Ασθενείς με Στεφανιαία Νόσο και με Ιστορικό Επεισοδίου Οξέος Στεφανιαίου
Συνδρόμου (ΟΣΣ)
Στη μελέτη IMPROVE-IT (βλέπε παράγραφο 5.1), όπου συμμετείχαν
18.144 ασθενείς που έλαβαν είτε εζετιμίμπη/σιμβαστατίνη 10/40 mg (n=9.067,
από τους οποίους στο 6 % έγινε τιτλοποίηση προς τα πάνω σε
εζετιμίμπη/σιμβαστατίνη 10/80 mg), είτε σιμβαστατίνη 40 mg (n=9.077, από
τους οποίους στο 27 % έγινε τιτλοποίηση προς τα πάνω σε σιμβαστατίνη
80 mg), τα προφίλ ασφάλειας ήταν παρόμοια κατά τη διάμεση περίοδο
παρακολούθησης των 6,0 χρόνων. Τα ποσοστά διακοπής θεραπείας λόγω
ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν 10,6 % σε ασθενείς που έλαβαν
εζετιμίμπη/σιμβαστατίνη και 10,1 % σε ασθενείς που έλαβαν σιμβαστατίνη. Η
συχνότητα εμφάνισης μυοπάθειας ήταν 0,2 % για την εζετιμίμπη/σιμβαστατίνη
και 0,1 % για τη σιμβαστατίνη, όπου η μυοπάθεια ορίστηκε ως ανεξήγητη μυϊκή
αδυναμία ή άλγος με τιμές της κρεατινικής κινάσης (CK) στον ορό ≥10 φορές
του ανώτερου φυσιολογικού ορίου (ULN) ή με δύο διαδοχικές μετρήσεις της
CK≥5 και <10 φορές ULN. Η συχνότητα εμφάνισης ραβδομυόλυσης ήταν 0,1 %
για την εζετιμίμπη/σιμβαστατίνη και 0,2 % για τη σιμβαστατίνη, όπου η
ραβδομυόλυση ορίστηκε ως ανεξήγητη μυϊκή αδυναμία ή άλγος με τιμές της
κρεατινικής κινάσης (CK) στον ορό ≥10 φορές ULN με ένδειξη νεφρικής βλάβης,
με τιμές CK ≥5 φορές ULN και <10 φορές ULN σε δύο διαδοχικές μετρήσεις με
ένδειξη νεφρικής βλάβης ή με τιμές CK≥10.000 IU/l χωρίς ένδειξη νεφρικής
βλάβης. Η συχνότητα εμφάνισης διαδοχικών αυξήσεων των τρανσαμινασών
(≥3 Χ ULN) ήταν 2,5 % για την εζετιμίμπη/σιμβαστατίνη και 2,3 % για τη
σιμβαστατίνη (βλέπε παράγραφο 4.4.). Ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με
τη χοληδόχο κύστη αναφέρθηκαν στο 3,1 % έναντι του 3,5 % των ασθενών που
ορίστηκε να λάβουν εζετιμίμπη/σιμβαστατίνη και σιμβαστατίνη αντίστοιχα. Η
συχνότητα εισαγωγής σε νοσοκομείο λόγω χολοκυστεκτομής ήταν 1,5 % και
στις δύο θεραπευτικές ομάδες. Καρκίνος (που ορίστηκε ως οποιαδήποτε νέα
κακοήθεια) διαγνώστηκε κατά τη διάρκεια της δοκιμής στο 9,4 % έναντι του
9,5 % αντίστοιχα.
Ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο
Στη Μελέτη της Καρδιακής και Νεφρικής Προστασίας (Study of Heart and Renal
Protection, SHARP) (βλέπε παράγραφο 5.1), όπου συμμετείχαν περισσότεροι από
9000 ασθενείς οι οποίοι έλαβαν σταθερή δόση συνδυασμού 10 mg εζετιμίμπης
με σιμβαστατίνη 20 mg ημερησίως ( n = 4650 ) ή εικονικό φάρμακο (n = 4620),
τα προφίλ ασφάλειας ήταν συγκρίσιμα κατά τη διάμεση περίοδο
παρακολούθησης των 4,9 χρόνων. Σε αυτή τη δοκιμή, καταγράφηκαν μόνο
σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες και διακοπή θεραπείας λόγω οποιασδήποτε
ανεπιθύμητης ενέργειας. Οι ρυθμοί διακοπής θεραπείας λόγω ανεπιθύμητων
ενεργειών ήταν συγκρίσιμοι (10,4 % στους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με
εζετιμίμπη σε συνδυασμό με σιμβαστατίνη, 9,8 % στους ασθενείς που έλαβαν
εικονικό φάρμακο). Η συχνότητα εμφάνισης μυοπάθειας /ραβδομυόλυσης ήταν
0,2 % σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με εζετιμίμπη σε συνδυασμό με
σιμβαστατίνη και 0,1 % σε ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο. Διαδοχικές
αυξήσεις των τρανσαμινασών ( > 3Χ ULN) εμφανίστηκαν στο 0,7 % των
ασθενών που έλαβαν θεραπεία με εζετιμίμπη σε συνδυασμό με σιμβαστατίνη σε
σύγκριση με το 0,6 % των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο (βλέπε
παράγραφο 4.4). Σε αυτή τη δοκιμή, δεν υπήρξαν στατιστικά σημαντικές
αυξήσεις στη συχνότητα των προκαθορισμένων ανεπιθύμητων ενεργειών,
συμπεριλαμβανομένου του καρκίνου (9,4 % για την εζετιμίμπη σε συνδυασμό
με σιμβαστατίνη, 9,5 % για το εικονικό φάρμακο), ηπατίτιδα, χολοκυστεκτομή
ή επιπλοκές χολόλιθων ή παγκρεατίτιδα.
13