1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
Exerdya 5 mg
Exerdya 10 mg
Exerdya 20 mg
Δισκία επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο
2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
Exerdya 5 mg: κάθε δισκίο περιέχει 5 mg ταδαλαφίλης.
Exerdya 10 mg: κάθε δισκίο περιέχει 10 mg ταδαλαφίλης.
Exerdya 20 mg: κάθε δισκίο περιέχει 20 mg ταδαλαφίλης.
Έκδοχο(α) με γνωστές δράσεις: 63,875 mg (127,75 mg ή 255,50 mg αντιστοίχως)
μονοϋδρικής λακτόζης.
Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλέπε παράγραφο 6.1.
3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ
Δισκίο επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο
Exerdya 5 mg: κίτρινα στρογγυλά αμφίκυρτα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία,
διαμέτρου 6 mm.
Exerdya 10 mg: κίτρινα στρογγυλά αμφίκυρτα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία
με χαραγή στη μια πλευρά και απλό από την άλλη, διαμέτρου 8 mm.
Το δισκίο μπορεί να διαχωριστεί σε δύο ίσες δόσεις.
Exerdya 20 mg: κίτρινα επιμήκη αμφίκυρτα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία με
χαραγή και στις δύο πλευρές, διαμέτρου 15 mm και πλάτους 6 mm.
Το δισκίο μπορεί να διαχωριστεί σε δύο ίσες δόσεις.
4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις
Για τη θεραπεία της δυσλειτουργίας στύσης σε ενήλικες άνδρες.
Για να είναι αποτελεσματική η ταδαλαφίλη απαιτείται να υπάρχει σεξουαλική
διέγερση.
Το Exerdya δεν ενδείκνυται για χρήση από γυναίκες.
4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης
Δοσολογία
Ενήλικες άνδρες
Γενικά η συνιστώμενη δόση του Exerdya είναι 10 mg και λαμβάνεται πριν την
προβλεπόμενη σεξουαλική δραστηριότητα και ανεξάρτητα από τη λήψη τροφής. Σε
εκείνους τους ασθενείς, όπου η δόση των 10mg ταδαλαφίλη δεν επιφέρει
ικανοποιητικό αποτέλεσμα, η δόση των 20 mg μπορεί να χορηγηθεί. Μπορεί να
ληφθεί τουλάχιστον 30 λεπτά πριν τη σεξουαλική δραστηριότητα.
Η μέγιστη συχνότητα λήψης του φαρμάκου είναι μία φορά την ημέρα.
Η ταδαλαφίλη 10 mg και 20 mg προορίζεται για λήψη πριν την προβλεπόμενη
σεξουαλική δραστηριότητα και δεν συνιστάται για συνεχή καθημερινή χορήγηση.
Στους ασθενείς που προσδοκούν μια συχνή χρήση ταδαλαφίλης (π.χ. τουλάχιστον
δύο φορές την εβδομάδα), ένα καθημερινό θεραπευτικό σχήμα με τις χαμηλότερες
1
δόσεις Exerdya μπορεί να θεωρηθεί κατάλληλο, βασιζόμενο στην επιλογή του ασθενή
και τη σύσταση του θεράποντα ιατρού.
Στους ασθενείς αυτούς η συνιστώμενη δόση είναι 5 mg ημερησίως που λαμβάνεται
περίπου την ίδια ώρα καθημερινά. Η δόση μπορεί να μειωθεί σε 2,5 mg ημερησίως
ανάλογα με την ανοχή του κάθε ασθενή στη θεραπεία (δισκία 2,5 mg διατίθενται
στην αγορά).
Η καταλληλότητα της συνεχόμενης χρήσης του καθημερινού θεραπευτικού σχήματος
πρέπει να επαναξιολογείται περιοδικά.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικιωμένοι άνδρες
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ηλικιωμένους ασθενείς.
Άνδρες με νεφρική δυσλειτουργία
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική
δυσλειτουργία. Στους ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία η μέγιστη
συνιστώμενη δόση είναι 10 mg. Η καθημερινή χορήγηση της ταδαλαφίλης δεν
συνιστάται σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (βλέπε παραγράφους 4.4
και 5.2).
Άνδρες με ηπατική δυσλειτουργία
Η συνιστώμενη δόση του Exerdya είναι 10 mg και λαμβάνεται πριν τη σεξουαλική
δραστηριότητα και ανεξάρτητα από τη λήψη τροφής. Περιορισμένα κλινικά δεδομένα
είναι διαθέσιμα σχετικά με την ασφάλεια του Exerdya σε ασθενείς με σοβαρή
ηπατική δυσλειτουργία (κατηγορίας C κατά Child-Pugh), επομένως απαιτείται η
εξατομικευμένη προσεκτική εκτίμηση του αναμενόμενου οφέλους έναντι του
κινδύνου, από τον θεράποντα ιατρό, πριν τη χορήγηση του φαρμάκου. Δεν υπάρχουν
διαθέσιμα στοιχεία σχετικά με τη χορήγηση δόσεων άνω των 10 mg ταδαλαφίλης σε
ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία. Η καθημερινή αγωγή δεν έχει αξιολογηθεί σε
ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία. Ως εκ τούτου, εάν συνταγογραφηθεί, απαιτείται
εξατομικευμένη προσεκτική εκτίμηση του αναμενόμενου οφέλους έναντι του
κινδύνου από τον θεράποντα ιατρό (βλ. παράγραφο 4.4 και 5.2).
Άνδρες με σακχαρώδη διαβήτη
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Δεν υπάρχει σχετική χρήση του Exerdya στον παιδιατρικό πληθυσμό όσον αφορά στη
θεραπεία της στυτικής δυσλειτουργίας.
Τρόπος χορήγησης
Το Exerdya διατίθεται σε 5, 10 και 20 mg δισκία επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο για
από του στόματος χρήση.
4.3 Αντενδείξεις
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην
παράγραφο 6.1.
Οι κλινικές μελέτες έδειξαν ότι η ταδαλαφίλη ενισχύει τις υποτασικές δράσεις των
νιτρωδών. Το αποτέλεσμα αυτό πιστεύεται ότι οφείλεται στις συνδυασμένες
επιδράσεις, τόσο των νιτρωδών όσο και της ταδαλαφίλης, επί της μεταβολικής οδού
μονοξειδίου του αζώτου/κυκλικής μονοφωσφορικής γουανοσίνης (cGMP). Επομένως,
η χορήγηση του Exerdya αντενδείκνυται σε ασθενείς οι οποίοι λαμβάνουν οργανικά
νιτρώδη σε οποιαδήποτε μορφή. (βλέπε παράγραφο 4.5).
2
Το Exerdya δεν πρέπει να χρησιμοποιείται από άνδρες με καρδιακή πάθηση, στους
οποίους δεν συνιστάται η σεξουαλική δραστηριότητα. Ο ιατρός θα πρέπει να
εκτιμήσει το ενδεχόμενο καρδιακού κινδύνου, από τη σεξουαλική δραστηριότητα, σε
ασθενείς με προϋπάρχουσα καρδιαγγειακή νόσο.
Οι ακόλουθες ομάδες ασθενών με καρδιαγγειακές παθήσεις αποκλείσθηκαν από τις
κλινικές μελέτες και επομένως η χρήση της ταδαλαφίλης αντενδείκνυται σε:
- ασθενείς με έμφραγμα του μυοκαρδίου εντός των τελευταίων 90 ημερών,
- ασθενείς με ασταθή στηθάγχη ή στηθάγχη επερχόμενη στη διάρκεια της
σεξουαλικής πράξης,
- ασθενείς κατηγορίας 2 κατά την κλίμακα New York Heart Association ή
σοβαρότερης μορφής καρδιακή ανεπάρκεια εντός των τελευταίων 6 μηνών,
- ασθενείς με μη-ελεγχόμενη αρρυθμία, υπόταση (αρτηριακή πίεση < 90/50 mm Hg), ή
μη-ελεγχόμενη υπέρταση,
- ασθενείς με αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο εντός των τελευταίων 6 μηνών.
To Exerdya αντενδείκνυται σε ασθενείς με απώλεια της όρασης στον έναν οφθαλμό
λόγω μη-αρτηριτιδικής ισχαιμικής οπτικής νευροπάθειας (ΝΑΙΟΝ), ανεξάρτητα εάν
το συμβάν αυτό έχει συσχετισθεί, ή δεν έχει συσχετισθεί, με προηγούμενη χορήγηση
ενός αναστολέα της PDE5 (βλ. παράγραφο 4.4).
Η συγχορήγηση των αναστολέων της PDE5, περιλαμβανομένης της ταδαλαφίλης, με
διεγέρτες της γουανυλικής κυκλάσης, όπως η ριοσιγουάτη, αντενδείκνυται καθώς
μπορεί να οδηγήσει σε συμπτωματική υπόταση (βλέπε παράγραφο 4.5).
4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Πριν τη θεραπεία με Exerdya
Η λήψη ιατρικού ιστορικού και η φυσική εξέταση του ασθενούς θα πρέπει να
πραγματοποιούνται, ώστε να διαγνωστεί η δυσλειτουργία στύσης και να καθοριστεί
η πιθανή υποκείμενη αιτιολογία, πριν τη χορήγηση της φαρμακευτικής αγωγής.
Πριν την έναρξη οποιασδήποτε θεραπείας για τη δυσλειτουργία στύσης, οι ιατροί θα
πρέπει να εκτιμήσουν την καρδιαγγειακή κατάσταση των ασθενών, διότι ένας
βαθμός καρδιακού κινδύνου σχετίζεται με τη σεξουαλική δραστηριότητα. Η
ταδαλαφίλη έχει αγγειοδιασταλτικές ιδιότητες, με αποτέλεσμα να παρατηρούνται
ήπιες και παροδικές μειώσεις της αρτηριακής πίεσης (βλέπε παράγραφο 5.1) και
ενίσχυση των υποτασικών δράσεων των νιτρωδών (βλέπε παράγραφο 4.3).
Η αξιολόγηση της στυτικής δυσλειτουργίας θα πρέπει να περιλαμβάνει τον
καθορισμό της πιθανής υποκείμενης αιτιολογίας και η απαραίτητη ιατρική εξέταση
του συγκεκριμένου ασθενή θα πρέπει να προηγείται της κατάλληλης θεραπείας. Δεν
είναι γνωστό εάν η ταδαλαφίλη είναι αποτελεσματική σε ασθενείς που έχουν
υποβληθεί σε πυελική εγχείρηση ή ριζική, χωρίς διατήρηση των επιχώριων νεύρων,
προστατεκτομή.
Καρδιαγγειακά
Σοβαρά καρδιαγγειακά συμβάματα όπως έμφραγμα του μυοκαρδίου, αιφνίδιο
καρδιακό θάνατο, ασταθή στηθάγχη, κοιλιακή αρρυθμία, εγκεφαλικό επεισόδιο,
παροδικά ισχαιμικά επεισόδια, θωρακικό άλγος, αίσθημα παλμών και ταχυκαρδία,
έχουν αναφερθεί μετά την κυκλοφορία του προϊόντος και/ή στο πλαίσιο κλινικών
μελετών. Οι περισσότεροι ασθενείς, οι οποίοι εμφάνισαν αυτά τα συμβάματα, είχαν
προϋπάρχοντες παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου. Παρόλα αυτά, δεν είναι
εφικτό να τεκμηριωθεί αιτιολογική συσχέτιση αυτών των συμβαμάτων με τους
προϋπάρχοντες παράγοντες κινδύνου, την ταδαλαφίλη, τη σεξουαλική
δραστηριότητα, ή το συνδυασμό όλων αυτών ή άλλων παραγόντων.
3
Σε ασθενείς οι οποίοι λαμβάνουν α
1-
αποκλειστές, η συγχορήγηση ταδαλαφίλης
ενδέχεται να οδηγήσει σε συμπτώματα αρτηριακής υπότασης, σε μερικούς ασθενείς
(βλ. παράγραφο 4.5). Δεν συνιστάται η συγχορήγηση της ταδαλαφίλης με τη
δοξαζοσίνη.
Όραση
Διαταραχές της όρασης και περιπτώσεις μη αρτηριτιδικής ισχαιμικής οπτικής
νευροπάθειας (ΝΑΙΟΝ) έχουν αναφερθεί με τη χορήγηση ταδαλαφίλης και των άλλων
αναστολέων της PDE5. Ο ασθενής πρέπει να ενημερώνεται ότι εάν συμβεί αιφνίδια
διαταραχή της όρασής του, θα πρέπει να σταματήσει την λήψη του Exerdya και να
συμβουλευτεί άμεσα τον ιατρό του (βλ. παράγραφο 4.3).
Νεφρική και ηπατική δυσλειτουργία
Λόγω της αυξημένης έκθεσης (AUC) της ταδαλαφίλης, της περιορισμένης κλινικής
εμπειρίας και ελλείψει της δυνατότητας επηρεασμού της κάθαρσης με αιμοδιύλιση, η
χορήγηση Exerdya για καθημερινή χρήση δεν συνιστάται σε ασθενείς με σοβαρή
νεφρική δυσλειτουργία.
Περιορισμένα δεδομένα είναι διαθέσιμα από τις κλινικές μελέτες για την ασφάλεια
της χορήγησης μονής δόσης ταδαλαφίλης σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια
(κατηγορίας C κατά Child-Pugh). Η χορήγηση καθημερινού σχήματος δεν έχει
αξιολογηθεί σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία. Εάν το Exerdya
συνταγογραφηθεί, απαιτείται εξατομικευμένη προσεκτική εκτίμηση του
αναμενόμενου οφέλους έναντι του κινδύνου, από το θεράποντα ιατρό.
Πριαπισμός και ανατομικές δυσμορφίες του πέους
Οι ασθενείς που εμφανίζουν παρατεταμένες στύσεις, οι οποίες διαρκούν 4 ώρες ή
περισσότερο, θα πρέπει να ενημερώνονται κατάλληλα ώστε να αναζητήσουν άμεση
ιατρική αντιμετώπιση. Εάν ο πριαπισμός δεν αντιμετωπισθεί άμεσα, μπορεί να
προκληθεί βλάβη του πεϊκού ιστού, η οποία μπορεί να επιφέρει μόνιμη απώλεια της
στυτικής ικανότητας.
Το Exerdya θα πρέπει να λαμβάνεται με προσοχή από ασθενείς με ανατομικές
δυσμορφίες του πέους (όπως η κάμψη, η ίνωση των σηραγγωδών σωμάτων ή η νόσος
του Peyronie), ή από ασθενείς με καταστάσεις που ενδέχεται να προδιαθέτουν για
πριαπισμό (όπως η δρεπανοκυτταρική αναιμία, το πολλαπλό μυέλωμα, ή η
λευχαιμία).
Χρήση με αναστολείς CYP3A4
Το Exerdya θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς οι οποίοι λαμβάνουν
δυνητικούς αναστολείς του CYP3A4 (ριτοναβίρη, σακουιναβίρη, κετοκοναζόλη,
ιτρακοναζόλη και ερυθρομυκίνη) καθώς έχει παρατηρηθεί αύξηση της έκθεσης (AUC)
της ταδαλαφίλης κατά τη συγχορήγηση με αυτά τα φαρμακευτικά προϊόντα (βλ.
παράγραφο 4.5).
Το Exerdya και άλλες θεραπείες για τη στυτική δυσλειτουργία
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της συγχορήγησης του Exerdya με άλλους
PDE5 αναστολείς ή άλλες θεραπείες της στυτικής δυσλειτουργίας δεν έχουν
μελετηθεί. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερωθούν να μη λαμβάνουν Exerdya με
τέτοιες συνδυασμένες θεραπείες.
Λακτόζη
Το Exerdya περιέχει λακτόζη. Οι ασθενείς με σπάνιες κληρονομικές διαταραχές
όπως η δυσανεξία της γαλακτόζης, η ανεπάρκεια της λακτάσης ή η δυσαπορρόφηση
της γλυκόζης-γαλακτόζης, δεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.
4
4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές
αλληλεπίδρασης
Οι μελέτες αλληλεπίδρασης, όπως αναφέρονται παρακάτω, έχουν πραγματοποιηθεί
με δόση 10mg και/ή 20 mg ταδαλαφίλης. Από αυτές τις μελέτες αλληλεπίδρασης
όπου χορηγήθηκε μόνο η δόση των 10mg ταδαλαφίλη δεν μπορούν να εξαχθούν
συμπεράσματα για το ενδεχόμενο φαρμακευτικών αλληλεπιδράσεων με μεγαλύτερες
δόσεις του φαρμάκου.
Επιδράσεις άλλων ουσιών στην ταδαλαφίλη
Αναστολείς κυτοχρώματος P450
Η ταδαλαφίλη μεταβολίζεται κυρίως μέσω του κυτοχρώματος CYP3A4. Ένας
εκλεκτικός αναστολέας του CYP3A4, η κετοκοναζόλη (200 mg ημερησίως),
προκάλεσε διπλάσια αύξηση της έκθεσης (AUC) της ταδαλαφίλης (10 mg) και
αύξηση της C
max
κατά 15%, συγκριτικά με τις αντίστοιχες AUC και C
max
μετρήσεις με
τη χορήγηση μόνης της ταδαλαφίλης. Η κετοκοναζόλη (400 mg ημερησίως),
προκάλεσε τετραπλάσια αύξηση της έκθεσης (AUC) της ταδαλαφίλης (20 mg) και
αύξηση της C
max
κατά 22%. Η ριτοναβίρη (200 mg δις ημερησίως), ένας αναστολέας
της πρωτεάσης, η οποία αναστέλλει το CYP3A4, CYP2C9, CYP2C19 και CYP2D6
προκάλεσε διπλάσια αύξηση της έκθεσης (AUC) της ταδαλαφίλης (20 mg) χωρίς
αύξηση της C
max
. Αν και δεν έχουν μελετηθεί ειδικές αλληλεπιδράσεις, άλλοι
αναστολείς της πρωτεάσης, όπως η σακουιναβίρη καθώς και άλλοι αναστολείς του
CYP3A4, όπως η ερυθρομυκίνη, η κλαριθρομυκίνη, η ιτρακοναζόλη και ο χυμός
γκρέιπφρουτ, θα πρέπει να συγχορηγούνται με προσοχή διότι ενδέχεται να αυξήσουν
τις συγκεντρώσεις πλάσματος της ταδαλαφίλης (βλ. παράγραφο 4.4).
Επομένως, η συχνότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών, όπως αναφέρονται στην
παράγραφο 4.8, ενδέχεται να αυξηθεί.
Μεταφορείς
Ο ρόλος των μεταφορέων (όπως για παράδειγμα της p-γλυκοπρωτεΐνης) στη διάθεση
της ταδαλαφίλης δεν είναι γνωστός. Επομένως, υπάρχει η πιθανότητα
φαρμακευτικής αλληλεπίδρασης μέσω της αναστολής των μεταφορέων αυτών.
Επαγωγείς κυτοχρώματος P450
Ένας επαγωγέας του CYP3A4, η ριφαμπικίνη, προκάλεσε μείωση της έκθεσης (AUC)
της ταδαλαφίλης κατά 88%, συγκριτικά με τις αντίστοιχες AUC-μετρήσεις με τη
χορήγηση μόνης της ταδαλαφίλης (10 mg). Αυτή η ελάττωση στην έκθεση, μπορεί
πιθανά να αναμένεται να προκαλέσει μείωση της αποτελεσματικότητας της
ταδαλαφίλης. Το εύρος της μείωσης της αποτελεσματικότητας δεν είναι γνωστό. Η
ταυτόχρονη χορήγηση άλλων επαγωγέων του CYP3A4, όπως η φαινοβαρβιτάλη, η
φαινυτοΐνη και η καρβαμαζεπίνη, ενδέχεται επίσης, να μειώσουν τις συγκεντρώσεις
πλάσματος της ταδαλαφίλης.
Επιδράσεις της ταδαλαφίλης σε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα
Νιτρώδη
Σε κλινικές μελέτες, έχει αποδειχθεί ότι η ταδαλαφίλη (5, 10 και 20 mg) ενισχύει τις
υποτασικές δράσεις των νιτρωδών. Επομένως, η χορήγηση του Exerdya
αντενδείκνυται σε ασθενείς οι οποίοι λαμβάνουν οργανικά νιτρώδη σε οποιαδήποτε
μορφή (βλ. παράγραφο 4.3). Με βάση τα αποτελέσματα μίας κλινικής μελέτης, στο
πλαίσιο της οποίας, 150 ασθενείς ελάμβαναν ταδαλαφίλη 20 mg την ημέρα για 7
ημέρες και 0,4 mg νιτρογλυκερίνης υπογλώσσια σε ποικίλα χρονικά διαστήματα, η
αλληλεπίδραση είχε διάρκεια περισσότερο από 24 ώρες ενώ δεν ήταν περαιτέρω
ανιχνεύσιμη όταν είχαν παρέλθει 48 ώρες από την τελευταία δόση της ταδαλαφίλης.
Ως εκ τούτου, σε ασθενή που του συνταγογραφείται οποιαδήποτε δόση ταδαλαφίλης
5
(2,5 mg-20 mg), και η χορήγηση νιτρωδών θεωρείται ιατρικά απαραίτητη για μία
απειλητική για τη ζωή κατάσταση, θα πρέπει να παρέλθουν τουλάχιστον 48 ώρες
μετά την τελευταία δόση ταδαλαφίλης για να πραγματοποιηθεί η έναρξη της
χορήγησης του νιτρώδους. Σε τέτοιες καταστάσεις τα νιτρώδη θα πρέπει να
χορηγούνται υπό στενή ιατρική παρακολούθηση με κατάλληλη καταγραφή των
αιμοδυναμικών παραμέτρων.
Αντι-υπερτασικά (περιλαμβανομένων των ανταγωνιστών διαύλων ασβεστίου)
Η συγχορήγηση της δοξαζοσίνης (4 και 8 mg ημερησίως) και της ταδαλαφίλης (5 mg
ημερησίως και 20 mg εφάπαξ δόση) ενισχύει την υποτασική επίδραση αυτού του α-
αποκλειστή σε σημαντικό βαθμό. Η επίδραση αυτή διαρκεί τουλάχιστον δώδεκα ώρες
και μπορεί να οδηγήσει σε συμπτώματα, περιλαμβανομένης και της συγκοπής.
Συνεπώς, ο συνδυασμός αυτός δεν συστήνεται (βλ. παράγραφο 4.4).
Στις μελέτες αλληλεπίδρασης που διεξήχθησαν σε περιορισμένο αριθμό υγιών
εθελοντών, δεν αναφέρθηκαν τέτοιες επιδράσεις με τη συγχορήγηση με αλφουζοσίνη
ή ταμσουλοζίνη. Παρόλα αυτά, συνιστάται προσοχή όταν η ταδαλαφίλη χορηγείται
σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με οποιουσδήποτε α-αποκλειστές και
ειδικότερα στους ηλικιωμένους ασθενείς. Οι θεραπείες θα πρέπει να ξεκινάνε με τη
μικρότερη δοσολογία και να ρυθμίζονται σταδιακά.
Σε κλινικές φαρμακολογικές μελέτες, εξετάσθηκε το ενδεχόμενο ενίσχυσης από την
ταδαλαφίλη των υποτασικών δράσεων αντιϋπερτασικών φαρμακευτικών προϊόντων.
Μελετήθηκαν σημαντικές κατηγορίες αντιϋπερτασικών φαρμακευτικών προϊόντων,
όπως ανταγωνιστές διαύλων ασβεστίου (αμλοδιπίνη), αναστολείς του μετατρεπτικού
ενζύμου της αγγειοτασίνης (ACE) (εναλαπρίλη), αποκλειστές των β-αδρενεργικών
υποδοχέων (μετοπρολόλη), θειαζιδικά διουρητικά (βεντροφλουαζίδη) και
ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτασίνης-II (διαφόρων μορφών και δόσεων,
από μόνα τους ή σε συνδυασμένη χορήγηση με θειαζίδες, ανταγωνιστές διαύλων
ασβεστίου, β-αποκλειστές, και/ή α-αποκλειστές). Η ταδαλαφίλη (δόση των 10 mg,
εκτός από τις μελέτες με ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτασίνης-ΙΙ και με
αμλοδιπίνη όπου χορηγήθηκε δόση των 20 mg) δεν είχε κλινικά σημαντικές
αλληλεπιδράσεις με οποιαδήποτε από τις φαρμακευτικές αυτές κατηγορίες. Σε μία
άλλη κλινική φαρμακολογική μελέτη, η ταδαλαφίλη (20 mg) μελετήθηκε σε
συνδυασμό με έως 4 κατηγορίες αντιϋπερτασικών φαρμακευτικών προϊόντων. Σε
ασθενείς οι οποίοι ελάμβαναν περισσότερα του ενός αντιϋπερτασικά, οι μεταβολές
της αρτηριακής πίεσης σε περιπατητική κατάσταση εμφανίσθηκε να συσχετίζονται
με το βαθμό του ελέγχου της αρτηριακής πίεσης. Περαιτέρω, στους ασθενείς της
μελέτης των οποίων η αρτηριακή πίεση ήταν καλά ελεγχόμενη, η ελάττωση ήταν
πολύ μικρή και παρόμοια εκείνης που παρατηρήθηκε σε υγιείς εθελοντές. Στους
ασθενείς της μελέτης των οποίων η αρτηριακή πίεση δεν ήταν καλά ελεγχόμενη, η
ελάττωση ήταν μεγαλύτερη, αν και η ελάττωση αυτή δεν συνοδευόταν από
συμπτώματα υπότασης στην πλειοψηφία των ασθενών. Σε ασθενείς που λαμβάνουν
ταυτόχρονη χορήγηση αντιϋπερτασικών φαρμακευτικών προϊόντων, η ταδαλαφίλη
20 mg ενδέχεται να προκαλέσει μία μείωση της αρτηριακής πίεσης, η οποία (με
εξαίρεση τους α-αποκλειστές - βλέπε παραπάνω) είναι γενικά μικρή και δεν
αναμένεται να είναι κλινικά σημαντική. Η ανάλυση των δεδομένων κλινικής
μελέτης φάσης 3, δεν έδειξε διαφορές στα ανεπιθύμητα συμβάματα σε ασθενείς οι
οποίοι έλαβαν ταδαλαφίλη με ή χωρίς τη σύγχρονη λήψη αντιϋπερτασικών
φαρμακευτικών προϊόντων. Παρόλα αυτά, οι ασθενείς που λαμβάνουν
αντιϋπερτασικά φαρμακευτικά προϊόντα, θα πρέπει να ενημερώνονται κατάλληλα
αναφορικά με την ενδεχόμενη μείωση της αρτηριακής πίεσης.
Ριοσιγουάτη
Προκλινικές μελέτες έδειξαν αθροιστική δράση μείωσης της συστηματικής
αρτηριακής πίεσης όταν αναστολείς της PDE5 συνδυάστηκαν με ριοσιγουάτη. Σε
κλινικές μελέτες, έχει αποδειχθεί ότι η ρισιγουάτη αυξάνει την υποτασική δράση
των αναστολέων της PDE5. Δεν υπάρχουν αποδείξεις ευνοϊκών κλινικών επιδράσεων
6
του συνδυασμού στον πληθυσμό που μελετήθηκε. Η ταυτόχρονη χρήση ριοσιγουάτης
και αναστολέων της PDE5, αντενδείκνυται (βλέπε παράγραφο 4.3).
Αναστολείς 5-α αναγωγάσης
Σε κλινική μελέτη που συνέκρινε ταδαλαφίλη 5 mg συγχορηγούμενη με φιναστερίδη
5 mg έναντι εικονικού φαρμάκου συγχορηγούμενου με φιναστερίδη 5 mg, για την
ανακούφιση των συμπτωμάτων της BPH, δεν παρατηρήθηκε καμία νέα ανεπιθύμητη
ενέργεια. Ωστόσο, καθώς δεν έχει πραγματοποιηθεί επίσημη μελέτη
αλληλεπιδράσεων φαρμάκων, η οποία να αξιολογεί τις επιδράσεις της ταδαλαφίλης
με τους αναστολείς της 5-α αναγωγάσης (5-ARIs), θα πρέπει να δίνεται προσοχή
όταν η ταδαλαφίλη συγχορηγείται με 5-ARIs.
Υποστρώματα CYP1A2 (π.χ θεοφυλλίνη)
Όταν η ταδαλαφίλη 10 mg συγχορηγήθηκε με θεοφυλλίνη (έναν μη-εκλεκτικό
αναστολέα της φωσφοδιεστεράσης) σε μία κλινική φαρμακολογική μελέτη, δεν
παρατηρήθηκε καμία φαρμακοκινητική αλληλεπίδραση. Η μόνη φαρμακοδυναμική
επίδραση ήταν μία μικρή (3,5 bpm) αύξηση του καρδιακού ρυθμού. Παρά το γεγονός
ότι αυτή η επίδραση ήταν μικρή και δεν ήταν κλινικά σημαντική στην εν λόγω
μελέτη, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά τη συγχορήγηση αυτών των
φαρμακευτικών προϊόντων.
Αιθινυλοιστραδιόλη και τερβουταλίνη
Η ταδαλαφίλη έχει δειχθεί ότι προκαλεί μία αύξηση στη βιοδιαθεσιμότητα της από
του στόματος χορηγούμενης αιθινυλοιστραδιόλης. Μία παρόμοια αύξηση ενδέχεται
να παρατηρηθεί με την από του στόματος χορήγηση της τερβουταλίνης, αν και το
κλινικό αποτέλεσμα είναι αβέβαιο.
Αλκοόλ
Οι συγκεντρώσεις αλκοόλ (μέση μέγιστη συγκέντρωση πλάσματος 0,08%) δεν
επηρεάσθηκαν από τη σύγχρονη χορήγηση της ταδαλαφίλης (10 mg ή 20 mg).
Επιπλέον, δεν υπήρξαν μεταβολές στις συγκεντρώσεις της ταδαλαφίλης 3 ώρες μετά
τη συγχορήγηση με αλκοόλ. Το αλκοόλ χορηγήθηκε με τρόπο τέτοιο ώστε να
μεγιστοποιηθεί ο ρυθμός απορρόφησης της αλκοόλης (νηστεία κατά τη διάρκεια της
προηγούμενης νύχτας έως και 2 ώρες μετά τη χορήγηση του αλκοόλ). Η ταδαλαφίλη
(20 mg) δεν ενίσχυσε τη μέση ελάττωση της αρτηριακής πίεσης που προκλήθηκε από
αλκοόλ (0,7 g/kg βάρους ή περίπου 180 ml -40% αλκοόλ [vodka] σε άνδρα 80 kg
βάρους) αλλά σε μερικούς ασθενείς παρατηρήθηκαν ορθοστατική ζάλη και
ορθοστατική υπόταση. Όταν η ταδαλαφίλη συγχορηγήθηκε με μικρότερες δόσεις
αλκοόλ (0,6 g/kg βάρους) δεν παρατηρήθηκε υπόταση και η ζάλη εμφανίσθηκε με
συχνότητα παρόμοια εκείνης με μόνη τη λήψη του αλκοόλ. H επίδραση του αλκοόλ
στη γνωστική λειτουργία δεν ενισχύθηκε από την ταδαλαφίλη (10 mg).
Φαρμακευτικά προϊόντα που μεταβολίζονται μέσω του κυτοχρώματος P450
Η ταδαλαφίλη δεν αναμένεται να προκαλέσει κλινικά σημαντική αναστολή ή
επαγωγή στην κάθαρση των φαρμακευτικών προϊόντων, τα οποία μεταβολίζονται
μέσω των CYP450 ισομορφών. Οι μελέτες επιβεβαίωσαν ότι η ταδαλαφίλη δεν
προκαλεί αναστολή ή επαγωγή των CYP450 ισομορφών, συμπεριλαμβανομένων των
CYP3A4, CYP1A2, CYP2D6, CYP2E1, CYP2C9 και CYP2C19.
Υποστρώματα CYP2C9 (π.χ. R-βαρφαρίνη
)
Η ταδαλαφίλη (10 mg και 20 mg) δεν προκάλεσε κλινικά σημαντική επίδραση στην
έκθεση (AUC) της S-βαρφαρίνης ή της R-βαρφαρίνης (μέσω υποστρώματος CYP2C9)
και δεν επηρέασε το χρόνο προθρομβίνης που προκλήθηκε από την βαρφαρίνη.
Ασπιρίνη
Η ταδαλαφίλη (10 mg και 20 mg) δεν ενίσχυσε την αύξηση στο χρόνο ροής αίματος
που προκλήθηκε από το ακετυλοσαλικυλικό οξύ.
Αντιδιαβητικά φαρμακευτικά προϊόντα
7
Ειδικές μελέτες αλληλεπίδρασης με αντιδιαβητικά φαρμακευτικά προϊόντα δεν
έχουν πραγματοποιηθεί.
4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία
Η ταδαλαφίλη δεν ενδείκνυται για χρήση από γυναίκες.
Εγκυμοσύνη
Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα από τη χρήση της ταδαλαφίλης σε έγκυες
γυναίκες. Οι μελέτες σε ζώα δεν δείχνουν άμεσα ή έμμεσα επιβλαβή αποτελέσματα
όσον αφορά την εγκυμοσύνη, την εμβρυική ανάπτυξη, τον τοκετό ή την επακόλουθη
ανάπτυξη (βλ. παράγραφο 5.3). Ως προληπτικό μέτρο είναι προτιμότερο να
αποφεύγεται η χρήση κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.
Θηλασμός
Τα διαθέσιμα φαρμακοδυναμικά/τοξικολογικά δεδομένα σε ζώα εδειξαν απέκκριση
της ταδαλαφίλης στο γάλα. Δεν μπορεί να αποκλεισθεί ο κίνδυνος για το θηλάζον
παιδί. Η ταδαλαφίλη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια του θηλασμού.
Γονιμότητα
Επιδράσεις που παρατηρήθηκαν σε σκύλους ενδέχεται να υποδηλώνουν διαταραχή
της γονιμότητας. Δύο μετέπειτα κλινικές μελέτες υποδηλώνουν ότι αυτή η επίδραση
είναι απίθανη στους ανθρώπους, παρόλο που παρατηρήθηκε μια μείωση στη
συγκέντρωση σπέρματος σε ορισμένους άνδρες (βλ. παράγραφο 5.1 και 5.3).
4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών
Η ταδαλαφίλη έχει ασήμαντη επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού
μηχανών. Εάν και η συχνότητα των συμβαμάτων της ζάλης ήταν παρόμοια στην
ομάδα της ταδαλαφίλης με την ομάδα του εικονικού φαρμάκου (placebo) στις
κλινικές μελέτες, οι ασθενείς θα πρέπει να γνωρίζουν την αντίδρασή τους στην
ταδαλαφίλη, πριν οδηγήσουν ή χειριστούν μηχανήματα.
4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες
Περίληψη του προφίλ ασφάλειας
Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στους ασθενείς που έλαβαν
ταδαλαφίλη για τη θεραπεία της στυτικής δυσλειτουργίας ή της καλοήθους
υπερπλασίας του προστάτη ήταν η κεφαλαλγία, η δυσπεψία, η οσφυαλγία και η
μυαλγία, των οποίων η συχνότητα αυξάνεται με την αύξηση της δοσολογίας της
ταδαλαφίλης. Η πλειοψηφία των κεφαλαλγιών που αναφέρθηκαν με την ταδαλαφίλη
για καθημερινή χρήση παρατηρήθηκαν εντός των 10 έως 30 πρώτων ημερών από την
έναρξη της θεραπείας.
Πίνακας με περίληψη ανεπιθύμητων ενεργειών
Ο ακόλουθος πίνακας περιλαμβάνει τις ανεπιθύμητες ενέργειες που κατεγράφησαν
από αυθόρμητες αναφορές και σε κλινικές μελέτες ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο
(placebo) (περιλαμβάνουν συνολικά 7.116 ασθενείς υπό αγωγή με ταδαλαφίλη και
3.718 ασθενείς υπό αγωγή με εικονικό φάρμακο (placebo)) στην κατ’ επίκληση και
στην καθημερινή θεραπεία της στυτικής δυσλειτουργίας καθώς και στην καθημερινή
θεραπεία της καλοήθους υπερπλασίας του προστάτη.
Συχνότητα σύμφωνα με τη συνθήκη
: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως
<1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000), πολύ
σπάνιες (<1/10.000) και μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα
διαθέσιμα δεδομένα).
8
Συχνές Όχι συχνές Σπάνιες
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
Διαταραχές
υπερευαισθησίας
Αγγειοοίδημα
2
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
Κεφαλαλγία Ζάλη Εγκεφαλικό επεισόδιο
1
(περιλαμβανομένων
των αιμορραγικών επεισοδίων),
Συγκοπή, Παροδικό ισχαιμικό
επεισόδιο
1
, Ημικρανία
2
,
Επιληπτικοί σπασμοί, Παροδική
αμνησία
Οφθαλμικές διαταραχές
Θάμβος όρασης, Αίσθημα
που
περιγράφεται ως πόνος στο
μάτι
Έλλειμμα στα οπτικά πεδία,
Οίδημα των
βλεφάρων, Υπεραιμία του
επιπεφυκότα,
Μη αρτηριτιδική ισχαιμική οπτική
νευροπάθεια (NAION)
2
, Απόφραξη
των
Αμφιβληστροειδικών αγγείων
2
Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
Εμβοές Αιφνίδια κώφωση
Καρδιακές διαταραχές
1
Ταχυκαρδία, Αίσθημα
παλμών
Έμφραγμα του μυοκαρδίου,
Ασταθής στηθάγχη
2
, Κοιλιακή
αρρυθμία
2
Αγγειακές διαταραχές
Εξάψεις Υπόταση
3
, Υπέρταση
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
Ρινική συμφόρηση Δύσπνοια, Επίσταξη
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
Δυσπεψία, Κοιλιακό άλγος, Έμετος,
Ναυτία,
Γαστροοισοφαγική
παλινδρόμηση
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
Εξάνθημα Κνίδωση, Σύνδρομο Stevens-Johnson
2
,
Αποφολιδωτική δερματίτιδα
2
, ,
Εφίδρωση αυξημένη (ιδρώτας)
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
Οσφυαλγία,
Μυαλγία
Άλγος στα άκρα
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
9
Αιματουρία
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
Παρατεταμένη στύση Πριαπισμός
2
, Αιμορραγία πέους,
Αιματοσπερμία
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
Θωρακικό άλγος
1
,
Περιφερικό οίδημα, Κόπωση
Οίδημα προσώπου
2
, Αιφνίδιος
καρδιακός
θάνατος
1,2
1
Οι περισσότεροι από τους ασθενείς είχαν ήδη προϋπάρχοντες καρδιαγγειακούς
παράγοντες κινδύνου (βλ. παράγραφο 4.4).
2
Ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν μετά τη κυκλοφορία του προϊόντος και
δεν αναφέρθηκαν στις ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές μελέτες.
3
Αναφέρθηκαν πιο συχνά όταν η ταδαλαφίλη χορηγήθηκε σε ασθενείς που
λαμβάνουν ήδη αντιϋπερτασικά φαρμακευτικά προϊόντα.
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών
Μια ελαφρώς υψηλότερη συχνότητα ανωμαλιών ΗΚΓ, η πρωτοπαθή κολπική
βραδυκαρδία, έχει αναφερθεί στους ασθενείς που έλαβαν ταδαλαφίλη μία φορά την
ημέρα σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (placebo). Οι περισσότερες από αυτές τις
ανωμαλίες στο ΗΚΓ δεν συνδέονταν με ανεπιθύμητες ενέργειες.
Άλλοι ειδικοί πληθυσμοί
Τα δεδομένα από κλινικές μελέτες σε ασθενείς άνω των 65 ετών που λαμβάνουν
ταδαλαφίλη, είτε για τη θεραπεία της στυτικής δυσλειτουργίας ή για τη θεραπεία της
καλοήθους υπερπλασίας του προστάτη, είναι περιορισμένα. Σε κλινικές μελέτες κατ’
επίκληση χορήγησης της ταδαλαφίλης, για την αντιμετώπιση της στυτικής
δυσλειτουργίας, η αναφορά της διάρροιας ήταν πιο συχνή στους ασθενείς άνω των
65 ετών. Σε κλινικές μελέτες με ταδαλαφίλη 5 mg για καθημερινή χρήση για τη
θεραπεία της καλοήθους υπερπλασίας του προστάτη αναφέρθηκαν πιο συχνά ζάλη
και διάρροια σε ασθενείς άνω των 75 ετών.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση
άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη
συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος.
Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να
αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες απευθείας μέσω
του εθνικού συστήματος αναφοράς:
Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων
Μεσογείων 284
GR-15562 Χολαργός, Αθήνα
Τηλ: + 30 21 32040380/337
Φαξ: + 30 21 06549585
Ιστότοπος: http://www.eof.gr
4.9 Υπερδοσολογία
Απλές ημερήσιες δόσεις έως 500 mg έχουν χορηγηθεί σε υγιείς εθελοντές και
πολλαπλές ημερήσιες δόσεις έως 100 mg έχουν χορηγηθεί σε ασθενείς. Οι
ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν παρόμοιες με αυτές που παρατηρήθηκαν με τη χορήγηση
μικρότερων δόσεων. Σε περίπτωση λήψης υπερβολικής δόσης, θα πρέπει να
εφαρμόζεται η συνήθης υποστηρικτική αγωγή. Η αιμοδιάλυση συνεισφέρει αμελητέα
στην αποβολή της ταδαλαφίλης.
10
5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
: Φάρμακα παθήσεων του ουροποιητικού
συστήματος, Φάρμακα που
χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της στυτικής δυσλειτουργίας. Κωδικός ATC:
G04BE08
Μηχανισμός δράσης
H ταδαλαφίλη είναι ένας εκλεκτικός, ανάδρομος αναστολέας της κυκλικής
μονοφωσφορικής γουανοσίνης (cGMP) - εξειδικευμένης φωσφωδιεστεράσης τύπου 5
(PDE5). Με τη σεξουαλική διέγερση προκαλείται τοπική ελευθέρωση μονοξειδίου του
αζώτου και με την αναστολή της PDE5 προκαλούμενη από την ταδαλαφίλη,
επιτυγχάνονται αυξημένα επίπεδα της cGMP στα σηραγγώδη σώματα. Αυτό έχει ως
αποτέλεσμα τη χαλάρωση των λείων μυϊκών ινών στα σηραγγώδη σώματα και
επιτρέποντας την αθρόα εισροή του αίματος στον πεϊκό ιστό, επιτυγχάνεται η στύση.
Δεν επιτυγχάνεται η αποτελεσματικότητα της ταδαλαφίλης, εάν δεν υπάρχει
σεξουαλική διέγερση.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Μελέτες
in vitro
έχουν δείξει ότι η ταδαλαφίλη είναι ένας εκλεκτικός αναστολέας
της PDE5. Η PDE5 είναι ένα ένζυμο το οποίο βρίσκεται στις λείες μυϊκές ίνες των
σηραγγωδών σωμάτων, τις λείες αγγειακές και σπλαγχνικές μυϊκές ίνες, τις
σκελετικές μυϊκές ίνες, τα αιμοπετάλια, τους νεφρούς, τους πνεύμονες και την
παρεγκεφαλίδα. Η δράση της ταδαλαφίλης είναι περισσότερο ισχυρή προς την PDE5
σε σχέση με τις άλλες φωσφοδιεστεράσες. Η ταδαλαφίλη έχει ισχυρή εκλεκτικότητα
>10.000 φορές μεγαλύτερη προς την PDE5 σε σχέση με την PDE1, την PDE2, την
PDE4 οι οποίες είναι ένζυμα τα οποία βρίσκονται στην καρδιά, τον εγκέφαλο, τα
αιμοφόρα αγγεία, το ήπαρ και άλλα όργανα. Η ταδαλαφίλη έχει εκλεκτικότητα
>10.000 φορές μεγαλύτερη προς την PDE5 σε σχέση με την PDE3, ένα ένζυμο το
οποίο βρίσκεται στην καρδιά και τα αιμοφόρα αγγεία. Η εκλεκτικότητα αυτή προς
την PDE5 σε σχέση με την PDE3 είναι ιδιαίτερα σημαντική διότι η PDE3 είναι ένα
ένζυμο που μετέχει στον έλεγχο της καρδιακής συσπαστικότητας. Επιπλέον, η
ταδαλαφίλη έχει εκλεκτικότητα περίπου 700-φορές μεγαλύτερη προς την PDE5 σε
σχέση με την PDE6, ένα ένζυμο το οποίο βρίσκεται στον αμφιβληστροειδή και είναι
υπεύθυνο για τις αντιδράσεις φωτομετατροπής. Επίσης, η ταδαλαφίλη έχει
εκλεκτικότητα >10.000 φορές μεγαλύτερη προς την PDE5 σε σχέση με την PDE7 έως
την PDE10.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Τρεις κλινικές μελέτες, στις οποίες συμμετείχαν 1.054 περιπατητικοί ασθενείς,
σχεδιάστηκαν για να προσδιορισθεί το χρονικό διάστημα μετά τη χορήγηση της
δόσης για την αποτελεσματική ανταπόκριση στο Exerdya στην κατ’ επίκληση χρήση.
Η ταδαλαφίλη αποδείχθηκε ότι προκαλεί στατιστικά σημαντική βελτίωση στη
στυτική λειτουργία και στην ικανότητα για επίτευξη ικανοποιητικής σεξουαλικής
επαφής, σε χρονικό διάστημα έως 36 ώρες μετά τη λήψη του φαρμάκου, καθώς
επίσης και στην ικανότητα του ασθενή για επίτευξη και διατήρηση στύσης για
ικανοποιητική σεξουαλική επαφή μόλις εντός 16 λεπτών μετά τη λήψη του
φαρμάκου, συγκριτικά με το εικονικό (placebo) φάρμακο.
Η ταδαλαφίλη χορηγούμενη σε υγιείς εθελοντές δεν προκάλεσε σημαντικές
μεταβολές, συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο (placebo), στη συστολική και στη
διαστολική αρτηριακή πίεση σε ύπτια θέση (μέγιστη μέση μείωση 1,6/0,8 mm Hg,
αντίστοιχα), στη συστολική και στη διαστολική αρτηριακή πίεση σε όρθια θέση
11
(μέγιστη μέση μείωση 0,2/4,6 mm Hg, αντίστοιχα) και δεν είχε σημαντικές
επιδράσεις στο καρδιακό ρυθμό.
Σε μία μελέτη, όπου εξετάσθηκαν οι επιδράσεις της ταδαλαφίλης στην όραση με
χρήση της δοκιμασίας Farnsworth-Munsell 100-hue test, δεν παρατηρήθηκαν
διαταραχές στην αντίληψη των χρωμάτων (μπλε/πράσινο). Τα ευρήματα αυτά είναι
σύμφωνα με τη χαμηλή εκλεκτικότητα της ταδαλαφίλης προς τη PDE6 σε σχέση με
την εκλεκτικότητα προς τη PDE5. Σε όλες τις κλινικές μελέτες, οι αναφορές
μεταβολών στην αντίληψη των χρωμάτων ήταν σπάνιες (< 0,1%). Τρείς κλινικές
μελέτες πραγματοποιήθηκαν με άνδρες για την εκτίμηση των ενδεχόμενων
επιδράσεων του Exerdya στη σπερματογένεση και χορηγήθηκαν Exerdya 10 mg (σε
μία μελέτη 6 μηνών) και 20 mg (σε μία μελέτη 6 μηνών και σε μία μελέτη 9 μηνών)
ημερησίως. Σε δύο από αυτές τις μελέτες παρατηρήθηκαν μειώσεις στον αριθμό των
σπερματοζωαρίων και στη συγκέντρωση του σπέρματος σχετιζόμενες με την αγωγή
της ταδαλαφίλης, με απίθανη κλινική σημασία. Τα συμβάματα αυτά δεν
συνοδεύτηκαν με μεταβολές σε άλλες παραμέτρους όπως η κινητικότητα, η
μορφολογία και η FSH.
Η ταδαλαφίλη σε δόσεις των 2 έως 100 mg έχει αξιολογηθεί σε 16 κλινικές μελέτες
με 3.250 ασθενείς, περιλαμβανομένων ασθενών με στυτική δυσλειτουργία ποικίλης
σοβαρότητας (ήπια, μέτρια, σοβαρή), αιτιολογίας, ηλικιών (εύρος 21-86 ετών), και
εθνικοτήτων. Οι περισσότεροι ασθενείς ανέφεραν στυτική δυσλειτουργία διάρκειας
τουλάχιστον 1 έτους. Στις πρωταρχικές μελέτες αποτελεσματικότητας γενικών
πληθυσμών, το 81% των ασθενών ανέφερε ότι η ταδαλαφίλη βελτίωσε τις στύσεις
τους σε σύγκριση με 35% για το εικονικό φάρμακο. Επίσης, ασθενείς με στυτική
δυσλειτουργία όλων των κατηγοριών σοβαρότητας ανέφεραν βελτιωμένες στύσεις
κατά τη διάρκεια λήψης της ταδαλαφίλης (86%, 83%, και 72% για ήπια, μέτρια, και
σοβαρή, αντιστοίχως, σε σύγκριση με 45%, 42%, και 19% με εικονικό φάρμακο). Στις
πρωταρχικές μελέτες αποτελεσματικότητας, το 75% των προσπαθειών συνουσίας
ήταν επιτυχείς στους ασθενείς που ελάμβαναν ταδαλαφίλη σε σύγκριση με 32% για
το εικονικό φάρμακο.
Η ταδαλαφίλη, σε δόσεις 2,5, 5, και 10 mg, που λαμβάνεται μια φορά ημερησίως,
μελετήθηκε αρχικά σε 3 κλινικές μελέτες όπου συμμετείχαν 853 ασθενείς, διάφορων
ηλικιών (εύρους 21-82 ετών) και εθνικοτήτων, με στυτική δυσλειτουργία ποικίλης
βαρύτητας (ήπιας, μέτριας, σοβαρής μορφής) και αιτιολογίας. Στις δύο μελέτες
πρωταρχικής αποτελεσματικότητας σε γενικό πληθυσμό, ο μέσος όρος των κατ’
άτομο επιτυχημένων σεξουαλικών επαφών ήταν 57% και 67% σε ασθενείς που
έλαβαν ταδαλαφίλη 5 mg και 50% σε ασθενείς που έλαβαν Exerdya 2,5 mg
συγκριτικά με ποσοστό 31% και 37% των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο
(placebo). Στη μελέτη ασθενών με στυτική δυσλειτουργία οφειλόμενη σε σακχαρώδη
διαβήτη ο μέσος όρος των κατ’ άτομο επιτυχημένων σεξουαλικών επαφών ήταν 41%
και 46% σε ασθενείς που έλαβαν ταδαλαφίλη 5mg και ταδαλαφίλη 2,5mg,
αντιστοίχως, συγκριτικά με το 28% των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο
(placebo). Οι περισσότεροι ασθενείς στις 3 αυτές μελέτες είχαν ανταποκριθεί σε
προηγούμενη κατ’ επίκληση αγωγή με αναστολείς PDE5. Σε μία μετέπειτα μελέτη,
217 ασθενείς που δεν είχαν προηγουμένως λάβει θεραπεία με αναστολείς PDE5
τυχαιοποιήθηκαν σε ταδαλαφίλη 5 mg μία φορά την ημέρα έναντι του εικονικού
φαρμάκου. Κατά άτομο, ο μέσος όρος των επιτυχημένων σεξουαλικών επαφών ήταν
68% για αυτούς που έλαβαν ταδαλαφίλη σε σύγκριση με το 52% αυτών που έλαβαν
εικονικό φάρμακο.
Σε μια μελέτη 12 εβδομάδων που διεξήχθη σε 186 ασθενείς (142 εκ των οποίων
έλαβαν ταδαλαφίλη και 44 έλαβαν εικονικό φάρμακο) με δευτεροπαθή στυτική
δυσλειτουργία οφειλόμενη σε τραυματισμό του νωτιαίου μυελού, η χορήγηση της
ταδαλαφίλης βελτίωσε σημαντικά τη στυτική λειτουργία και οδήγησε σε ένα μέσο
όρο επιτυχών προσπαθειών ανά-ασθενή, 48% σε εκείνους που έλαβαν 10 ή 20 mg
ταδαλαφίλης (ευελιξία στο δοσολογικό σχήμα κατά επίκληση) σε σύγκριση με 17%
σε εκείνους που έλαβαν εικονικό φάρμακο.
12
Παιδιατρικός πληθυσμός
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση
υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών σε όλες τις υποκατηγορίες του
παιδιατρικού πληθυσμού για τη θεραπεία της στυτικής δυσλειτουργίας (βλέπε
παράγραφο 4.2 για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).
5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Απορρόφηση
Η ταδαλαφίλη απορροφάται ταχέως μετά την από του στόματος χορήγηση και η μέση
μέγιστη μετρούμενη συγκέντρωση στο πλάσμα (C
max
) επιτυγχάνεται εντός χρονικού
διαστήματος μέσης διάρκειας 2 ωρών μετά τη χορήγηση της δόσης. Η απόλυτη
βιοδιαθεσιμότητα της ταδαλαφίλης, μετά την από του στόματος χορήγηση, δεν έχει
προσδιορισθεί.
Ο ρυθμός και η έκταση της απορρόφησης της ταδαλαφίλης δεν επηρεάζονται από τη
λήψη τροφής, επομένως το Exerdya μπορεί να χορηγείται με ή χωρίς τη λήψη τροφής.
Η ώρα λήψης του φαρμάκου (πρωινής έναντι βραδινής χορήγησης) δεν είχε κλινικά
σημαντικές επιδράσεις στο ρυθμό και την έκταση της απορρόφησης του φαρμάκου.
Κατανομή
Ο μέσος όγκος κατανομής είναι περίπου 63 l, το οποίο δηλώνει ότι η ταδαλαφίλη
κατανέμεται στους ιστούς. Στις θεραπευτικές συγκεντρώσεις, ποσοστό 94 % της
ταδαλαφίλης δεσμεύεται από τις πρωτεΐνες του πλάσματος. Η πρωτεϊνική δέσμευση
δεν επηρεάζεται από την παρουσία διαταραχής της νεφρικής λειτουργίας.
Ποσοστό μικρότερο από 0,0005 % της χορηγούμενης δόσης βρέθηκε στο σπερματικό
υγρό, σε υγιείς
εθελοντές.
Βιομετασχηματισμός
Η ταδαλαφίλη μεταβολίζεται κυρίως στο κυτόχρωμα P450 (CYP) 3A4 ισόμορφο. Ο
κύριος μεταβολίτης είναι το μεθυλο-κατεχολ-γλυκουρονίδιο. Ο μεταβολίτης αυτός
είναι τουλάχιστον 13.000 φορές λιγότερο δραστικός από τη μητρική ουσία
ταδαλαφίλη προς τη PDE5. Επομένως, δεν αναμένεται κλινική δράση του μεταβολίτη
στις επιτυγχανόμενες συγκεντρώσεις αυτού στο πλάσμα.
Αποβολή
Η μέση κάθαρση μετά την από του στόματος χορήγηση της ταδαλαφίλης είναι 2,5 l/h
και ο μέσος χρόνος ημιζωής είναι 17,5 ώρες σε υγιείς εθελοντές.
Η ταδαλαφίλη απεκκρίνεται, κυρίως με τη μορφή ανενεργών μεταβολιτών, κυρίως
στα κόπρανα (περίπου 61% της χορηγούμενης δόσης) και σε μικρότερο βαθμό στα
ούρα (περίπου 36% της χορηγούμενης δόσης).
Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα
Σε υγιείς εθελοντές η φαρμακοκινητική της ταδαλαφίλης είναι γραμμικά ανάλογη με
το χρόνο και τη χορηγούμενη δόση. Σε δοσολογικό εύρος των 2,5 έως 20 mg, η
έκθεση (AUC) αυξάνει γραμμικά ανάλογα με τη δόση. Οι συγκεντρώσεις της
σταθερής κατάστασης (steady-state) επιτυγχάνονται εντός 5 ημερών με τη χορήγηση
της συνιστώμενης ημερήσιας δόσης.
Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες όπως διαπιστώθηκαν στον πληθυσμό των ασθενών
με στυτική δυσλειτουργία είναι παρόμοιες με τις αντίστοιχες φαρμακοκινητικές
ιδιότητες σε εθελοντές χωρίς στυτική δυσλειτουργία.
Ειδικές ομάδες ασθενών
Ηλικιωμένοι
13
Υγιείς ηλικιωμένοι εθελοντές (65 ετών ή άνω) εμφάνισαν μειωμένη κάθαρση της από
του στόματος χορηγούμενης ταδαλαφίλης, με αποτέλεσμα την εμφάνιση κατά 25 %
υψηλότερης έκθεσης (AUC) σε σύγκριση με νεότερους υγιείς εθελοντές ηλικίας 19
έως 45 ετών. Αυτή η επίδραση, της ηλικίας του ασθενούς, δεν είναι κλινικά
σημαντική και δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
Νεφρική ανεπάρκεια
Σε κλινικές φαρμακολογικές μελέτες, μετά τη χορήγηση μίας δόσης ταδαλαφίλης (5
έως 20 mg), η έκθεση (AUC) της ταδαλαφίλης περίπου διπλασιάσθηκε, σε ασθενείς
με ήπια (κάθαρση κρεατινίνης 51 έως 80 ml/min) ή μέτρια (κάθαρση κρεατινίνης 31
έως 50 ml/min) νεφρική δυσλειτουργία, καθώς και σε ασθενείς με νεφρική
ανεπάρκεια τελικού σταδίου που υφίστανται αιμοκάθαρση. Σε ασθενείς που
υφίστανται αιμοκάθαρση, η C
max
ήταν αυξημένη κατά 41% σε σύγκριση με υγιείς
εθελοντές. Η αιμοδιάλυση συνεισφέρει αμελητέα στην αποβολή της ταδαλαφίλης.
Ηπατική ανεπάρκεια
Η έκθεση (AUC) της ταδαλαφίλης σε εθελοντές με ήπια και μέτρια ηπατική
δυσλειτουργία (Κατηγορίας Α και Β κατά Child-Pugh) είναι συγκρίσιμη με την
αντίστοιχη έκθεση σε υγιείς εθελοντές, μετά τη χορήγηση δόσης των 10 mg.
Περιορισμένα κλινικά δεδομένα είναι διαθέσιμα σχετικά με την ασφάλεια του
Exerdya σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια (κατηγορίας C κατά Child-
Pugh). Εάν συνταγογραφηθεί ταδαλαφίλη, απαιτείται εξατομικευμένη προσεκτική
εκτίμηση του αναμενόμενου οφέλους έναντι του κινδύνου, από το θεράποντα ιατρό.
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για χορήγηση υψηλότερη των 10 mg ταδαλαφίλης
σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία σχετικά με
τη χορήγηση της ταδαλαφίλης για καθημερινή χρήση σε ασθενείς με ηπατική
δυσλειτουργία. Αν συνταγογραφηθεί ταδαλαφίλη για καθημερινή χρήση, απαιτείται
εξατομικευμένη προσεκτική εκτίμηση του αναμενόμενου οφέλους έναντι του
κινδύνου, από το θεράποντα ιατρό.
Ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη
Η έκθεση (AUC) της ταδαλαφίλης σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη ήταν περίπου
19% μικρότερη από τις AUC-μετρήσεις σε υγιείς εθελοντές. Οι διαφορές αυτές στην
έκθεση δεν απαιτούν την προσαρμογή της δόσης στους ασθενείς αυτούς.
5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια
Δεδομένα μη-κλινικών μελετών δεν έδειξαν ευρήματα ότι είναι επιβλαβές για τον
άνθρωπο με βάση τις συνήθεις φαρμακολογικές μελέτες ασφάλειας, τοξικότητα από
επαναλαμβανόμενη δόση, γoνοτοξικότητας, καρκινογένεσης και τοξικότητας επί της
αναπαραγωγής.
Δεν παρουσιάσθηκαν ευρήματα τερατογένεσης ή εμβρυοτοξικότητας, σε αρουραίους
ή ποντίκια στα οποία χορηγήθηκαν δόσεις ταδαλαφίλης έως 1.000 mg/kg/ημερησίως.
Σε μία προγεννητική και μεταγεννητική αναπτυξιακή μελέτη σε αρουραίους, δεν
παρατηρήθηκαν επιδράσεις με χορηγούμενη δόση των 30 mg/kg/ημερησίως. Σε
έγκυες-αρουραίους η έκθεση (AUC) για μετρούμενο ελεύθερο φάρμακο ήταν περίπου
18 φορές ανώτερη της έκθεσης (AUC) στον άνθρωπο με τη χορηγούμενη δόση των 20
mg.
Δεν παρατηρήθηκε επιβάρυνση στην αναπαραγωγική ικανότητα των αρρένων και
των θηλέων αρουραίων. Σε κύνες όπου χορηγήθηκε ταδαλαφίλη για 6 έως 12 μήνες
σε δόσεις των 25 mg/kg/ημερησίως (με αποτέλεσμα την τουλάχιστον κατά 3 φορές
ανώτερη έκθεση (εύρους 3,7-18,6) από την ανθρώπινη έκθεση με τη χορήγηση μίας
δόσης των 20 mg) και άνω, σε ορισμένους από αυτούς παρατηρήθηκε μεταβολή στο
επιθήλιο των σπερματικών σωληναρίων με αποτέλεσμα μειωμένη σπερματογένεση
(βλέπε επίσης παράγραφο 5.1).
6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
14
6.1 Κατάλογος εκδόχων
Πυρήνας δισκίου :
μονοϋδρική λακτόζη
μικροκρυσταλλική κυτταρίνη
ποβιδόνη 25
νατριούχος κροσκαρμελλόζη
στεατικό μαγνήσιο
λαουρυλοθειικό νάτριο
Επικάλυψη δισκίου :
Opadry κίτρινο ΟY-32823
υπρομελλόζη 6 cp
διοξείδιο του τιτανίου (E171)
πολυαιθυλενογλυκόλη 400
οξείδιο σιδήρου κίτρινο (E172)
οξείδιο σιδήρου κόκκινο (E172)
6.2 Ασυμβατότητες
Δεν εφαρμόζεται.
6.3 Διάρκεια ζωής
3 χρόνια
6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος
Το φαρμακευτικό προϊόν αυτό δεν απαιτεί ιδιαίτερες συνθήκες φύλαξης.
6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη
Κυψέλη PVC/PVdC /Al ή κυψέλη OPA/AL/PVC /Al. Κουτί
Μέγεθος συσκευασίας: 2, 4, 8, 10, 12, 20, 30, 50 και 100 επικαλυμμένα με λεπτό
υμένιο δισκία.
Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.
6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός
Καμία ειδική υποχρέωση.
7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
Pharmaswiss Česká republika s.r.o.
Jankovcova 1569/2c
170 00 Praha 7
Czech Republic
8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
5 MG: 10271/09.02.2015
10 MG: 10272/09.02.2015
20 MG: 10273/09.02.2015
15
9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ
09.02.2015
10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ
16