ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΙΟΝΤΟΣ (SPC)
1
1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
ESPOZA 5 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία.
ESPOZA 10 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία.
ESPOZA 15 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία.
ESPOZA 20 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία.
2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
ESPOZA 5 mg: κάθε δισκίο περιέχει 5 mg escitalopram (ως οξαλικό άλας).
ESPOZA 10 mg: κάθε δισκίο περιέχει 5 mg escitalopram (ως οξαλικό άλας).
ESPOZA 15 mg: κάθε δισκίο περιέχει 5 mg escitalopram (ως οξαλικό άλας).
ESPOZA 20 mg: κάθε δισκίο περιέχει 5 mg escitalopram (ως οξαλικό άλας).
Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.
3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ
Επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο.
ESPOZA 5 mg: Λευκά έως υπόλευκα, ωοειδή, αμφίκυρτα, επικαλυμμένα με
λεπτό υμένιο δισκία με την απεικόνιση «E 1» στη μία πλευρά και απλά
στην άλλη πλευρά.
ESPOZA 10 mg: Λευκά έως υπόλευκα, ωοειδή, αμφίκυρτα, επικαλυμμένα
με λεπτό υμένιο δισκία με την απεικόνιση «E 2» στη μία πλευρά και
διαχωριστική γραμμή στην άλλη πλευρά.
ESPOZA 15 mg: Λευκά έως υπόλευκα, ωοειδή, αμφίκυρτα, επικαλυμμένα
με λεπτό υμένιο δισκία με την απεικόνιση «E 3» στη μία πλευρά και
διαχωριστική γραμμή στην άλλη πλευρά.
ESPOZA 20 mg: Λευκά έως υπόλευκα, ωοειδή, αμφίκυρτα, επικαλυμμένα
με λεπτό υμένιο δισκία με την απεικόνιση «E 4» στη μία πλευρά και
διαχωριστική γραμμή στην άλλη πλευρά.
Τα δισκία των 10, 15 και 20 mg δύναται να διαιρεθούν σε 2 ίσα μέρη.
4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις
Θεραπεία του μείζονος καταθλιπτικού επεισοδίου.
Θεραπεία της διαταραχής πανικού με ή χωρίς αγοραφοβία
Θεραπεία της κοινωνικής αγχώδους διαταραχής (κοινωνική φοβία)
Θεραπεία της γενικευμένης αγχώδους διαταραχής.
Θεραπεία της ιδεοψυχαναγκαστικής διαταραχής.
4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης
Η ασφάλεια της ημερήσιας δόσης άνω των 20 mg δεν έχει αποδειχθεί.
Το ESPOZA χορηγείται άπαξ ημερησίως και μπορεί να λαμβάνεται με ή
χωρίς τροφή.
2
Μείζον καταθλιπτικό επεισόδιο
Η συνήθης δόση είναι 10 mg άπαξ ημερησίως. Ανάλογα με την απόκριση
του ασθενούς, η δόση μπορεί να αυξηθεί έως τη μέγιστη δόση των 20 mg
ημερησίως.
Συνήθως απαιτούνται 2-4 εβδομάδες για την επίτευξη αντικαταθλιπτικού
αποτελέσματος. Αφού υποχωρήσουν τα συμπτώματα, απαιτείται μία
περίοδος θεραπείας διάρκειας τουλάχιστον 6 μηνών για την
σταθεροποίηση της απόκρισης.
Διαταραχή πανικού με ή χωρίς αγοραφοβία
Συνιστάται αρχική δόση των 5 mg κατά την πρώτη εβδομάδα πριν την
αύξηση της δόσης στα 10 mg ημερησίως. Η δόση μπορεί να αυξηθεί
περαιτέρω, μέχρι τη μέγιστη δόση των 20 mg ημερησίως, ανάλογα με την
κλινική απόκριση του ασθενή.
Η μέγιστη αποτελεσματικότητα επιτυγχάνεται περίπου μετά από 3 μήνες.
Η θεραπεία διαρκεί αρκετούς μήνες.
Διαταραχή κοινωνικού άγχους
Η συνήθης δοσολογία είναι 10 mg άπαξ ημερησίως. Συνήθως απαιτούνται
2-4 εβδομάδες για να υποχωρήσουν τα συμπτώματα. Η δόση μπορεί στη
συνέχεια να μειωθεί στα 5 mg ή να αυξηθεί στη μέγιστη δόση των 20 mg
ημερησίως, ανάλογα με την εξατομικευμένη απόκριση του ασθενή.
Η διαταραχή κοινωνικού άγχους είναι μια χρόνια νόσος για την
σταθεροποίηση της οποίας συνιστάται θεραπεία 12 εβδομάδων. Η
μακροχρόνια θεραπεία ασθενών που αποκρίθηκαν στην θεραπεία έχει
μελετηθεί ως 6 μήνες και η χρήση της για πρόληψη υποτροπών μπορεί να
εξετάζεται σε εξατομικευμένη βάση. Τα οφέλη της θεραπείας πρέπει να
επανεκτιμούνται σε τακτά χρονικά διαστήματα.
Η διαταραχή κοινωνικού άγχους είναι μια καλώς ορισμένη διαγνωστική
ορολογία μιας συγκεκριμένης διαταραχής, η οποία δεν πρέπει να
συγχέεται με υπερβολική υπέρμετρη) ντροπαλότητα. Φαρμακευτική
θεραπεία υποδεικνύεται μόνον εάν η διαταραχή επιδρά αρνητικά στις
επαγγελματικές και κοινωνικές δραστηριότητες.
Η θέση αυτής της θεραπείας συγκριτικά με τη γνωσιακή συμπεριφορική
θεραπεία δεν έχει αξιολογηθεί. Η θεραπεία με φάρμακα είναι μέρος μιας
ολοκληρωμένης θεραπευτικής στρατηγικής.
Γενικευμένη αγχώδης διαταραχή
Η δόση έναρξης είναι 10 mg ημερησίως. Ανάλογα με την απόκριση κάθε
ασθενούς, η δόση μπορεί να αυξηθεί έως τη μέγιστη δόση των 20 mg
ημερησίως.
Η μακροχρόνια θεραπεία ασθενών που αποκρίθηκαν στην θεραπεία έχει
μελετηθεί επί 6 μήνες, τουλάχιστον, σε ασθενείς που λάμβαναν 20 mg
3
ημερησίως. Τα οφέλη της θεραπείας καθώς και η δοσολογία θα πρέπει να
επανεκτιμώνται σε τακτά χρονικά διαστήματα (βλέπε παράγραφο 5.1)
4
Ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή (OCD)
Η αρχική δόση είναι 10 mg άπαξ ημερησίως. Ανάλογα με την απόκριση
του ασθενούς η δόση μπορεί να αυξηθεί έως τα 20 mg ημερησίως.
Δεδομένου ότι, η ΟCD είναι μια χρόνια πάθηση, οι ασθενείς πρέπει να
λαμβάνουν θεραπεία για αρκετό χρονικό διάστημα, έτσι ώστε να
διασφαλίζεται ότι είναι πλέον ελεύθεροι συμπτωμάτων.
Τα οφέλη της θεραπείας και η δοσολογία πρέπει να επανεκτιμώνται σε
τακτά χρονικά διαστήματα (βλέπε παράγραφο 5.1).
Ηλικιωμένοι ασθενείς (> 65 ετών)
Η δοσολογία έναρξης είναι 5 mg ημερησίως. Ανάλογα με την
ανταπόκριση του εκάστοτε ασθενούς, η δοσολογία μπορεί να αυξηθεί στα
10 mg ημερησίως. (βλέπε παράγραφο 5.2). Η αποτελεσματικότητα του
Espoza στην διαταραχή κοινωνικού άγχους δεν έχει ερευνηθεί στον
πληθυσμό αυτό.
Παιδιά και έφηβοι (< 18 ετών)
Δεν συνιστάται, η χρήση του φαρμάκου καθώς δεν έχει ερευνηθεί η
ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα στον πληθυσμό αυτό (βλέπε
παράγραφο 4.4 ).
Μειωμένη νεφρική λειτουργία
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια ή μέτρια
νεφρική ανεπάρκεια. Συνιστάται προσοχή σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική
ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης < 30 ml/min.) (βλέπε παράγραφο 5.2).
Μειωμένη ηπατική λειτουργία
Συνιστάται αρχική δόση 5 mg για τις πρώτες δύο εβδομάδες της
θεραπείας σε ασθενείς με ήπια ή μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Η δόση
μπορεί να αυξηθεί μέχρι τα 10 mg, ανάλογα με την κλινική απόκριση του
ασθενή. Πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή σε ασθενείς με σημαντική
μείωση της ηπατικής λειτουργίας (βλέπε παράγραφο 5.2).
Ασθενείς με χαμηλή λειτουργικότητα του CYP2C19
Για τους ασθενείς που είναι γνωστό ότι έχουν χαμηλή λειτουργικότητα
του CYP2C19,
συνιστάται μια αρχική δόση 5 mg ημερησίως κατά τη διάρκεια των δυο
πρώτων
εβδομάδων της θεραπείας. Ανάλογα με την απόκριση του ασθενή, η δόση
μπορεί να
αυξηθεί έως τα 10 mg (βλέπε παράγραφο 5.2).
Συμπτώματα απόσυρσης που παρατηρούνται όταν διακόπτεται η
θεραπεία
5
Η απότομη διακοπή θα πρέπει να αποφεύγεται. Όταν πρόκειται να
τερματιστεί η θεραπεία με escitalopram, η δόση θα πρέπει να
ελαττώνεται σταδιακά κατά τη διάρκεια τουλάχιστον μίας με δύο
εβδομάδων προκειμένου να μειωθεί ο κίνδυνος των ανεπιθύμητων
ενεργειών από την απόσυρση λέπε παράγραφο 4.4 και 4.8). Εάν
εμφανιστούν μη ανεκτά συμπτώματα μετά από μια ελάττωση της
δοσολογίας ή κατά τη διακοπή της θεραπείας, τότε θα πρέπει να
εξεταστεί το ενδεχόμενο επαναχορήγησης της προηγούμενης δοσολογίας.
Στη συνέχεια, ο γιατρός μπορεί να συνεχίσει τη μείωση της δοσολογίας,
αλλά με πιο αργό ρυθμό.
6
4.3 Αντενδείξεις
Υπερευαισθησία στην escitalopram ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα.
Ταυτόχρονη χορήγηση με μη εκλεκτικούς, μη αναστρέψιμους αναστολείς
της μονοαμινοξειδάσης (αναστολείς-ΜΑΟ) αντενδεύκνυται δεδομένου
του κινδύνου εμφάνισης σεροτονινεργικού συνδρόμου με ανησυχία,
τρόμο, υπερθερμία κτλ. (βλέπε παράγραφο 4.5).
Ο συνδιασμός της escitalopram με
αναστρέψιμους
αναστολείς της
μονοαμινοξειδάσης ΜΑΟ-Α (όπως η μοκλοβεμίδη) ή με τον
αναστρέψιμο
μη ειδικό
αναστολέα ΜΑΟ, τη λινεζολίδη, αντενδείκνυται δεδομένου του
κινδύνου εμφάνισης σεροτονινεργικού συνδρόμου (βλέπε παράγραφο
4.5).
Η escitalopram αντενδείκνυται σε ασθενείς με γνωστή παράταση του
διαστήματος QT ή συγγενές σύνδρομο μακρού QT.
Η escitalopram αντενδείκνυται σε συνδυασμό με φαρμακευτικά προϊόντα
που είναι γνωστό ότι προκαλούν παράταση του διαστήματος QT (βλ.
παράγραφο 4.5).
4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Οι ακόλουθες ιδιαίτερες προειδοποιήσεις και προφυλάξεις ισχύουν για
τη θεραπευτική κατηγορία των SSRIs ( Selective Serotonin Reuptake Inhibitors
/Εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης της σεροτονίνης).
Χορήγηση σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 18 ετών
Το Espoza δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για την θεραπεία παιδιών και
εφήβων κάτω των 18 ετών. Η εμφάνιση αυτοκτονικής συμπεριφοράς
(απόπειρες αυτοκτονίας και σκέψεις αυτοκτονίας), καθώς και η
εμφάνιση εχθρικής συμπεριφοράς (κυρίως επιθετικότητα, εναντιωτική
συμπεριφορά, θυμός) παρατηρήθηκαν με μεγαλύτερη συχνότητα σε
κλινικές δοκιμές με παιδιά και εφήβους που λάμβαναν αντικαταθλιπτικά
σε σύγκριση με εκείνους που λάμβαναν εικονικό φάρμακο. Εάν,
εντούτοις, αποφασιστεί να χορηγηθεί σχετική αγωγή, λόγω κλινικής
ανάγκης, ο ασθενής πρέπει να παρακολουθείται με προσοχή για την
πιθανότητα εμφάνισης αυτοκτονικών συμπτωμάτων. Επιπλέον, δεν
υπάρχουν μεγάλης διάρκειας στοιχεία ασφάλειας σε παιδιά και εφήβους,
όσον αφορά τη σωματική τους ανάπτυξη, την ωρίμανση, τη διανοητική
ανάπτυξη και την ανάπτυξη συμπεριφοράς.
Παράδοξο άγχος
Μερικοί ασθενείς με διαταραχή πανικού μπορεί να βιώσουν αυξημένα
συμπτώματα άγχους κατά την έναρξη θεραπείας με αντικαταθλιπτικά.
Αυτή η παράδοξη αντίδραση συνήθως υποχωρεί εντός δύο εβδομάδων αν
συνεχιστεί η θεραπεία. Συνιστάται μία χαμηλή δόση έναρξης για τη
μείωση της πιθανότητας εμφάνισης του παράδοξου άγχους (βλέπε
παράγραφο 4.2).
Επιληπτικές Κρίσεις
7
Η Escitalopram πρέπει να διακόπτεται εάν ο ασθενής εμφανίσει
επιληπτικές κρίσεις εξαρχής ή εάν υπάρχει αύξηση της συχνότητας
εμφάνισης των επιληπτικών κρίσεων (σε ασθενείς με προηγούμενη
διάγνωση επιληπτικών κρίσεων). Οι SSRIs θα πρέπει να αποφεύγονται σε
ασθενείς με ασταθή επιληψία και οι ασθενείς με ελεγχόμενη επιληψία
πρέπει να παρακολουθούνται στενά.
8
Μανία
Οι SSRIs πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς με
ιστορικό μανίας/υπομανίας. Η αγωγή με SSRIs πρέπει να διακόπτεται
εάν ο ασθενής εισέρχεται σε μανιακή φάση.
Διαβήτης
Σε ασθενείς με διαβήτη, η αγωγή με κάποιον SSRI μπορεί να
αποσταθεροποιήσει τον έλεγχο του σακχάρου (υπογλυκαιμία ή
υπεργλυκαιμία). Ενδέχεται να χρειαστεί προσαρμογή της δόσης της
ινσουλίνης ή/και των από του στόματος αντιδιαβητικών.
Αυτοκτονία/ Σκέψεις αυτοκτονίας ή κλινική επιδείνωση
Η κατάθλιψη σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο ιδεών αυτοκτονίας,
αυτοκαταστροφής και αυτοκτονίας (συμβάντα σχετιζόμενα με
αυτοκτονία). Ο κίνδυνος αυτός παραμένει έως ότου επέλθει σημαντική
πλήρης υποχώρηση των συμπτωμάτων. Δεδομένου ότι βελτίωση μπορεί
να συμβεί κατά την διάρκεια των πρώτων λίγων ή και περισσότερων
εβδομάδων της θεραπείας, οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται
στενά, έως ότου επισυμβεί ανάλογη βελτίωση. Αποτελεί γενική κλινική
εμπειρία ότι ο κίνδυνος αυτοκτονίας μπορεί να αυξηθεί στα πρώιμα
στάδια της ανάρρωσης.
Άλλες ψυχιατρικές καταστάσεις για τις οποίες συνταγογραφείται η
escitalopram μπορεί επίσης να σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο για
συμβάντα σχετιζόμενα με αυτοκτονία. Επιπρόσθετα, οι καταστάσεις
αυτές μπορεί να συνυπάρχουν με μείζονα κατάθλιψη. Οι ίδιες
προφυλάξεις που λαμβάνονται όταν αντιμετωπίζονται θεραπευτικά
ασθενείς με μείζονα καταθλιπτική διαταραχή θα πρέπει κατ' επέκταση
να λαμβάνονται όταν αντιμετωπίζονται ασθενείς με άλλες ψυχιατρικές
διαταραχές.
Ασθενείς με ιστορικό συμβάντων σχετιζόμενων με αυτοκτονία, ή εκείνοι
που εμφανίζουν σημαντικού βαθμού αυτοκτονικό ιδεασμό πριν από την
έναρξη της θεραπείας, είναι γνωστό ότι διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο
σκέψεων αυτοκτονίας ή απόπειρας αυτοκτονίας και θα πρέπει να
παρακολουθούνται στενά στη διάρκεια της θεραπείας. Μια μετα-
ανάλυση ελεγχόμενων με εικονικό φάρμακο κλινικών δοκιμών με
αντικαταθλιπτικά φάρμακα σε ενήλικες ασθενείς με ψυχιατρικές
διαταραχές έδειξε αυξημένο κίνδυνο αυτοκτονικής συμπεριφοράς με
αντικαταθλιπτικά σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο σε ασθενείς
ηλικίας κάτω των 25 ετών. Στενή παρακολούθηση των ασθενών και
ιδιαίτερα αυτών που διατρέχουν υψηλό κίνδυνο, θα πρέπει να
συνδυάζεται με τη φαρμακευτική αγωγή, ειδικά στην αρχή της θεραπείας
και μετά από αλλαγές στη δοσολογία.
Οι ασθενείς (και οι φροντιστές των ασθενών) πρέπει να είναι
ενημερωμένοι για την ανάγκη παρακολούθησης για οποιαδήποτε κλινική
επιδείνωση, αυτοκτονική συμπεριφορά ή σκέψεις και ασυνήθιστες
αλλαγές στη συμπεριφορά και να αναζητήσουν ιατρική βοήθεια αμέσως
εάν εμφανιστούν τα συμπτώματα αυτά.
9
Ακαθισία/ψυχοκινητική ανησυχία
Η χρήση των SSRIs/SNRIs έχει συσχετιστεί με την ανάπτυξη ακαθισίας,
που χαρακτηρίζεται από μια υποκειμενικά δυσάρεστη ή ενοχλητική
ανησυχία και ανάγκη για κίνηση που συχνά συνοδεύεται από αδυναμία
να καθίσει κανείς ή να παραμείνει ακίνητος. Αυτή είναι πιο πιθανό να
συμβεί κατά τη διάρκεια των πρώτων λίγων εβδομάδων της θεραπείας.
Στους ασθενείς που εμφανίζουν τα συμπτώματα αυτά, η αύξηση της
δοσολογίας μπορεί να είναι επιβλαβής.
10
Υπονατριαιμία
Υπονατριαιμία, πιθανώς λόγω της απρόσφορης έκκρισης αντιδιουρητικής
ορμόνης (SIADH), έχει σπάνια αναφερθεί κατά την χρήση των SSRIs. Η
διαταραχή αυτή υποχωρεί με την διακοπή της θεραπείας. Πρέπει να
δίνεται προσοχή στους ασθενείς που διατρέχουν κίνδυνο, όπως οι
ηλικιωμένοι, ή οι ασθενείς με κίρρωση του ήπατος, ή εάν
χρησιμοποιήθηκαν σε συνδυασμό με άλλα φάρμακα τα οποία μπορούν να
προκαλέσουν υπονατριαιμία.
Αιμορραγία
Υπήρξαν αναφορές αιμορραγιών στο δέρμα, όπως εκχυμώσεις και
πορφύρα, κατά την αγωγή με SSRIs. Ασθενείς σε αγωγή με SSRIs πρέπει
να παρακολουθούνται στενά ιδιαίτερα όταν λαμβάνουν ταυτόχρονα
φάρμακα τα οποία επηρεάζουν τη λειτουργία των αιμοπεταλίων (π.χ.
άτυπα αντιψυχωσικά και φαινοθειαζίνες, τα περισσότερα τρικυκλικά
αντικαταθλιπτικά, το ακετυλοσαλικυλικό οξύ και τα μη στεροειδή
αντιφλεγμονώδη φάρμακα (NSAIDs), τικλοπιδίνη και διπυριδαμόλη) ή
εμφανίζουν προδιάθεση για αιμορραγίες.
Ηλεκτροθεραπεία (ECT)
Υπάρχει περιορισμένη κλινική εμπειρία για την χορήγηση των SSRIs
ταυτόχρονα με ECT, συνεπώς συνιστάται προσοχή.
Σεροτονινεργικό Σύνδρομο
Συνιστάται προσοχή όταν συγχορηγείται escitalopram με φαρμακευτικά
προϊόντα που παρουσιάζουν σεροτονινεργική δράση όπως η
σουματριπτάνη ή άλλες τριπτάνες, τραμαδόλη, και τρυπτοφάνη.
Σε σπάνιες περιπτώσεις, η εμφάνιση σεροτονινεργικού συνδρόμου έχει
αναφερθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα SSRI και
σεροτονινεργικά φαρμακευτικά προϊόντα. Το σύνδρομο αυτό
χαρακτηρίζεται από συμπτώματα όπως ανησυχία, τρόμο, μυόκλονο,
υπερθερμία μπορεί να υποδεικνύουν αυτήν την κατάσταση. Εάν
εμφανιστούν τέτοια συμπτώματα η θεραπεία με τον SSRI και το
σεροτονινεργικό φαρμακευτικό προϊόν πρέπει να διακοπεί και να
ξεκινήσει άμεσα συμπτωματική αγωγή.
St John’s Wort (Hypericum Perforatum/ Υπερικό / Βαλσαμόχορτο
Η ταυτόχρονη χορήγηση φυτικών θεραπειών που περιέχουν St John’s
Wort (Hypericum Perforatum/Υπερικό / Βαλσαμόχορτο
)
με SSRIs μπορεί
να έχει ως αποτέλεσμα αύξηση στην εμφάνιση των ανεπιθύμητων
ενεργειών (βλέπε παράγραφο 4.5).
Συμπτώματα απόσυρσης που παρατηρούνται όταν διακόπτεται η
θεραπεία
Όταν η θεραπεία με αντικαταθλιπτικά διακόπτεται, συχνά εμφανίζονται
συμπτώματα απόσυρσης ειδικά όταν η διακοπή γίνεται απότομα (βλέπε
παράγραφο 4.8). Στις κλινικές μελέτες οι ανεπιθύμητες ενέργειες που
11
παρατηρήθηκαν κατά την διακοπή της θεραπείας εμφανίστηκαν σε
ποσοστό περίπου 25% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με
escitalopram και 15% των ασθενών που λάμβαναν εικονικό φάρμακο.
12
Ο κίνδυνος εμφάνισης των συμπτωμάτων απόσυρσης μπορεί να είναι
συνάρτηση πολλών παραγόντων συμπεριλαμβανομένων της διάρκειας
και της δοσολογίας της θεραπείας καθώς και του ρυθμού ελάττωσης της
δοσολογίας. Ζάλη, διαταραχές αισθητικότητας (συμπεριλαμβανομένων
των παραισθησιών και του αισθήματος ηλεκτρισμού), διαταραχές ύπνου
(συμπεριλαμβανομένης της αϋπνίας και των ζωηρών ονείρων), διέγερση
ή άγχος, ναυτία και/ή έμετος, τρόμος, σύγχυση, εφίδρωση, κεφαλαλγία,
διάρροια, αίσθημα παλμών, συναισθηματική αστάθεια, ευερεθιστότητα
και διαταραχές της όρασης είναι οι πιο συχνά αναφερόμενες
ανεπιθύμητες ενέργειες. Γενικά αυτά τα συμπτώματα είναι ήπια έως
μέτρια, ωστόσο, σε κάποιους ασθενείς μπορεί να είναι σοβαρά ως προς
την ένταση.
Αυτά συνήθως συμβαίνουν κατά τη διάρκεια των πρώτων ημερών της
διακοπής της θεραπείας, αλλά υπήρξαν πολύ σπάνιες περιπτώσεις
τέτοιων συμπτωμάτων σε ασθενείς οι οποίοι παρέλειψαν μια δόση.
Γενικά αυτά τα συμπτώματα είναι αυτο-περιοριζόμενα και συνήθως
υποχωρούν μέσα σε 2 εβδομάδες, μολονότι σε κάποια άτομα μπορεί να
επιμείνουν (2-3 μήνες ή περισσότερο). Για το λόγο αυτό συνιστάται η
escitalopram να μειώνεται σταδιακά όταν διακόπτεται η θεραπεία για
ένα διάστημα αρκετών εβδομάδων ή μηνών, ανάλογα με τις ανάγκες του
ασθενούς (βλέπε «Συμπτώματα απόσυρσης που παρατηρούνται όταν
διακόπτεται η θεραπεία», παράγραφο 4.2).
Στεφανιαία Νόσος
Συνιστάται προσοχή σε ασθενείς με στεφανιαία νόσο λόγω
περιορισμένης κλινικής εμπειρίας (βλέπε παράγραφο 5.3).
Παράταση του διαστήματος QT
Η escitalopram έχει βρεθεί ότι προκαλεί δοσοεξαρτώμενη παράταση του
διαστήματος QT. Έχουν αναφερθεί περιστατικά παράτασης του
διαστήματος QT και κοιλιακή αρρυθμία συμπεριλαμβανόμενης της
ριπιδοειδούς κοιλιακής ταχυκαρδίας (Torsade de pointes) κατά την
περίοδο μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου, κυρίως σε ασθενείς του
γυναικείου φύλου, με υποκαλιαιμία, ή με προϋπάρχουσα παράταση του
διαστήματος QT ή άλλες καρδιακές παθήσεις (βλ. παραγράφους 4.3, 4.5 ,
4.8, 4.9. και 5.1).
Προσοχή συνίσταται σε ασθενείς με σημαντική βραδυκαρδία, ή σε
ασθενείς με πρόσφατο οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου ή μη
αντιρροπούμενη καρδιακή ανεπάρκεια.
Ηλεκτρολυτικές διαταραχές όπως υποκαλιαιμία και υπομαγνησιαιμία
αυξάνουν τον κίνδυνο για κακοήθεις αρρυθμίες και πρέπει να
διορθώνονται πριν την έναρξη θεραπείας με escitalopram.
Εάν ασθενείς με σταθεροποιημένη καρδιακή νόσο λαμβάνουν αγωγή, θα
πρέπει να εξετάζεται η διεξαγωγή ενός ΗΚΓ πριν την έναρξη της
θεραπείας.
13
Αν εμφανιστούν σημεία καρδιακής αρρυθμίας κατά τη διάρκεια της
θεραπείας με escitalopram, η θεραπεία θα πρέπει να σταματήσει και ένα
ΗΚΓ θα πρέπει να εκτελείται.
14
Γλαύκωμα κλειστής γωνίας
Οι SSRIs συμπεριλαμβανομένης της escitalopram μπορεί να έχουν
επιπτώσεις στο μέγεθος της κόρης με αποτέλεσμα μυδρίαση. Αυτή η
μυδριατική επίδραση έχει τη δυνατότητα να μειώσει τη γωνία των
ματιών με αποτέλεσμα αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση και γλαύκωμα
κλειστής γωνίας, ιδιαίτερα σε ασθενείς με προδιάθεση. Η escitalopram θα
πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με γλαύκωμα
κλειστής γωνίας ή ιστορικό γλαυκώματος.
4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες
μορφές αλληλεπίδρασης
Φαρμακοδυναμικές αλληλεπιδράσεις
Συνδυασμοί που αντενδείκνυνται
Μη εκλεκτικοί αναστολείς ΜΑΟ
Περιπτώσεις σοβαρών αντιδράσεων έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που
ελάμβαναν αγωγή με έναν SSRI σε συνδυασμό με μη εκλεκτικό, μη
αναστρέψιμο αναστολέα της μονοαμινοξειδάσης (MAOI) και σε ασθενείς
που πρόσφατα είχαν διακόψει τη θεραπεία με έναν SSRI και είχαν
αρχίσει θεραπεία με έναν αναστολέα της MAO (βλέπε παράγραφο 4.3). Σε
μερικές περιπτώσεις ο ασθενής εμφάνισε σεροτονινεργικό σύνδρομο
(βλέπε παράγραφο 4.8).
Ο συνδυασμός escitalopram με μη εκλεκτικούς μη αναστρέψιμους
αναστολείς της ΜΑΟ αντενδείκνυται. Η αγωγή με escitalopram μπορεί
να ξεκινήσει 14 ημέρες μετά τη διακοπή της θεραπείας με μη
αναστρέψιμους αναστολείς της MAO. Πρέπει να περάσουν τουλάχιστον
7 ημέρες μετά τη διακοπή αγωγής με escitalopram πριν την έναρξη
αγωγής με μη εκλεκτικό μη αναστρέψιμο MAOΙ.
Αναστρέψιμος, εκλεκτικός αναστολέας ΜΑΟ-Α (μονοκλοβεμίδη)
Λόγω του κινδύνου εμφάνισης σεροτονινεργικού συνδρόμου, ο
συνδυασμός escitalopram με έναν αναστολέα ΜΑΟ-Α όπως η
μοκλοβεμίδη, αντενδείκνυται (βλέπε παράγραφο 4.3). Εάν ο συνδυασμός
είναι αναγκαίος, αυτός θα πρέπει να ξεκινήσει από την χαμηλότερη
συνιστώμενη δοσολογία και θα πρέπει να υπάρχει στενή κλινική
παρακολούθηση.
15
Αναστρέψιμος, μη εκλεκτικός αναστολέας ΜΑΟ-Β (λινεζολίδη)
Το αντιβιοτικό λινεζολίδη είναι ένας αναστρέψιμος, μη εκλεκτικός
αναστολέας ΜΑΟ και δεν θα πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς υπό
θεραπεία με escitalopram. Εάν ο συνδυασμός αποδειχθεί απαραίτητος,
θα πρέπει να χορηγείται στις ελάχιστες δόσεις και υπό στενή ιατρική
παρακολούθηση (βλέπε παράγραφο 4.3).
Μη αναστρέψιμος, εκλεκτικός αναστολέας ΜΑΟ (Selegiline)
Κατά τον συνδυασμό με selegiline (μη αναστρέψιμος αναστολέας ΜΑΟ-
Β) χρειάζεται προσοχή λόγω του κινδύνου εμφάνισης σεροτονινεργικού
συνδρόμου. Δόσεις selegiline μέχρι 10 mg ημερησίως έχουν συγχορηγηθεί
με ασφάλεια με ρακεμική escitalopram.
Παράταση του διαστήματος QT
Οι φαρμακοκινητικές και φαρμακοδυναμικές μελέτες της escitalopram σε
συνδυασμό με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που παρατείνουν το
διάστημα QT δεν έχουν πραγματοποιηθεί. Αθροιστική δράση της
escitalopram και αυτών των φαρμακευτικών προϊόντων δεν μπορεί να
αποκλειστεί. Για αυτό, η συγχορήγηση της escitalopram με τέτοια
φαρμακευτικά προϊόντα που παρατείνουν το διάστημα QT, όπως
αντιαρρυθμικά τάξης ΙΑ και ΙΙΙ, αντιψυχωσικά (π.χ. παράγωγα
φαινοθειαζίνης, πιμοζίδη, αλοπεριδόλη), τα τρικυκλικά
αντικαταθλιπτικά, ορισμένα αντιμικροβιακά (π.χ. σπαρφλοξασίνη,
μοξιφλοξασίνη, ερυθρομυκίνη IV, πενταμιδίνη, θεραπεία κατά της
ελονοσίας, ιδιαίτερα αλοφαντρίνη), ορισμένα αντιισταμινικά
(αστεμιζόλη, μιζολαστίνη), αντενδείκνυται.
Συνδυασμοί που απαιτούν προφυλάξεις για τη χρήση
Σεροτονινεργικά φαρμακευτικά προϊόντα
Η συγχορήγηση με σεροτονεργικά φάρμακα (π.χ. τραμαδόλη,
σουματριπτάνη και άλλες τριπτάνες) μπορεί να οδηγήσει στην εμφάνιση
σεροτονινεργικού συνδρόμου.
Φαρμακευτικά προϊόντα που μειώνουν τον επιληπτικό ουδό
Τα SSRIs μπορούν να μειώσουν τον επιληπτικό ουδό. Συνιστάται
προσοχή όταν χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα άλλα φαρμακευτικά
προϊόντα που μπορεί να μειώσουν τον επιληπτικό ουδό (π.χ.
αντικαταθλιπτικά (τρικυκλικά, SSRIs), νευροληπτικά (φαινοθειαζίνες,
θειοξανθίνες και βουτυροφαινόνες), μεφλοκίνη, βουπροπιόνη και
τραμαδόλη).
Λίθιο, τρυπτοφάνη
Υπήρξαν αναφορές αυξημένης δράσης, σε περιπτώσεις όπου οι SSRIs
συγχορηγήθηκαν με λίθιο ή τρυπτοφάνη, συνεπώς η ταυτόχρονη χρήση
των SSRIs με τα φάρμακα αυτά πρέπει να γίνεται με προσοχή.
St Johns Wort (Hypericum Perforatum/Υπερικό / Βαλσαμόχορτο)
16
Η ταυτόχρονη χρήση SSRIs και φυτικών θεραπειών που περιέχουν St
John’s Wort
(Hypericum Perforatum/Υπερικό / Βαλσαμόχορτο)
μπορεί να
έχει ως αποτέλεσμα αύξηση στην εμφάνιση των ανεπιθύμητων ενεργειών
(βλέπε παράγραφο 4.4).
17
Αιμορραγίες
Μπορεί να εμφανιστεί μεταβολή στην αντιπηκτική δράση όταν η
escitalopram συνδυαστεί με από του στόματος χορηγούμενα
αντιπηκτικά. Ασθενείς που λαμβάνουν από του στόματος χορηγούμενη
αντιπηκτική θεραπεία πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά για την
πήξη του αίματος όταν αρχίζει ή διακόπτεται η θεραπεία με escitalopram
(βλέπε παράγραφο 4.4). Η ταυτόχρονη χρήση με μη στεροειδή
αντιφλεγμονώδη φάρμακα (Μ.ΣΑ.Φ) μπορεί να αυξήσει την αιμορραγική
τάση (βλέπε παράγραφο 4.4).
Αλκοόλ
Καμία φαρμακοδυναμική ή φαρμακοκινητική αλληλεπίδραση δεν
αναμένεται μεταξύ escitalopram και αλκοόλ. Παρόλα αυτά όπως και με
όλα τα ψυχοτρόπα φαρμακευτικά προϊόντα, ο συνδυασμός με το αλκοόλ
δεν συνίσταται.
Φαρμακευτικά προϊόντα που προκαλούν
υποκαλιαιμία
/
υπομαγνησιαιμία
Απαιτείται προσοχή για την ταυτόχρονη χρήση φαρμακευτικών
προϊόντων που επάγουν την υποκαλιαιμία / υπομαγνησιαιμία, αφού
αυξάνουν τον κίνδυνο κακοήθων αρρυθμιών (βλ. παράγραφο 4.4).
Φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις
Επίδραση άλλων φαρμακευτικών προϊόντων στη φαρμακοκινητική της
escitalopram
Ο μεταβολισμός της escitalopram πραγματοποιείται κυρίως μέσω του
CYP2C19. Τα CYP3A4 και CYP2D6 μπορεί επίσης να συμβάλλουν στο
μεταβολισμό αλλά σε μικρότερο βαθμό. Ο μεταβολισμός του βασικού
μεταβολίτη S-DCT (απομεθυλιωμένη escitalopram) φαίνεται ότι γίνεται
σε κάποιο βαθμό μέσω του CYP2D6.
Συγχορήγηση escitalopram με ομεπραζόλη 30 mg άπαξ ημερησίως (έναν
αναστολέα του CYP2C19) είχε ως αποτέλεσμα την μέτρια (περίπου 50%)
αύξηση στην συγκέντρωση της escitalopram στο πλάσμα.
Συγχορήγηση escitalopram με σιμετιδίνη 400 mg δις ημερησίως (ένα
μετρίως ισχυρό γενικό αναστολέα ενζύμων) είχε ως αποτέλεσμα μια
μέτρια (περίπου 70%) αύξηση στην συγκέντρωση της escitalopram στο
πλάσμα. Προσοχή συνίσταται όταν χορηγείται escitalopram σε
συνδυασμό με σιμετιδίνη. Προσαρμογή της δοσολογίας μπορεί να
δικαιολογείται.
Για το λόγο αυτό χρειάζεται προσοχή όταν η escitalopram
χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με αναστολείς του CYP2C19 (π.χ.
ομεπραζόλη, S-ομεπραζόλη, φλουβοξαμίνη, λανσοπραζόλη,
τικλοπιδίνη) ή σιμετιδίνη. Μείωση της δόσης της escitalopram
μπορεί να είναι απαραίτητη, με βάση την κλινική
παρακολούθηση των ανεπιθύμητων ενεργειών κατά τη
συγχορήγηση.
18
Επίδραση της escitalopram στη φαρμακοκινητική άλλων φαρμακευτικών
προϊόντων
Η escitalopram είναι αναστολέας του ενζύμου CYP2D6. Συνιστάται
προσοχή κατά την συγχορήγηση με φάρμακα των οποίων ο μεταβολισμός
πραγματοποιείται κυρίως από αυτό το ένζυμο, και έχουν μικρό
θεραπευτικό δείκτη πχ φλεκαϊνίδη, προπαφενόνη και μεταπρολόλη (όταν
χρησιμοποιείται στην καρδιακή ανεπάρκεια), ή κάποια φάρμακα που
επιδρούν στο ΚΝΣ και μεταβολίζονται κυρίως από το CYP2D6, π.χ.
αντικαταθλιπτικά όπως η δεσιπραμίνη, κλομιπραμίνη και νορτριπτιλίνη
ή αντιψυχωσικά, όπως η ρισπεριδόνη, θειοριδαζίνη και αλοπεριδόλη. Σε
αυτές τις περιπτώσεις μπορεί να χρειαστεί προσαρμογή της δόσης.
Η συγχορήγηση με δεσιπραμίνη ή μετοπρολόλη οδήγησε και στις δύο
περιπτώσεις σε διπλασιασμό στο πλάσμα των επιπέδων αυτών των δύο
υποστρωμάτων CYP2D6.
Μελέτες
in vitro
έδειξαν ότι η escitalopram μπορεί επίσης να προκαλέσει
ασθενή αναστολή του CYP2C19. Συνιστάται προσοχή κατά τη σύγχρονη
χορήγηση με φάρμακα τα οποία μεταβολίζονται από το CYP2C19.
4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία
Κύηση
Τα κλινικά στοιχεία που υπάρχουν σχετικά με την έκθεση στο φάρμακο
escitalopram κατά την κύηση είναι πολύ περιορισμένα.
Σε μελέτες τοξικότητας κατά την αναπαραγωγή που πραγματοποιήθηκαν
σε αρουραίους με escitalopram, παρατηρήθηκαν φαινόμενα
εμβρυοτοξικότητας, αλλά όχι αύξηση της συχνότητας των δυσπλασιών
(βλέπε παράγραφο 5.3). Η escitalopram δεν πρέπει να χορηγείται κατά την
διάρκεια της εγκυμοσύνης εκτός εάν είναι απολύτως απαραίτητο και
μόνον έπειτα από προσεκτική εκτίμηση της σχέσης κινδύνου/όφελους.
Τα νεογνά θα πρέπει να παρακολουθούνται, εάν η χρήση της escitalopram
από την μητέρα συνεχίζεται μέχρι τα τελευταία στάδια της κύησης,
ιδιαίτερα κατά το τρίτο τρίμηνο. Η απότομη διακοπή κατά τη διάρκεια
της κύησης θα πρέπει να αποφεύγεται.
Τα παρακάτω συμπτώματα μπορεί να παρουσιαστούν στο νεογνό μετά
από χρήση SSRI/SNRI από την μητέρα. στα τελευταία στάδια της κύησης:
αναπνευστική δυσχέρεια, κυάνωση, άπνοια, επιληπτικές κρίσεις,
διαταραχές θερμορύθμισης, δυσχέρεια σίτισης, έμετος, υπογλυκαιμία,
υπερτονία, υποτονία, αύξηση των αντανακλαστικών, τρόμος,
νευρικότητα, ευερεθιστότητα, λήθαργος, συνεχές κλάμα, υπνηλία και
δυσκολία στον ύπνο. Τα συμπτώματα αυτά θα μπορούσαν να οφείλονται
είτε σε σεροτονινεργικές επιδράσεις είτε στα συμπτώματα από τη
απότομη διακοπή της θεραπείας. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων οι
επιπλοκές αρχίζουν αμέσως ή σύντομα (< 24 ώρες) μετά τον τοκετό.
Επιδημιολογικά στοιχεία υποδεικνύουν ότι η χρήση των SSRIs κατά την
κύηση, ιδιαίτερα στην προχωρημένη εγκυμοσύνη, μπορεί να αυξήσει τον
κίνδυνο διαρκούς πνευμονικής υπέρτασης στο νεογνό (PPHN). Ο
κίνδυνος που παρατηρήθηκε ήταν περίπου 5 περιπτώσεις ανά 1000
19
κυήσεις. Στο γενικό πληθυσμό συμβαίνουν 1 - 2 περιπτώσεις PPHN ανά
1000 εγκυμοσύνες.
Γαλουχία
Είναι αναμενόμενο ότι η escitalopram θα απεκκρίνεται στο μητρικό
γάλα.
Συνεπώς, η γαλουχία δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
20
Γονιμότητα
Δεδομένα σε ζώα έχουν δείξει ότι η escitalopram μπορεί να επηρεάσει την
ποιότητα του σπέρματος. Αναφορές περιστατικών σε ανθρώπους με
κάποια SSRIs έχουν δείξει ότι η επίδραση στην ποιότητα του σπέρματος
είναι αναστρέψιμη.
Επίπτωση στην ανθρώπινη γονιμότητα δεν έχει παρατηρηθεί μέχρι
σήμερα.
4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού
μηχανών
Αν και η escitalopram έχει δείξει ότι δεν επηρεάζει την γνωστική
λειτουργία ή τη ψυχοκινητική απόδοση, κάθε ψυχοτρόπο φαρμακευτικό
προϊόν μπορεί να μειώσει την κρίση ή τις δεξιότητες. Οι ασθενείς θα
πρέπει να προειδοποιούνται για τον πιθανό κίνδυνο να επηρεαστεί η
ικανότητά τους για οδήγηση και χειρισμό μηχανημάτων.
4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες
Ανεπιθύμητες ενέργειες παρατηρούνται συχνότερα κατά την πρώτη και
δεύτερη εβδομάδα της θεραπείας και συνήθως μειώνεται η ένταση και
συχνότητά τους καθώς συνεχίζεται η θεραπεία.
Πίνακας Ανεπιθύμητων ενεργειών
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες, οι οποίες είναι γνωστές για τους SSRIs και
έχουν καταγραφεί για την escitalopram είτε σε διπλά τυφλές
ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες είτε ως αυθόρμητες αναφορές
μετά την κυκλοφορία του προϊόντος στην αγορά καταγράφονται
παρακάτω ταξινομημένες ανά σύστημα του οργανισμού και συχνότητα.
Οι συχνότητες έχουν ληφθεί από τις κλινικές μελέτες; δεν είναι
διορθωμένες ως προς το εικονικό φάρμακο. Οι συχνότητες έχουν οριστεί
ως: Πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές ( 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (
1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες ( 1/10.000 έως < 1/1.000), πολύ σπάνιες
(< 1/10.000), μη γνωστή συχνότητα (δεν μπορεί να εκτιμηθεί από τα
διαθέσιμα στοιχεία).
21
Κατηγορία
Οργάνου
μΣυστή ατο
ς
Πολύ
συχνές
Συχνές Όχι συχνές Σπάνιες Μη
γνωστές
Έρευνες
Αύξηση
σωματικο
ύ βάρους
Μείωση
σωματικού
βάρους
Μη
φυσιολογική
δοκιμασία
ηπατικής
λειτουργίας
Καρδιακές
διαταραχές
Ταχυκαρδία Βραδυκαρδ
ία
Κοιλιακή
αρρυθμία,
συμπεριλαμβα
νο-μένης της
ριπιδοειδούς
κοιλιακής
ταχυκαρδίας
(torsade de
pointes)
Διαταραχές
του
αιμοποιητι
κού και του
λεμφικού
συστήματος
Θρομβοπενία
Διαταραχές
του
νευρικού
συστήματος
Αϋπνία,
υπνηλία,
ζάλη,
παραισθη
σία,
τρόμος
Διαταραχή
της γεύσης,
διαταραχή
ύπνου,
συγκοπή
Σεροτονινε
ρ-γικό
σύνδρομο
Δυσκινησία,
διαταραχή
κίνησης,
σπασμοί,
ψυχοκινητική
ανησυχία /
ακαθησία
1
Οφθαλμικές
διαταραχές
Μυδρίαση,
διαταραχή της
όρασης
Διαταραχές
του ωτός
και του
λαβυρίνθου
Εμβοές
Διαταραχές
του
αναπνευστι
κού
συστήματος
,του
θώρακα και
του
μεσοθωράκι
ου
Παραρριν
ο-
κολπίτιδα
,
χασμουρη
τό
Επίσταξη
Διαταραχές
του
γαστρεντερ
ικού
Ναυτία Διάρροια,
δυσκοιλιό
-τητα,
εμετός,
ξηροστομί
α
Γαστρεντερικ
ή αιμορραγία
(συμπεριλαμβ
α-νομένης της
αιμορραγίας
του ορθού)
Διαταραχές
των
νεφρών και
των
Κατακράτηση
ούρων
22
ουροφόρων
οδών
Διαταραχές
του
δέρματος
και του
υποδόριου
ιστού
Αυξημένη
εφίδρωση
Κνίδωση,
αλωπεκία,
εξάνθημα,
κνησμός
Εκχύμωση,
αγγειοοίδημα
Μυοσκελετι
κές
διαταραχές,
διαταραχές
των
συνδετικών
ιστών και
των οστών
Αρθραλγί
α,
μυαλγία
23
Διαταραχές
του
ενδοκρινικ
ού
συστήματος
Απρόσφορη
έκκριση ADH
Διαταραχές
του
μεταβολισμ
ού και της
θρέψης
Μειωμένη
όρεξη,
αυξημένη
όρεξη
Υπονατριναιμί
α, ανορεξία
1
Αγγειακές
διαταραχές
Ορθοστατική
υπόταση
Γενικές
διαταραχές
και
καταστάσει
ς της οδού
χορήγησης
Κόπωση,
πυρετός
Οίδημα
Διαταραχές
του
ανοσοποιητ
ικού
συστήματος
Αναφυλακτ
ι-κή
αντίδραση
Διαταραχές
του ήπατος
και των
χοληφόρων
Ηπατίτιδα,
Νεφρική
ανεπάρκεια
Διαταραχές
του
αναπαραγω
γι-κού
συστήματος
και του
μαστού
Άνδρες:
διαταραχ
ές
εκσπερμά
τι-σης,
ανικανότ
ητα
Γυναίκες:
μητρορραγία,
μηνορραγία
Γαλακτόρροια
Άνδρες:
πριαπισμός
Ψυχιατρικέ
ς
διαταραχές
Άγχος,
ανησυχία,
μη
φυσιολογι
κά όνειρα
Γυναίκες
και
άνδρες:
μειωμένη
λίμπιντο
Γυναίκες:
ανοργασμ
ία
Τριγμός των
δοντιών,
εκνευρισμός,
νευρικότητα,
κρίση
πανικού,
κατάσταση
σύγχυσης
Επιθετικότ
η-τα,
αποπροσω
πο-ποίηση,
ψευδαίσθη
ση
Μανία,
αυτοκτονικός
ιδεασμός,
αυτοκτονική
συμπεριφορά
1
1
Τα περιστατικά αυτά έχουν αναφερθεί για την θεραπευτική κατηγορία
των SSRIs
2
Περιστατικά αυτοκτονικού ιδεασμού και αυτοκτονικών συμπεριφορών
έχουν αναφερθεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Escitalopram ή σε
μικρό χρονικό διάστημα από τη διακοπή της θεραπείας (βλ. παράγραφο
4.4).
24
Παράταση του διαστήματος QT
Έχουν αναφερθεί περιστατικά παράτασης του διαστήματος QT και
κοιλιακή αρρυθμία συμπεριλαμβανόμενης της ριπιδοειδούς κοιλιακής
ταχυκαρδίας (Torsade de pointes) κατά την περίοδο μετά την κυκλοφορία
του φαρμάκου, κυρίως σε ασθενείς του γυναικείου φύλου, με
υποκαλιαιμία, ή με προϋπάρχουσα παράταση του διαστήματος QT ή
άλλες καρδιακές παθήσεις (βλ. παραγράφους 4.3, 4.5 , 4.8, 4.9. και 5.1).
Επιπτώσεις σε κατηγορίες
Επιδημιολογικές μελέτες, κυρίως διεξάγονται με ασθενείς 50 ετών και
άνω, δείχνουν αυξημένο κίνδυνο καταγμάτων των οστών σε ασθενείς
που λαμβάνουν SSRIs και τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά. Ο μηχανισμός
που οδηγεί σε αυτόν τον κίνδυνο είναι άγνωστος.
Συμπτώματα απόσυρσης που παρατηρούνται κατά τη διακοπή
της θεραπείας
Η διακοπή των SSRI/SΝRI (ιδιαίτερα όταν είναι απότομη) συνήθως
οδηγεί σε συμπτώματα απόσυρσης. Ζάλη, διαταραχές αισθητικότητας
(συμπεριλαμβανομένων της παραισθησίας και της αίσθησης ηλεκτρικού
ρεύματος), διαταραχές του ύπνου (συμπεριλαμβανομένων της αϋπνίας
και των ζωηρών ονείρων), εκνευρισμός ή άγχος, ναυτία ή/και έμετος,
τρόμος, σύγχυση, εφίδρωση, κεφαλαλγία, διάρροια, αίσθημα παλμών,
συναισθηματική αστάθεια, ευερεθιστότητα και διαταραχές της όρασης
είναι οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες. Γενικά, αυτά
τα συμπτώματα είναι ήπια έως μέτρια και αυτοπεριοριζόμενα, ωστόσο,
σε κάποιους ασθενείς μπορεί να είναι σοβαρά ή/και παρατεταμένα. Για
το λόγο αυτό συνιστάται όταν η θεραπεία με Escitalopram δεν είναι
πλέον αναγκαία, να εφαρμόζεται σταδιακή διακοπή, μειώνοντας τη δόση
διαδοχικά (βλ. παράγραφο 4.2 και 4.4).
4.9 Υπερδοσολογία
Τοξικότητα
Τα κλινικά δεδομένα σχετικά με την υπερδοσολογία με escitalopram
είναι περιορισμένα και σε πολλές περιπτώσεις συμπεριλαμβάνεται
ταυτόχρονη λήψη υπερβολικής δοσολογίας άλλων φαρμάκων. Στην
πλειονότητα των περιπτώσεων έχουν αναφερθεί ήπια συμπτώματα ή
απουσία συμπτωμάτων. Θανατηφόρα συμβάματα από υπερδοσολογία
escitalopram έχουν αναφερθεί σπάνια με λήψη escitalopram μόνον; στην
πλειοψηφία των περιπτώσεων συμπεριλαμβανόταν υπερδοσολογία με
συγχορηγούμενα φάρμακα. Δόσεις escitalopram, μόνο, μεταξύ 400 και
500 mg έχουν ληφθεί χωρίς σοβαρά συμπτώματα.
Συμπτώματα
Τα συμπτώματα που παρατηρήθηκαν στις αναφερόμενες περιπτώσεις
λήψης υπερβολικής δοσολογίας escitalopram, περιλαμβάνουν
συμπτώματα που κυρίως σχετίζονται με το κεντρικό νευρικό σύστημα
(κυμαίνονται από ζάλη, τρόμο και διέγερση έως σπάνιες περιπτώσεις
σεροτονινεργικού συνδρόμου, επιληπτικές κρίσεις και κώμα), το
γαστρεντερικό σύστημα αυτία/έμετος) και το καρδιαγγειακό σύστημα
(υπόταση, ταχυκαρδία, παράταση του διαστήματος QT και αρρυθμία) και
25
διαταραχές της ισορροπίας των ηλεκτρολυτών/υγρών (υποκαλιαιμία,
υπονατριαιμία).
Διαχείριση
Δεν υπάρχει ειδικό αντίδοτο. Πρέπει να εξασφαλιστεί και να διατηρηθεί
η ελευθερία των αεροφόρων οδών, να εξασφαλιστεί η επαρκής
οξυγόνωση και η αναπνευστική λειτουργία. Θα πρέπει να εξετάζεται η
εφαρμογή γαστρικής έκπλυσης και η χρήση ενεργού άνθρακα. Η πλύση
στομάχου θα πρέπει να λάβει χώρα όσο το δυνατό συντομότερα μετά την
από του στόματος κατάποση. Συνιστάται η παρακολούθηση της
καρδιακής λειτουργίας και των ζωτικών σημείων σε συνδυασμό με
γενικά μέτρα συμπτωματικής υποστήριξης.
26
Παρακολούθηση ηλεκτροκαρδιογραφήματος (ΗΚΓ) συνιστάται στην
περίπτωση υπερδοσολογίας σε ασθενείς με συμφορητική καρδιακή
ανεπάρκεια / βραδυαρρυθμίες, σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα
φάρμακα που παρατείνουν το διάστημα QT, ή σε ασθενείς με
διαταραγμένο μεταβολισμό, π.χ. ηπατική δυσλειτουργία.
5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αντικαταθλιπτικά, εκλεκτικοί
αναστολείς επαναπρόσληψης της σεροτονίνης
Κωδικός ATC: N 06 AB 10
Μηχανισμός δράσης
Η escitalopram είναι εκλεκτικός αναστολέας της επαναπρόσληψης της
σεροτονίνης (5-HT) με υψηλή δέσμευση στην κύρια θέση σύνδεσης.
Επίσης συνδέεται με την αλλοστερική θέση σύνδεσης της πρωτεΐνης
μεταφοράς της σεροτονίνης με 1000 φορές χαμηλότερη δέσμευση.
Η escitalopram έχει μηδενική ή πολύ χαμηλή δέσμευση με ορισμένους
υποδοχείς συμπεριλαμβανομένων των υποδοχέων 5-HT1A, 5-HT2, DA D1
και D2, των α1-, α2-, β αδρενεργικών υποδοχέων, των ισταμινικών H1,
των μουσκαρινικών χολινεργικών, των υποδοχέων βενζοδιαζεπίνης και
των υποδοχέων οπιοειδών.
Η αναστολή της 5-HT με υψηλή δέσμευση είναι ο μόνος πιθανός
μηχανισμός δράσης ο οποίος εξηγεί την φαρμακολογική και κλινική
δράση της escitalopram.
Στοιχεία από τις κλινικές μελέτες
Μείζον Καταθλιπτικό Επεισόδιο
Η escitalopram έχει βρεθεί ότι είναι αποτελεσματική στην θεραπεία της
οξείας φάσης του μείζονος καταθλιπτικού επεισοδίου σε τρεις από τις
τέσσερις διπλά τυφλές, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μικρής
διάρκειας (8 εβδομάδων) μελέτες. Σε μια μακροχρόνια μελέτη για την
πρόληψη υποτροπών, 274 ασθενείς που έδειξαν απόκριση κατά την
διάρκεια των αρχικών 8 εβδομάδων ανοιχτής θεραπείας με escitalopram
10 ή 20 mg/ημέρα, τυχαιοποιήθηκαν για να συνεχίσουν με escitalopram
στην ίδια δόση, ή σε εικονικό φάρμακο, για μέχρι και 36 εβδομάδες. Στην
κλινική αυτή μελέτη οι ασθενείς που συνέχισαν να λαμβάνουν
escitalopram παρέμειναν για σημαντικά μεγαλύτερο χρονικό διάστημα
ελεύθεροι υποτροπών, σε σύγκριση με εκείνους που ελάμβαναν εικονικό
φάρμακο.
Διαταραχή κοινωνικού άγχους
Η escitalopram ήταν αποτελεσματική και στις τρεις βραχύχρονες (12
εβδομάδων) κλινικές μελέτες καθώς και στην 6 μηνών διάρκειας μελέτη
για την πρόληψη των υποτροπών στους ασθενείς με διαταραχή
κοινωνικού άγχους που αποκρίθηκαν στη θεραπεία. Σε μια μελέτη 24
27
εβδομάδων καθορισμού της δόσης, αποδείχθηκε η αποτελεσματικότητα
των 5, 10 και 20 mg escitalopram.
Γενικευμένη αγχώδης διαταραχή
Η escitalopram σε δόσεις 10mg και 20mg/ημέρα ήταν αποτελεσματική
και στις τέσσερις ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες.
28
Στο σύνολο των αποτελεσμάτων από τρεις μελέτες με παρόμοιο
σχεδιασμό που συμμετείχαν 421 ασθενείς σε θεραπεία με escitalopram
και 419 ασθενείς σε θεραπεία με εικονικό φάρμακο ποσοστό 47,5% και
28,9% αντίστοιχα ανταποκρίθηκε και 37,1% και 20,8% παρουσίασαν
πλήρη υποχώρηση των συμπτωμάτων. Σταθερή επίδραση φάνηκε από την
εβδομάδα 1.
Διατήρηση της αποτελεσματικότητας της escitalopram σε δόση 20mg την
ημέρα καταδείχτηκε σε μια τυχαιοποιημένη μελέτη συντήρησης του
θεραπευτικού αποτελέσματος διάρκειας 24-76 εβδομάδων, με συμμετοχή
375 ασθενών, οι οποίοι είχαν ανταποκριθεί στη θεραπεία κατά την
αρχική ανοιχτή φάση της μελέτης διάρκειας 12 εβδομάδων.
Ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή
Σε μια τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, κλινική μελέτη, τα 20 mg/ημέρα
escitalopram σημείωσαν διαφορά από το εικονικό φάρμακο στη συνολική
βαθμολογία της κλίμακας Y-BOCS μετά από 12 εβδομάδες. Μετά από 24
εβδομάδες, αμφότερες οι δόσεις των 10 και 20mg/ημέρα escitalopram
ήταν αποτελεσματικότερες συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο.
Η πρόληψη τη υποτροπής αποδείχτηκε για τα 10 και 20mg/ημέρα της
escitalopram σε ασθενείς που ανταποκρίθηκαν στην escitalopram σε μία
16 εβδομάδων ανοικτής φάσης περίοδο και οι οποίοι στη συνέχεια
εντάχθηκαν σε διάρκειας 24 εβδομάδων, τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή,
ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο περίοδο.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Σε μια διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη ΗΚΓ σε
υγιή άτομα, η αλλαγή από την αρχική τιμή του QTc (Fridericia-διόρθωση)
ήταν 4,3 ms (90% CI: 2.2, 6.4) στη δόση των 10 mg / ημέρα και 10,7 ms
(90 % CI: 8,6, 12,8) στην υπερθεραπευτική δόση των 30 mg / ημέρα
(βλέπε παράγραφο 4.3, 4.4, 4.5, 4.8 και 4.9).
5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Απορρόφηση
Η απορρόφηση είναι σχεδόν πλήρης και ανεξάρτητη από την λήψη τροφής
(ο μέσος χρόνος μέχρι την επίτευξη της μέγιστης συγκέντρωσης (mean
T
max
) είναι 4 ώρες μετά από πολλαπλές δόσεις). Όπως και για το
ρακεμικό μίγμα της escitalopram, η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της
escitalopram αναμένεται να είναι περίπου 80%.
Κατανομή
Ο φαινομενικός όγκος κατανομής (Vd,β/F) μετά την από του στόματος
χορήγηση είναι περίπου 12 έως 26 L/kg. Η σύνδεση με τις πρωτεΐνες του
πλάσματος είναι κάτω από 80% για την escitalopram και τους βασικούς
της μεταβολίτες.
Βιομετατροπή
29
Η escitalopram μεταβολίζεται στο ήπαρ και μετατρέπεται στον
απομεθυλιωμένο και στον δισ-απομεθυλιωμένο μεταβολίτη της. Οι
μεταβολίτες αυτοί είναι και οι δυο φαρμακολογικά δραστικοί.
Εναλλακτικά, το άζωτο μπορεί να οξειδωθεί για να σχηματίσει το
μεταβολίτη N-οξείδιο της S-escitalopram. Τόσο η μητρική ουσία όσο και
οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται μερικώς ως γλυκουρονίδια. Μετά από
πολλαπλές δόσεις οι μέσες συγκεντρώσεις του απομεθυλιωμένου και του
δισ-απομεθυλιωμένου μεταβολίτη της escitalopram είναι συνήθως 28-
31% και < 5% της συγκέντρωσης της escitalopram, αντίστοιχα. Η
βιομετατροπή της escitalopram στον απομεθυλιωμένο μεταβολίτη της
πραγματοποιείται βασικά μέσω του CYP2C19 ενώ είναι πιθανή κάποια
συμβολή από τα CYP3A4 και CYP2D6.
30
Απέκκριση
Η ημιπερίοδος ζωής απέκκρισης (t½ β) μετά από πολλαπλές δόσεις είναι
περίπου 30 ώρες και η κάθαρση του πλάσματος εφόσον ληφθεί από το
στόμα (Cl
oral
) είναι περίπου 0,6 L/min. Οι βασικοί μεταβολίτες έχουν
σημαντικά μεγαλύτερο χρόνο ημίσειας ζωής. Η escitalopram και οι
κύριοι μεταβολίτες της θεωρείται ότι απομακρύνονται τόσο από την
ηπατική (μεταβολικός) όσο και από την νεφρική οδό με μεγάλο μέρος της
δόσης να απεκκρίνεται στα ούρα υπό τη μορφή μεταβολιτών.
Η φαρμακοκινητική είναι γραμμική. Επίπεδα σταθεροποιημένης
κατάστασης στο πλάσμα επιτυγχάνονται σε περίπου 1 εβδομάδα. Η μέση
συγκέντρωση κατά τη σταθεροποιημένη κατάσταση των 50 nmol/L (εύρος
από 20 έως 125 nmol/L) επιτυγχάνεται με ημερήσια δόση 10 mg.
Ηλικιωμένοι Ασθενείς (> 65 ετών)
Η escitalopram φαίνεται ότι απεκκρίνεται βραδύτερα στους
ηλικιωμένους ασθενείς συγκριτικά με τους νεώτερους ασθενείς. Η
συστηματική έκθεση (AUC) είναι περίπου 50% υψηλότερη στους
ηλικιωμένους ασθενείς συγκριτικά με τους νεώτερους υγιείς εθελοντές
(βλέπε παράγραφο 4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης).
Μειωμένη ηπατική λειτουργία
Σε ασθενείς με ήπια ή μέτρια ηπατική ανεπάρκεια (Child-Puch Criteria A
και Β), ο χρόνος ημίσειας ζωής της escitalopram ήταν περίπου διπλάσιος
και η έκθεση ήταν περίπου 60% μεγαλύτερη σε σχέση με τους ασθενείς
με φυσιολογική ηπατική λειτουργία (βλέπε παράγραφο 4.2 Δοσολογία και
τρόπος χορήγησης).
Μειωμένη νεφρική λειτουργία
Με τη ρακεμική escitalopram παρατηρήθηκε μεγαλύτερη ημιπερίοδος
ζωής και μικρή αύξηση στην έκθεση σε ασθενείς με μειωμένη νεφρική
λειτουργία (CL
cr
10-53 ml/min). Η συγκέντρωση των μεταβολιτών στο
πλάσμα δεν έχει μελετηθεί όμως πιθανόν να είναι αυξημένη (βλέπε
παράγραφο 4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης).
Γενετικός Πολυμορφισμός
Έχει παρατηρηθεί ότι τα άτομα με χαμηλή λειτουργικότητα του CYP2C19
εμφανίζουν διπλάσιες συγκεντρώσεις στο πλάσμα της escitalopram σε
σύγκριση με τους πλήρεις μεταβολιστές. Δεν έχει παρατηρηθεί κάποια
σημαντική μεταβολή στην έκθεση στα άτομα με χαμηλή λειτουργικότητα
του CYP2D6 (βλέπε παράγραφο 4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης).
5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια
Δεν έχει γίνει ολοκληρωμένο πρόγραμμα προκλινικής ανάπτυξης με
escitalopram δεδομένου ότι οι συγκριτικές τοξικοκινητικές και
τοξικολογικές μελέτες που πραγματοποιήθηκαν σε αρουραίους με
escitalopram και citalopram έδειξαν παρόμοιο προφίλ. Για το λόγο αυτό
31
όλες οι πληροφορίες της citalopram μπορούν να εφαρμοστούν και στην
escitalopram.
32
Σε συγκριτικές τοξικολογικές μελέτες σε αρουραίους, η escitalopram και
η citalopram προκάλεσαν καρδιακή τοξικότητα, συμπεριλαμβανομένης
και της συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας, μετά από θεραπεία
μερικών εβδομάδων, όταν χρησιμοποιήθηκαν δόσεις που προκαλούν και
γενικότερη τοξικότητα. Η καρδιοτοξικότητα φαίνεται να σχετίζεται
περισσότερο με τα ανώτατα όρια συγκέντρωσης στο πλάσμα παρά με την
συστηματική έκθεση (AUC). Οι ανώτατες συγκεντρώσεις στο πλάσμα σε
επίπεδο μη τοξικής δράσης ήταν παραπάνω (8 φορές) από αυτές που
επιτεύχθηκαν κατά την έκθεση στην κλινική χρήση, ενώ το AUC για την
escitalopram ήταν μόνο 3 με 4 φορές υψηλότερη από την έκθεση που
επιτεύχθηκε κατά την κλινική χρήση. Για την citalopram οι τιμές AUC
για το S-εναντιομερές ήταν 6-7 φορές υψηλότερες από αυτές που
επιτεύχθηκαν κατά την έκθεση στην κλινική χρήση. Τα ευρήματα αυτά
σχετίζονται πιθανώς με την πολύ μεγάλη επίδραση στις βιογενείς αμίνες
δηλαδή είναι δευτερογενές φαινόμενο της πρωτογενούς φαρμακολογικής
δράσης του φαρμάκου, και προκαλεί αιμοδυναμικές επιδράσεις (μείωση
στην κυκλοφορία αίματος στην στεφανιαία αρτηρία) και ισχαιμία.
Ωστόσο, ο ακριβής μηχανισμός της καρδιοτοξικότητος στους αρουραίους
δεν είναι σαφής. Η κλινική εμπειρία με την citalopram και η κλινική
εμπειρία με την escitalopram δεν υποδεικνύουν ότι τα ευρήματα αυτά
έχουν κάποια σχέση με την κλινική χρήση.
Αυξημένη περιεκτικότητα σε φωσφολιπίδια έχει παρατηρηθεί σε
ορισμένους ιστούς όπως πχ στον πνεύμονα, τους όρχεις και το ήπαρ μετά
από θεραπεία για μεγάλα χρονικά διαστήματα με escitalopram και
citalopram σε αρουραίους. Το φαινόμενο αυτό είναι αναστρέψιμο μετά τη
διακοπή της θεραπείας. Συσσώρευση φωσφολιπιδίων (φωσφολιπίδωση)
σε ζώα έχει παρατηρηθεί σε σχέση με πολλά κατιονικά αμφιφιλικά
φάρμακα. Είναι άγνωστο εάν αυτό το φαινόμενο έχει καμία κλινική
σημασία για τον άνθρωπο.
Στην αναπτυξιακή τοξικολογική μελέτη οι εμβρυοτοξικές επιδράσεις σε
αρουραίους (μειωμένο βάρος εμβρύου και αναστρέψιμη καθυστέρηση
οστέωσης) παρατηρήθηκαν μετρημένοι σε έκθεση στο φάρμακο
μεγαλύτερη από αυτό της έκθεσης που επιτεύχθηκε κατά την κλινική
χρήση. Δεν σημειώθηκε αυξημένη συχνότητα εμφάνισης δυσπλασιών.
Προγεννητικές και μεταγεννητικές μελέτες έδειξαν ελαττωμένη
βιωσιμότητα κατά τη διάρκεια της περιόδου του θηλασμού σε εκθέσεις
υψηλότερες από αυτές που επιτεύχθηκαν κατά την κλινική χρήση.
Δεδομένα σε ζώα έχουν δείξει ότι η citalopram επάγει μία μείωση του
δείκτη γονιμότητας και του δείκτη εγκυμοσύνης, μείωση στον αριθμό και
στην εμφύτευση μη φυσιολογικών σπερματοζωαρίων κατά την έκθεση
και σε περίσσεια της έκθεσης του ανθρώπου.
Δεν υπάρχουν σχετικά στοιχεία από ζώα που να είναι διαθέσιμα για την
escitalopram.
6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
6.1 Κατάλογος εκδόχων
Πυρήνας δισκίων:
Cellulose, microcrystalline (E460)
Croscarmellose sodium (E468)
33
Magnesium Stearate (E572)
Colloidal Anhydrous Silica
Talc.
Επικάλυψη
:
Hypromellose (E464), Titanium dioxide (E171), Macrogol 400.
34
6.2 Ασυμβατότητες
Δεν εφαρμόζεται.
6.3 Διάρκεια ζωής
2 χρόνια.
6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος
Δεν υπάρχουν ειδικές οδηγίες διατήρησης για το προϊόν αυτό.
6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη
Κυψέλες (blister) αλουμίνιο/αλουμίνιο ή κυψέλες διαφανούς PVC-
Aclar/αλουμίνιο.
Μεγέθη συσκευασίας
5 mg film-coated tablets
Blister: 14 και 28
10 mg film-coated tablets
Blister: 14 , 20, 28, 50 και 100
15 mg film-coated tablets
Blister: 28
20 mg film-coated tablets
Blister: 20, 28, 50 και 100
Μπορεί να μην διατίθενται όλες οι συσκευασίες.
6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης
Δεν υπάρχουν ιδιαίτερες απαιτήσεις.
7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
GAP Α.Ε., Αγησιλάου 46, 173 41, Αγ. Δημήτριος, Αθήνα, Ελλάδα
8. ΑΡΙΘΜΟΣ(OΙ) AΔEIAΣ KYKΛOΦOPIAΣ
[Να συμπληρωθεί σε Εθνικό επίπεδο]
9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ
[Να συμπληρωθεί σε Εθνικό επίπεδο]
10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ
[Να συμπληρωθεί σε Εθνικό επίπεδο]
35