(μέγιστη μέση μείωση 0,2/4,6 mm Hg, αντίστοιχα) και δεν είχε σημαντικές
επιδράσεις στο καρδιακό ρυθμό.
Σε μία μελέτη, όπου εξετάσθηκαν οι επιδράσεις της ταδαλαφίλης στην όραση με
χρήση της δοκιμασίας Farnsworth-Munsell 100-hue test, δεν παρατηρήθηκαν
διαταραχές στην αντίληψη των χρωμάτων (μπλε/πράσινο). Τα ευρήματα αυτά είναι
σύμφωνα με τη χαμηλή εκλεκτικότητα της ταδαλαφίλης προς τη PDE6 σε σχέση με
την εκλεκτικότητα προς τη PDE5. Σε όλες τις κλινικές μελέτες, οι αναφορές
μεταβολών στην αντίληψη των χρωμάτων ήταν σπάνιες (< 0,1%). Τρείς κλινικές
μελέτες πραγματοποιήθηκαν με άνδρες για την εκτίμηση των ενδεχόμενων
επιδράσεων του Exerdya στη σπερματογένεση και χορηγήθηκαν Exerdya 10 mg (σε
μία μελέτη 6 μηνών) και 20 mg (σε μία μελέτη 6 μηνών και σε μία μελέτη 9 μηνών)
ημερησίως. Σε δύο από αυτές τις μελέτες παρατηρήθηκαν μειώσεις στον αριθμό των
σπερματοζωαρίων και στη συγκέντρωση του σπέρματος σχετιζόμενες με την αγωγή
της ταδαλαφίλης, με απίθανη κλινική σημασία. Τα συμβάματα αυτά δεν
συνοδεύτηκαν με μεταβολές σε άλλες παραμέτρους όπως η κινητικότητα, η
μορφολογία και η FSH.
Η ταδαλαφίλη σε δόσεις των 2 έως 100 mg έχει αξιολογηθεί σε 16 κλινικές μελέτες
με 3.250 ασθενείς, περιλαμβανομένων ασθενών με στυτική δυσλειτουργία ποικίλης
σοβαρότητας (ήπια, μέτρια, σοβαρή), αιτιολογίας, ηλικιών (εύρος 21-86 ετών), και
εθνικοτήτων. Οι περισσότεροι ασθενείς ανέφεραν στυτική δυσλειτουργία διάρκειας
τουλάχιστον 1 έτους. Στις πρωταρχικές μελέτες αποτελεσματικότητας γενικών
πληθυσμών, το 81% των ασθενών ανέφερε ότι η ταδαλαφίλη βελτίωσε τις στύσεις
τους σε σύγκριση με 35% για το εικονικό φάρμακο. Επίσης, ασθενείς με στυτική
δυσλειτουργία όλων των κατηγοριών σοβαρότητας ανέφεραν βελτιωμένες στύσεις
κατά τη διάρκεια λήψης της ταδαλαφίλης (86%, 83%, και 72% για ήπια, μέτρια, και
σοβαρή, αντιστοίχως, σε σύγκριση με 45%, 42%, και 19% με εικονικό φάρμακο). Στις
πρωταρχικές μελέτες αποτελεσματικότητας, το 75% των προσπαθειών συνουσίας
ήταν επιτυχείς στους ασθενείς που ελάμβαναν ταδαλαφίλη σε σύγκριση με 32% για
το εικονικό φάρμακο.
Η ταδαλαφίλη, σε δόσεις 2,5, 5, και 10 mg, που λαμβάνεται μια φορά ημερησίως,
μελετήθηκε αρχικά σε 3 κλινικές μελέτες όπου συμμετείχαν 853 ασθενείς, διάφορων
ηλικιών (εύρους 21-82 ετών) και εθνικοτήτων, με στυτική δυσλειτουργία ποικίλης
βαρύτητας (ήπιας, μέτριας, σοβαρής μορφής) και αιτιολογίας. Στις δύο μελέτες
πρωταρχικής αποτελεσματικότητας σε γενικό πληθυσμό, ο μέσος όρος των κατ’
άτομο επιτυχημένων σεξουαλικών επαφών ήταν 57% και 67% σε ασθενείς που
έλαβαν ταδαλαφίλη 5 mg και 50% σε ασθενείς που έλαβαν Exerdya 2,5 mg
συγκριτικά με ποσοστό 31% και 37% των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο
(placebo). Στη μελέτη ασθενών με στυτική δυσλειτουργία οφειλόμενη σε σακχαρώδη
διαβήτη ο μέσος όρος των κατ’ άτομο επιτυχημένων σεξουαλικών επαφών ήταν 41%
και 46% σε ασθενείς που έλαβαν ταδαλαφίλη 5mg και ταδαλαφίλη 2,5mg,
αντιστοίχως, συγκριτικά με το 28% των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο
(placebo). Οι περισσότεροι ασθενείς στις 3 αυτές μελέτες είχαν ανταποκριθεί σε
προηγούμενη κατ’ επίκληση αγωγή με αναστολείς PDE5. Σε μία μετέπειτα μελέτη,
217 ασθενείς που δεν είχαν προηγουμένως λάβει θεραπεία με αναστολείς PDE5
τυχαιοποιήθηκαν σε ταδαλαφίλη 5 mg μία φορά την ημέρα έναντι του εικονικού
φαρμάκου. Κατά άτομο, ο μέσος όρος των επιτυχημένων σεξουαλικών επαφών ήταν
68% για αυτούς που έλαβαν ταδαλαφίλη σε σύγκριση με το 52% αυτών που έλαβαν
εικονικό φάρμακο.
Σε μια μελέτη 12 εβδομάδων που διεξήχθη σε 186 ασθενείς (142 εκ των οποίων
έλαβαν ταδαλαφίλη και 44 έλαβαν εικονικό φάρμακο) με δευτεροπαθή στυτική
δυσλειτουργία οφειλόμενη σε τραυματισμό του νωτιαίου μυελού, η χορήγηση της
ταδαλαφίλης βελτίωσε σημαντικά τη στυτική λειτουργία και οδήγησε σε ένα μέσο
όρο επιτυχών προσπαθειών ανά-ασθενή, 48% σε εκείνους που έλαβαν 10 ή 20 mg
ταδαλαφίλης (ευελιξία στο δοσολογικό σχήμα κατά επίκληση) σε σύγκριση με 17%
σε εκείνους που έλαβαν εικονικό φάρμακο.
12