάδα του montelukast, και από38.5 % σε 12.8 % στην ομάδα wuticasone. Η
διαφορά των μέσων LS τιμών μεταξύ των ομάδων ως προς το ποσοστό των
ημερών με χρήση β-αγωνιστή ήταν σημαντική: 2.7 % με 95 % ΔΑ μεταξύ 0.9 %
και 4.5 %.
Το ποσοστό των ασθενών με ένα ασθματικό επεισόδιο (ένα ασθματικό
επεισόδιο ορίζεται ως η περίοδος επιδείνωσης του άσθματος, κατά την οποία
απαιτείται από του στόματος χορήγηση στεροειδών, μία όχι προγραμματισμένη
επίσκεψη στο γιατρό, επίσκεψη του τμήματος πρώτων βοηθειών, ή εισαγωγή
στο νοσοκομείο) ήταν 32.2 % στην ομάδα του montelukast και 25.6 % στην
ομάδα wuticasone. Ο λόγος των πιθανοτήτων (με 95 % ΔΑ) είναι ίσος με 1.38
(με 95 % ΔΑ) (μεταξύ 1.04 και 1.84).
Το ποσοστό των ασθενών με συστηματική(κυρίως από το στόμα) χρήση
κορτικοστεροειδών κατά την διάρκεια της μελέτης ήταν 17.8 % στην ομάδα του
montelukast και 10.5 % στην ομάδα wuticasone. Η διαφορά των μέσων τιμών LS
μεταξύ των ομάδων ήταν σημαντική:7.3 % με 95 % ΔΑ μεταξύ 2.9 και 11.7.
Σημαντική μείωση στη βρογχοσύσπαση που προκαλείται από άσκηση (ΕΙΒ)
δείχθηκε σε μια μελέτη 12 εβδομάδων σε ενήλικες (μέγιστη πτώση στη FEV
1
22,33 % για το montelukast έναντι 32,40 % για το placebo, χρόνος επαναφοράς
εντός 5 % από τις αρχικές τιμές της FEV
1
44,22 min έναντι 60,64 min). Aυτή η
επίδραση ήταν σταθερή σε όλη τη διάρκεια της μελέτης 12 εβδομάδων της
μελέτης. Η μείωση στη ΕΙΒ αποδείχτηκε επίσης σε μια μελέτη βραχείας
διάρκειας σε παιδιατρικούς ασθενείς (μέγιστη πτώση στην FEV
1
18,27 % έναντι
26,11 %, χρόνος επαναφοράς εντός 5% από τις αρχικές τιμές στην FEV
1
17,76 min έναντι 27,98 min). Και στις δύο μελέτες η επίδραση παρουσιάσθηκε
στο τέλος του διαστήματος της εφ’άπαξ ημερησίας δόσης.
Σε ευαίσθητους στην ασπιρίνη ασθματικούς ασθενείς που ελάμβαναν
ταυτόχρονα εισπνεόμενα και/ή από του στόματος κορτικοστεροειδή, η θεραπεία
με montelukast συγκρινόμενη με το placebo, είχε αποτέλεσμα τη σημαντική
βελτίωση στον έλεγχο του άσθματος (FEV
1
8,55 % έναντι -1,74 % μεταβολή από
7
το αρχικό στάδιο και μείωση στη συνολική χρήση β-αγωνιστή: -27,78 % έναντι
2,09 % μεταβολή από το αρχικό στάδιο).
8
5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Απορρόφηση:
Το Montelukast απορροφάται γρήγορα ύστερα από χορήγηση από
το στόμα. Για τα επικαλυμμένα με υμένιο δισκία των 10mg, η μέση μέγιστη
συγκέντρωση στο πλάσμα (C max), επιτυγχάνεται 3 ώρες (Τ max) ύστερα από τη
χορήγησή τους σε νηστικούς ενήλικες. Η μέση βιοδιαθεσιμότητα μετά από του
στόματος χορήγηση είναι 64%. Η βιοδιαθεσιμότητα μετά από του στόματος
χορήγηση και η Cmax δεν επηρεάζονται από ένα συνηθισμένο γεύμα. Η
ασφάλεια και αποτελεσματικότητα αποδείχθηκαν σε κλινικές μελέτες όπου η
χορήγηση επικαλυμμένων με υμένιο δισκίων των 10mg έγινε χωρίς να δίνεται
σημασία στο χρόνο της τροφής.
Για τα μασώμενα δισκία των 5mg, η C max επιτυγχάνεται σε 2 ώρες μετά από
τη χορήγησή τους σε ενήλικες που δεν τους έχει χορηγηθεί τροφή. Η μέση
βιοδιαθεσιμότητα μετά την από του στόματος χορήγηση είναι 73%, αλλά
μειώνεται στο 63% ύστερα από τη χορήγηση γεύματος.
Μετά από χορήγηση του μασώμενου δισκίου των 4 mg, σε παιδιατρικούς
ασθενείς 2 έως 5 ετών που δεν τους έχει χορηγηθεί τροφή, η C max
επιτυγχάνεται σε 2 ώρες μετά από τη χορήγηση τους.
Η μέση C max είναι 66% μεγαλύτερη ενώ η μέση C min είναι μικρότερη από
τους ενήλικες που λαμβάνουν δισκίο των 10 mg.
Κατανομή:
Το montelukast συνδέεται σε ποσοστό μεγαλύτερο του 99% με τις
πρωτεΐνες του πλάσματος.. Ο όγκος κατανομής του σε συνθήκες
σταθεροποιημένης κατάστασης, κυμαίνεται από 8 - 11 λίτρα. Μελέτες σε
αρουραίους με ραδιοσημασμένο montelukast έδειξαν ελάχιστη κατανομή κατά
μήκος του αιματο-εγκεφαλικού φραγμού. Επιπλέον, συγκεντρώσεις του
ραδιοσημασμένου υλικού 24 ώρες μετά τη χορήγηση της δόσης, ήταν ελάχιστες
σε όλους τους υπόλοιπους ιστούς.
Βιομετατροπή
:Το montelukast μεταβολίζεται εκτεταμένα. Σε μελέτες με
χορήγηση θεραπευτικών δόσεων, οι συγκεντρώσεις των μεταβολιτών του
montelukast στο πλάσμα δεν ανιχνεύονται σε συνθήκες σταθεροποιημένης
κατάστασης σε ενήλικες και παιδιά.
Ιn vitro
μελέτες στις οποίες χρησιμοποιούνται μικροσώματα από ανθρώπινο
ήπαρ, δείχνουν ότι τo κυτόχρωμα Ρ450 3Α4,2Α6 και 2C9 εμπλέκεται στο
μεταβολισμό του montelukast. Οι θεραπευτικές συγκεντρώσεις του
montelukast στο πλάσμα δεν αναστέλλουν τα κυτοχρώματα P450 3A4, 2C9,
1Α2, 2A6, 2C19 ή 2D6 σύμφωνα με περαιτέρω in vitro μελέτες σε μικροσώματα
του ανθρώπινου ήπατος. Η συνεισφορά των μεταβολιτών στη θεραπευτική
επίδραση του montelukast είναι ελάχιστη.
Απομάκρυνση:
Η κάθαρση του montelukast από το πλάσμα, κυμαίνεται στα
45ml/min για υγιείς ενήλικες. Μετά από του στόματος χορήγηση δόσης
ραδιοσημασμένου montelukast, 86% της ραδιενέργειας ανακτήθηκε σε
συλλογές κοπράνων διάρκειας 5 ημερών και ποσοστό < 0,2% ανακτήθηκε στα
ούρα. Σε συνδυασμό με εκτιμήσεις της βιοδιαθεσιμότητας του montelukast που
χορηγείται από το στόμα, φαίνεται ότι το montelukast και οι μεταβολίτες του
εκκρίνονται σχεδόν αποκλειστικά μέσω της χολής.
Χαρακτηριστικά σε ασθενείς
: Δεν απαιτείται τροποποίηση της δοσολογίας για
ηλικιωμένους, ή σε ήπια έως μέτρια ηπατική ανεπάρκεια. Μελέτες σε ασθενείς
με νεφρική ανεπάρκεια δεν έχουν διεξαχθεί. Επειδή το montelukast και οι
μεταβολίτες του απομακρύνονται μέσω της χοληφόρου οδού δεν αναμένεται να
είναι απαραίτητη κάποια προσαρμογή στη δοσολογία σε ασθενείς με νεφρική
9
ανεπάρκεια. Δεν υπάρχουν δεδομένα για τη φαρμακοκινητική του montelukast
σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια (βαθμολογία Child-Pugh>9).
Με υψηλές δόσεις montelukast (20 και 60 φορές τη συνιστώμενη δοσολογία
ενηλίκων), παρατηρήθηκε μία μείωση στη συγκέντρωση της θεοφυλλίνης στο
πλάσμα. Η επίδραση αυτή δεν έχει εμφανισθεί με τη συνιστώμενη δοσολογία
των 10mg εφ’άπαξ ημερησίως.
10
5.3 Προκλινικά στοιχεία για την ασφάλεια
Σε τοξικολογικές μελέτες που έγιναν σε ζώα, παρατηρήθηκαν ελάχιστες
βιοχημικές μεταβολές στον ορό, στην ALT, στη γλυκόζη, στο φώσφορο και στα
τριγλυκερίδια που ήταν παροδικής φύσεως. Τα σημεία τοξικότητας στα ζώα,
εκδηλώθηκαν με αυξημένη έκκριση σιέλου, γαστρεντερικές διαταραχές,απώλεια
κοπράνων και διαταραχή ιόντων. Αυτά συνέβησαν σε δόσεις που παρέχουν > 17
φορές τη συστηματική έκθεση που εμφανίζεται με την κλινικά συνιστώμενη
δοσολογία. Σε πιθήκους, εμφανίστηκαν ανεπιθύμητες ενέργειες σε δόσεις από
150mg/kg/ημέρα (>232 φορές τη συστηματική έκθεση που εμφανίζεται με την
κλινική δόση). Σε κλινικές μελέτες, το montelukast δεν είχε επίδραση στη
γονιμότητα ή την αναπαραγωγική ικανότητα για συστηματική έκθεση που
ξεπερνά την κλινική συστηματική έκθεση περισσότερο από 232 φορές. Μια
μικρή μείωση στο σωματικό βάρος στο νυμφικό στάδιο, παρατηρήθηκε σε
μελέτη γονιμότητας σε θηλυκούς μύες με δόση 200mg/kg/ημέρα (>69 φορές την
κλινική συστηματική έκθεση). Σε μελέτες με κουνέλια ένα μεγαλύτερο ποσοστό
ατελούς οστεοποίησης, σε σύγκριση με ζώα αναφοράς, παρατηρήθηκε σε
συστηματική έκθεση >24 φορές από την κλινική συστηματική έκθεση που
παρατηρείται με την κλινική δόση. Δεν παρατηρήθηκαν οποιεσδήποτε
ανωμαλίες σε αρουραίους.Το montelukast έχει αποδειχθεί ότι διαπερνά τον
πλακουντιακό φραγμό και εκκρίνεται στο μητρικό γάλα των ζώων.
Δεν παρατηρήθηκαν θάνατοι μετά από χορήγηση του montelukast sodium σε δόσεις
μέχρι 5000 mg/kg στα ποντίκια και στους αρουραίους, (15,000 mg/m
2
και 30,000
mg/m
2
στα ποντίκια και στους αρουραίους, αντίστοιχα) αφού δοκιμάστηκαν οι
μέγιστες δόσεις, Αυτή η δόση είναι ανάλογη με 25,000 φορές τη συνιστώμενη
ημερήσια δόση για τους ενήλικες ανθρώπους (βάσει του βάρους 50 kg για
ενήλικα ασθενή.)
Το montelukast αξιολογήθηκε ότι δεν είναι φωτοτοξικό σε ποντίκια για τις
UVA, UVΒ ή για ορατό φάσμα φωτός σε δόσεις έως 500mg/kg/ημέρα (περίπου
>200 φορές με βάση τη συστηματικη έκθεση).
Το montelukast δεν ήταν ούτε μεταλλαξιογόνο σε in vitro και in vivo δοκιμές,
ούτε καρκινογόνο σε in vivo δοκιμασίες σε είδη τρωκτικών.
6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
6.1 Κατάλογος των εκδόχων:
Mannitol,Microcrystalline cellulose,Hydroxypropyl cellulose, Red ferric oxide (E172)2,
Croscarmellose sodium,Cherry flavour Permaseal,Aspartame (E 951), Magnesium stearate vegetable
6.2 Aσυμβατότητες
Δεν εφαρμόζεται
6.3 Διάρκεια ζωής
3 χρόνια
6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος
Να φυλάσσεται στην αρχική συσκευασία. Να φυλάσσεται σε θερμοκρασία
≤25ºC.
6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη
Συσκευασμένο σε blister από πολυαμίδιο/PVC/αλουμίνιο σε:
10 & 14 δισκία.
6.6 Οδηγίες χρήσης/χειρισμού
11
Δεν υπάρχουν ειδικές απαιτήσεις.
12
7. ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΔΕΙΑ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
Δικαιούχος σήματος:
ORBITALE PHARMACEUTICALS LTD ISLE OF MAN, ENGLAND
Υπεύθυνος άδειας κυκλοφορίας στην Ελλάδα:
ZWITTER PHARMACEUTICALS Ε.Π.Ε.
8. ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗ ΑΔΕΙΑΣ
10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ (ΜΕΡΙΚΗΣ) ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ
13