Η μελέτη CURE συμπεριέλαβε 12.562 ασθενείς με οξύ στεφανιαίο σύνδρομο
χωρίς ανάσπαση του διαστήματος ST (ασταθή στηθάγχη ή έμφραγμα του
μυοκαρδίου χωρίς κύμα Q), που προσήλθαν μέσα σε 24 ώρες μετά την
εμφάνιση του πιο πρόσφατου επεισοδίου θωρακικού άλγους ή
συμπτωμάτων συμβατών με ισχαιμία. Οι ασθενείς απαιτήθηκε να έχουν
είτε ηλεκτροκαρδιογραφικές μεταβολές συμβατές με νέα ισχαιμία ή αύξηση
των καρδιακών ενζύμων ή τροπονίνης Ι ή Τ τουλάχιστον δύο φορές πάνω
από το ανώτατο φυσιολογικό όριο. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε
κλοπιδογρέλη (300 mg δόση φόρτισης ακολουθούμενη από 75
mg/ημερησίως, N=6.259) ή εικονικό φάρμακο (N=6.303), και τα δύο
χορηγήθηκαν σε συνδυασμό με ΑΣΟ (75-325 mg εφάπαξ ημερησίως) και
άλλες καθιερωμένες αγωγές. Οι ασθενείς ήταν υπό αγωγή μέχρι και ένα
χρόνο. Στη μελέτη CURE, σε 823 (6,6%) ασθενείς συγχορηγήθηκαν
ανταγωνιστές των υποδοχέων γλυκοπρωτεΐνης IIb/IIIa. Ηπαρίνες
χορηγήθηκαν σε περισσότερο από το 90% των ασθενών και ο σχετικός
ρυθμός αιμορραγίας μεταξύ κλοπιδογρέλης και εικονικού φαρμάκου δεν
επηρεάστηκε σημαντικά από τη συγχορήγηση ηπαρίνης.
Ο αριθμός των ασθενών που αξιολογήθηκαν ως προς το πρωτεύον
καταληκτικό σημείο [θάνατος καρδιαγγειακής αιτιολογίας, έμφραγμα του
μυοκαρδίου (ΜΙ), ή αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο] ήταν 582 (9,3%) στην
ομάδα της κλοπιδογρέλης και 719 (11,4%) στην ομάδα του εικονικού
φαρμάκου, με 20% μείωση του σχετικού κινδύνου (95% CI 10%-28%,
p=0,00009) για την ομάδα της κλοπιδογρέλης (17% σχετική μείωση του
κινδύνου όταν οι ασθενείς ήταν υπό συντηρητική αγωγή, 29% όταν είχαν
υποβληθεί σε επέμβαση διαδερμικής διαυλικής αγγειοπλαστικής
στεφανιαίων (PTCA) με ή χωρίς τοποθέτηση ενδοπρόθεσης (stent) στα
στεφανιαία και 10% όταν είχαν υποβληθεί σε επέμβαση αορτοστεφανιαίας
παράκαμψης (CABG)). Προλήφθηκαν νέα καρδιαγγειακά επεισόδια
(πρωτεύον τελικό σημείο αξιολόγησης), με σχετικές μειώσεις του κινδύνου
της τάξεως του 22% (CI: 8,6, 33,4), 32% (CI: 12,8, 46,4), 4% (CI: -26,9,
26,7), 6% (CI: -33,5, 34,3) και 14% (CI: -31,6, 44,2), κατά τη διάρκεια των
διαστημάτων της μελέτης 0-1, 1-3, 3-6, 6-9 και 9-12 μήνες, αντίστοιχα.
Συνεπώς, μετά τους 3 μήνες αγωγής, το όφελος που παρατηρήθηκε στην
ομάδα κλοπιδογρέλης + ΑΣΟ δεν αυξήθηκε περαιτέρω ενώ ο κίνδυνος
αιμορραγίας παρέμεινε (βλ. παράγραφο 4.4).
Η χρήση της κλοπιδογρέλης στην CURE συσχετίστηκε με μείωση της
ανάγκης για θρομβολυτική αγωγή (RRR= 43,3%, CI: 24,3%, 57%) και
αναστολείς υποδοχέων γλυκοπρωτεΐνης IIb/IIIa (RRR=18,2%, CI: 6,5%,
28,3%).
Ο αριθμός των ασθενών που αξιολογήθηκαν ως προς το σύνθετο πρωτεύον
καταληκτικό σημείο [θάνατος καρδιαγγειακής αιτιολογίας, έμφραγμα του
μυοκαρδίου (ΜΙ), αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο ή ανθεκτική ισχαιμία]
ήταν 1.035 (16,5%) στην ομάδα της κλοπιδογρέλης και 1.187 (18,8%) στην
ομάδα του εικονικού φαρμάκου, με 14% μείωση του σχετικού κινδύνου
(95% CI 6%-21%, p=0,0005) για την ομάδα της κλοπιδογρέλης. Αυτό το
όφελος προκύπτει κυρίως από τη στατιστικώς σημαντική μείωση της
συχνότητας εμφάνισης του εμφράγματος του μυοκαρδίου [287 (4,6%) στην
ομάδα της κλοπιδογρέλης και 363 (5,8%) στην ομάδα του εικονικού
φαρμάκου]. Δεν παρατηρήθηκε επίδραση στη συχνότητα επανεισαγωγής σε
νοσοκομείο για ασταθή στηθάγχη.
Τα αποτελέσματα όπως εκτιμήθηκαν σε πληθυσμούς με διαφορετικά
χαρακτηριστικά (π.χ. ασταθή στηθάγχη ή έμφραγμα του μυοκαρδίου χωρίς
κύμα Q, χαμηλό έως υψηλό κίνδυνο, ύπαρξη διαβήτη, ανάγκη επέμβασης