ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
Voriconazole DEMO 50 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία
Voriconazole DEMO 200 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία
2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
Voriconazole DEMO 50 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία:
Κάθε δισκίο περιέχει 50 mg βορικοναζόλης.
Έκδοχο (α) με γνωστή δράση: κάθε δισκίο περιέχει 91,00 mg μονοϋδρική
λακτόζη.
Voriconazole DEMO 200 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία:
Κάθε δισκίο περιέχει 200 mg βορικοναζόλης.
Έκδοχο(α) με γνωστή δράση: κάθε δισκίο περιέχει 364,00 mg μονοϋδρική
λακτόζη.
Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.
3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ
Επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο.
Voriconazole DEMO 50 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία:
Λευκού χρώματος, στρογγυλού σχήματος, επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο
δισκίο (μέγεθος 7,0mm) με χαραγμένο APOστη μια πλευρά και “VOR
πάνω από το “50” στην άλλη πλευρά.
Voriconazole DEMO 200 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία:
Λευκού χρώματος, διαμορφωμένου οβάλ σχήματος, αμφίκυρτα
επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία (μέγεθος 15,50 x 7,90 mm), με
χαραγμένο “APO” στη μια πλευρά και“VOR 200” στην άλλη πλευρά.
4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις
Η βορικοναζόλη, είναι μια τριαζόλη, ένας αντιμυκητιασικός παράγοντας
ευρέως φάσματος και ενδείκνυται σε ενήλικες και παιδιά ηλικίας 2 ετών
και άνω ως ακολούθως:
Θεραπεία της εν τω βάθει ασπεργίλλωσης.
Θεραπεία της καντινταιμίας σε μη ουδετεροπενικούς ασθενείς.
Θεραπεία σοβαρών εν τω βάθει, ανθεκτικών στην φλουκοναζόλη,
λοιμώξεων από Candida
(συμπεριλαμβανομένης της C. krusei). Θεραπεία σοβαρών μυκητιασικών
λοιμώξεων που προκαλούνται από είδη Scedosporium και Fusarium.
Το Voriconazole DEMO πρέπει να χορηγείται κατά κύριο λόγο σε
ασθενείς με εξελισσόμενες, πιθανώς επαπειλούσες τη ζωή λοιμώξεις.
Προφύλαξη από διηθητικές μυκητιασικές λοιμώξεις σε υψηλού κινδύνου
λήπτες αλλογενούς
μοσχεύματος αρχέγονων αιμοποιητικών κυττάρων (HSCT).
4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης
Δοσολογία
Ηλεκτρολυτικές διαταραχές όπως υποκαλιαιμία, υπομαγνησιαιμία και
υπασβεστιαιμία πρέπει να παρακολουθούνται και να αποκαθίστανται,
εάν είναι απαραίτητο, πριν την έναρξη και κατά τη διάρκεια της
θεραπείας με βορικοναζόλη (βλ. παράγραφο 4.4).
Το Voriconazole DEMO είναι διαθέσιμο ως 50 mg επικαλυμμένα με
υμένιο δισκία και 200 mg επικαλυμμένα με υμένιο δισκία.
Ενήλικες
Η θεραπεία πρέπει να ξεκινά με την κατάλληλη δόση εφόδου είτε
ενδοφλεβίως είτε με χορήγηση Voriconazole DEMO από του στόματος,
για να επιτευχθούν συγκεντρώσεις στο πλάσμα την πρώτη ημέρα,
παραπλήσιες αυτών στη σταθεροποιημένη κατάσταση. Δεδομένης της
υψηλής βιοδιαθεσιμότητας μετά την από του στόματος χορήγηση (96% -
βλ. παράγραφο 5.2), η μετάβαση από την ενδοφλέβια στην από του
στόματος χορήγηση είναι αποδεκτή όταν ενδείκνυται κλινικά.
Ο πίνακας που ακολουθεί παρέχει λεπτομερείς πληροφορίες για τη
συνιστώμενη δοσολογία:
Ενδοφλέβια Από του στόματος
Ασθενείς 40 kg
και άνω*
Ασθενείς κάτω
των 40 kg*
Δοσολογικό
σχήμα
εφόδου (εντός
των
πρώτων 24
ωρών)
6 mg/kg κάθε 12
ώρες
400 mg κάθε 12
ώρες
200 mg κάθε 12
ώρες
Δόση
συντήρησης
(μετά τις πρώτες
24 ώρες)
4 mg/kg δύο
φορές
ημερησίως
200 mg δύο
φορές
ημερησίως
100 mg δύο
φορές
ημερησίως
* Αυτό επίσης ισχύει για ασθενείς ηλικίας 15 ετών και μεγαλύτερους.
Διάρκεια θεραπείας
Η διάρκεια της θεραπείας θα πρέπει να είναι όσο το δυνατόν
συντομότερη, εξαρτώμενη από
την κλινική και μυκητολογική ανταπόκριση του ασθενούς. Για τη
μακροχρόνια έκθεση στη βορικοναζόλη για διάστημα μεγαλύτερο των
180 ημερών (6 μήνες) απαιτείται προσεκτική αξιολόγηση της σχέσης
οφέλους - κινδύνου (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.1).
Προσαρμογή δόσης (Ενήλικες)
Στην περίπτωση ανεπαρκούς ανταπόκρισης του ασθενούς στη θεραπεία,
η δόση συντήρησης μπορεί να αυξηθεί στα 300 mg δύο φορές ημερησίως
στην από του στόματος χορήγηση. Σε ασθενείς κάτω των 40 kg, η από
του στόματος χορηγούμενη δόση μπορεί να αυξηθεί στα 150
mg δύο φορές ημερησίως.
Εάν ο ασθενής δεν μπορεί να ανεχθεί τη θεραπεία σε μία υψηλότερη
δόση, μειώστε την από του στόματος δόση κατά 50 mg σταδιακά μέχρι τη
δόση συντήρησης των 200 mg δύο φορές την ημέρα (ή 100 mg δύο φορές
την ημέρα για ασθενείς κάτω των 40 kg).
Σε περίπτωση χρήσης ως προφύλαξη, ανατρέξτε παρακάτω.
Παιδιά (2 έως < 12 ετών) και νεαροί έφηβοι με χαμηλό σωματικό βάρος
(12 έως 14 ετών και < 50
kg
)
Η βορικοναζόλη θα πρέπει να χορηγείται σύμφωνα με την παιδιατρική
δοσολογία, καθώς αυτοί οι νεαροί έφηβοι μπορεί να μεταβολίζουν τη
βορικοναζόλη με τρόπο που μοιάζει περισσότερο με αυτόν των παιδιών
παρά με των ενηλίκων.
Το προτεινόμενο δοσολογικό σχήμα είναι ως ακολούθως:
Ενδοφλέβια μΑπό του στό ατος
Δοσολογικό σχήμα
εφόδου (εντός των
πρώτων 24 ωρών)
9 mg/kg 12 κάθε ώρες Δ εν συνιστάται
Δόση συντήρησης
(μετά τις πρώτες 24
ώρες)
8 mg/kg δύο φορές
ημερησίως
9 mg/kg δύο φορές
ημερησίως
(μία μέγιστη δόση των
350 mg δύο φορές
ημερησίως)
Σημείωση: Βασισμένη σε μία φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού σε
112 ανοσοκατασταλμένους παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 2 έως <12
ετών και 26 ανοσοκατασταλμένους εφήβους ηλικίας 12 έως <17 ετών.
Συνιστάται η έναρξη της θεραπείας να γίνεται με το ενδοφλέβιο σχήμα
και το από του στόματος σχήμα θα πρέπει να εξετάζεται μόνο μετά την
ύπαρξη σημαντικής κλινικής βελτίωσης. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι μία
ενδοφλέβια δόση των 8 mg/kg θα οδηγήσει σε έκθεση στη βορικοναζόλη
περίπου 2 φορές υψηλότερη από μία από του στόματος δόση των 9
mg/kg.
Οι παραπάνω από του στόματος δοσολογικές συστάσεις για παιδιά
βασίζονται σε μελέτες στις οποίες χορηγήθηκε βορικοναζόλη ως κόνις
για πόσιμο εναιώρημα. Η βιοϊσοδυναμία μεταξύ της κόνεως για πόσιμο
εναιώρημα και των δισκίων δεν έχει διερευνηθεί σε παιδιατρικό
πληθυσμό. Έχοντας υπόψη τον υποθετικά περιορισμένο χρόνο διέλευσης
από το γαστρεντερικό σωλήνα σε παιδιατρικούς ασθενείς, η απορρόφηση
των δισκίων ενδέχεται να είναι διαφορετική σε παιδιατρικούς
συγκρινόμενη με ενήλικες ασθενείς. Επομένως η χρήση του ποσίμου
εναιωρήματος συνιστάται σε παιδιά ηλικίας 2 έως <12 ετών.
Όλοι οι υπόλοιποι έφηβοι (12 έως 14 ετών και 50
kg
, 15 έως 17 ετών
ανεξαρτήτως σωματικού βάρους).
Η βορικοναζόλη θα πρέπει να χορηγείται σύμφωνα με τη δοσολογία των
ενηλίκων.
Προσαρμογή δοσολογίας (Παιδιά [2 έως <12 ετών] και νεαροί έφηβοι με
χαμηλό σωματικό βάρος [12 έως 14 ετών και <50
kg
])
Εάν η ανταπόκριση του ασθενούς στη θεραπεία δεν είναι επαρκής, η
δόση μπορεί να αυξηθεί
σταδιακά ανά 1 mg/kg σταδιακά ανά 50 mg εάν χρησιμοποιήθηκε
αρχικά η μέγιστη από του στόματος δόση των 350 mg). Εάν ο ασθενής
δεν μπορεί να ανεχθεί τη θεραπεία, μειώστε τη δόση σταδιακά ανά 1
mg/kg σταδιακά ανά 50 mg εάν χρησιμοποιήθηκε αρχικά η μέγιστη από
του στόματος δόση των 350 mg).
Η χρήση σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 2 έως <12 ετών με ηπατική ή
νεφρική ανεπάρκεια δεν έχει μελετηθεί (βλ. παραγράφους 4.8 και 5.2).
Προφύλαξη σε Ενήλικες και Παιδιά
Η προφύλαξη θα πρέπει να αρχίσει κατά την ημέρα της μεταμόσχευσης
και μπορεί να
χορηγείται για έως 100 ημέρες. Η προφύλαξη θα πρέπει να είναι όσο το
δυνατόν συντομότερη ανάλογα με τον κίνδυνο ανάπτυξης διηθητικής
μυκητιασικής λοίμωξης (invasive fungal infection, IFI), όπως καθορίζεται από
την ουδετεροπενία ή την ανοσοκαταστολή. Μπορεί να συνεχιστεί για έως
180 ημέρες μετά από τη μεταμόσχευση μόνο σε περίπτωση συνεχιζόμενης
ανοσοκαταστολής ή νόσου μοσχεύματος έναντι του ξενιστή (graft versus
host disease, GvHD) (βλ. παράγραφο 5.1).
Δοσολογία
Το συνιστώμενο δοσολογικό σχήμα για προφύλαξη είναι το ίδιο όπως και
για τη θεραπεία
στις αντίστοιχες ηλικιακές ομάδες. Παρακαλώ ανατρέξτε στους πίνακες
θεραπείας ανωτέρω.
Διάρκεια προφύλαξης
Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα της χρήσης της βορικοναζόλης για
διάστημα μεγαλύτερο των 180 ημερών δεν έχει μελετηθεί επαρκώς σε
κλινικές δοκιμές.
Για τη χρήση της βορικοναζόλης στην προφύλαξη για διάστημα
μεγαλύτερο των 180 ημερών (6 μήνες) απαιτείται προσεκτική
αξιολόγηση της σχέσης οφέλους - κινδύνου (βλ. παραγράφους 4.4 και
5.1).
Οι ακόλουθες οδηγίες εφαρμόζονται τόσο στη Θεραπεία όσο και στην
Προφύλαξη
Προσαρμογή της δόσης
Για τη χρήση ως προφύλαξη, δεν συνιστώνται προσαρμογές της δόσης σε
περίπτωση έλλειψης αποτελεσματικότητας ή ανεπιθύμητων ενεργειών
που σχετίζονται με τη θεραπεία. Σε περίπτωση ανεπιθύμητων ενεργειών
που σχετίζονται με τη θεραπεία πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο
διακοπής της βορικοναζόλης και η χρήση εναλλακτικών
αντιμυκητιασικών παραγόντων (βλ. παράγραφο 4.4. και 4.8).
Προσαρμογές της δόσης σε περίπτωση συγχορήγησης
Η φαινυτοΐνη μπορεί να συγχορηγηθεί με τη βορικοναζόλη εάν η δόση
συντήρησης της
βορικοναζόλης αυξηθεί από 200 mg σε 400 mg από του στόματος, δύο
φορές ημερησίως (100 mg σε 200 mg από του στόματος, δύο φορές
ημερησίως, σε ασθενείς με βάρος λιγότερο από 40 kg), βλ. παραγράφους
4.4 και 4.5.
Ο συνδυασμός βορικοναζόλης με ριφαμπουτίνη θα πρέπει να
αποφεύγεται, εάν είναι δυνατόν.
Ωστόσο, εάν ο συνδυασμός είναι απολύτως αναγκαίος, η δόση
συντήρησης της βορικοναζόλης μπορεί να αυξηθεί από 200 mg σε 350 mg
από του στόματος, δύο φορές ημερησίως (100 mg σε 200 mg από του
στόματος, δύο φορές ημερησίως, σε ασθενείς με βάρος λιγότερο από 40
kg), βλ. παραγράφους 4.4 και 4.5.
Η εφαβιρένζη μπορεί να συγχορηγηθεί με τη βορικοναζόλη εάν η δόση
συντήρησης της
βορικοναζόλης αυξηθεί σε 400mg κάθε 12 ώρες και η δόση της
εφαβιρένζης μειωθεί κατά 50%, δηλαδή, σε 300 mg μία φορά ημερησίως.
Όταν η θεραπεία με βορικοναζόλη σταματήσει, θα πρέπει να
αποκατασταθεί η αρχική δόση της εφαβιρένζης (βλ. παραγράφους 4.4 και
4.5).
Ηλικιωμένοι ασθενείς
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ηλικιωμένους ασθενείς (βλ.
παράγραφο 5.2).
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία
Η φαρμακοκινητική της βορικοναζόλης μετά την από του στόματος
χορήγηση δεν επηρεάζεται από τη νεφρική δυσλειτουργία. Επομένως, δεν
συνιστάται προσαρμογή της δοσολογίας στην από του στόματος
χορήγηση σε ασθενείς με ήπια ή βαριά νεφρική ανεπάρκεια (βλ.
παράγραφο 5.2).
Η βορικοναζόλη αιμοδιυλίζεται με μια κάθαρση της τάξης των 121
ml/min. Μια 4ωρη συνεδρία αιμοκάθαρσης δεν απομακρύνει επαρκή
ποσότητα βορικοναζόλης ώστε να δικαιολογεί αναπροσαρμογή της
δόσης.
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία
Συνιστάται να χρησιμοποιηθούν οι συνήθεις δόσεις εφόδου, αλλά η δόση
συντήρησης να μειωθεί στο μισό σε ασθενείς με ήπιου έως μέτριου
βαθμού ηπατική κίρρωση (Child-Pugh Α και Β) οι οποίοι λαμβάνουν
βορικοναζόλη (βλ. παράγραφο 5.2).
Η Voriconazole DEMO δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με βαριά χρόνια
ηπατική κίρρωση (Child-Pugh C).
Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα σχετικά με την ασφάλεια του
Voriconazole DEMO σε ασθενείς με μη φυσιολογικά αποτελέσματα
δοκιμασιών ηπατικής λειτουργίας (ασπαρτική τρανσαμινάση [AST],
τρανσαμινάση της αλανίνης [ALT], αλκαλική φωσφατάση [AP] ή ολική
χολερυθρίνη > το 5πλάσιο του ανώτατου ορίου της φυσιολογικής τιμής).
Η βορικοναζόλη έχει συνδεθεί με αυξήσεις στις δοκιμασίες ηπατικής
λειτουργίας και με κλινικά σημεία ηπατικής βλάβης, όπως ίκτερο, και
πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια
μόνο όταν το όφελος υπερτερεί του πιθανού κινδύνου. Οι ασθενείς με
ηπατική ανεπάρκεια πρέπει να παρακολουθούνται με προσοχή για την
εμφάνιση τοξικότητας από το φάρμακο (βλ. παράγραφο 4.8).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Voriconazole DEMO σε
παιδιά ηλικίας μικρότερης των 2 ετών δεν έχει καθοριστεί. Τα μέχρι
στιγμής διαθέσιμα δεδομένα περιγράφονται στις παραγράφους 4.8 και
5.1, αλλά δεν μπορεί να γίνει σύσταση για τη δοσολογία.
Τρόπος χορήγησης
Τα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία Voriconazole DEMO πρέπει να
λαμβάνονται τουλάχιστον μία ώρα πριν ή μία ώρα μετά το γεύμα.
4.3Αντενδείξεις
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που
αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
Συγχορήγηση με τα υποστρώματα του CYP3A4, τερφεναδίνη, αστεμιζόλη,
σιζαπρίδη, πιμοζίδη, ή κινιδίνη, καθώς οι αυξημένες συγκεντρώσεις στο
πλάσμα των φαρμακευτικών αυτών ουσιών μπορεί να οδηγήσει σε
παράταση του QTc και σε σπάνιες περιπτώσεις σε
torsades de pointes ( . 4.5).βλ παράγραφο
Συγχορήγηση με ριφαμπικίνη, καρβαμαζεπίνη και φαινοβαρβιτάλη,
καθώς αυτές οι φαρμακευτικές ουσίες είναι πιθανό να μειώσουν
σημαντικά τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα της βορικοναζόλης (βλ.
παράγραφο 4.5).
Συγχορήγηση τυπικών δόσεων βορικοναζόλης με δόσεις εφαβιρένζης των
400 mg μία φορά
ημερησίως ή υψηλότερες αντενδείκνυται, καθώς η εφαβιρένζη μειώνει
σημαντικά τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα της βορικοναζόλης σε υγιείς
εθελοντές σε αυτές τις δόσεις. Επίσης, η βορικοναζόλη αυξάνει
σημαντικά τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα της εφαβιρένζης (βλ.
παράγραφο 4.5, για χαμηλότερες δόσεις βλ. παράγραφο 4.4).
Συγχορήγηση με υψηλή δόση ριτοναβίρης (400 mg και άνω δύο φορές
ημερησίως), καθώς η
ριτοναβίρη μειώνει σημαντικά τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα της
βορικοναζόλης σε υγιείς εθελοντές σε αυτή τη δόση (βλ. παράγραφο 4.5,
για χαμηλότερες δόσεις βλ. παράγραφο 4.4).
Συγχορήγηση με αλκαλοειδή της ερυσιβώδους όλυρας (εργοταμίνη,
διυδροεργοταμίνη), τα οποία είναι υποστρώματα του CYP3A4, καθώς οι
αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα αυτών των φαρμακευτικών
ουσιών μπορούν να οδηγήσουν σε εργοτισμό (βλ. παράγραφο 4.5).
Συγχορήγηση με σιρόλιμους καθώς η βορικοναζόλη είναι πιθανό να
αυξήσει σημαντικά τις
συγκεντρώσεις στο πλάσμα του σιρόλιμους (βλ. παράγραφο 4.5).
Συγχορήγηση με St.Johns Wort (βλ. παράγραφο 4.5).
4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Υπερευαισθησία
Απαιτείται προσοχή όταν συνταγογραφείται το Voriconazole DEMO σε
ασθενείς που έχουν εμφανίσει υπερευαισθησία σε άλλα σκευάσματα
αζολών (βλ. επίσης παράγραφο 4.8).
Καρδιαγγειακό
Η βορικοναζόλη έχει συσχετιστεί με παράταση του διαστήματος QTc.
Υπήρξαν σπάνιες αναφορές περιπτώσεων torsades de pointes σε ασθενείς
οι οποίοι λάμβαναν βορικοναζόλη και είχαν παράγοντες κινδύνου, όπως
ιστορικό καρδιοτοξικής χημειοθεραπείας, καρδιομυοπάθειας,
υποκαλιαιμίας με παράλληλη λήψη φαρμακευτικών προϊόντων που
μπορεί να συνεισέφεραν στην τελική έκβαση. Η βορικοναζόλη πρέπει να
χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με δυνητικές προαρρυθμικές
καταστάσεις, όπως:
Συγγενή ή επίκτητη παράταση του διαστήματος QTc.
Καρδιομυοπάθεια, ιδιαίτερα εάν είναι παρούσα καρδιακή ανεπάρκεια.
Κολπική βραδυκαρδία.
Υπάρχουσες συμπτωματικές αρρυθμίες.
Παράλληλη λήψη φαρμακευτικού προϊόντος το οποίο είναι γνωστό ότι
παρατείνει το διάστημα QTc. Οι ηλεκτρολυτικές διαταραχές όπως η
υποκαλιαιμία, η υπομαγνησιαιμία και η υπασβεστιαιμία πρέπει να
παρακολουθούνται και να αποκαθίστανται, εάν είναι απαραίτητο, πριν
την έναρξη και κατά τη διάρκεια της θεραπείας με βορικοναζόλη (βλ.
παράγραφο 4.2). Μία μελέτη διεξήχθει σε υγιείς εθελοντές, η οποία
εξέτασε την επίδραση στο διάστημα QTc, εφάπαξ δόσεων βορικοναζόλης
έως και 4 φορές μεγαλύτερων της συνήθους ημερήσιας δόσης. Κανείς
εθελοντής δεν εμφάνισε διάστημα που να υπερβαίνει το όριο των 500
msec το οποίο δυνητικά είχε κλινική σημασία (βλ. παράγραφο 5.1).
Ηπατική τοξικότητα
Σε κλινικές μελέτες, υπήρξαν μη συχνές περιπτώσεις σοβαρών ηπατικών
αντιδράσεων κατά τη διάρκεια της θεραπείας με τη βορικοναζόλη
(συμπεριλαμβανομένης κλινικής ηπατίτιδας, χολόστασης και
κεραυνοβόλου ηπατικής ανεπάρκειας, συμπεριλαμβανομένων θανάτων).
Περιπτώσεις ηπατικών αντιδράσεων σημειώθηκε ότι συνέβαιναν κυρίως
σε ασθενείς με άλλα σοβαρά υποκείμενα νοσήματα (κυριότερα
αιματολογική κακοήθεια). Παροδικές ηπατικές αντιδράσεις,
συμπεριλαμβανομένης της ηπατίτιδας και του ίκτερου, έχουν συμβεί
μεταξύ ασθενών οι οποίοι δεν έχουν άλλους αναγνωρίσιμους παράγοντες
κινδύνου. Η ηπατική δυσλειτουργία είναι συνήθως αναστρέψιμη με τη
διακοπή της θεραπείας (βλ. παράγραφο 4.8)
Παρακολούθηση της ηπατικής λειτουργίας
Οι ασθενείς που λαμβάνουν Voriconazole DEMO πρέπει να
παρακολουθούνται προσεκτικά για ηπατική τοξικότητα. Η κλινική
αντιμετώπιση θα πρέπει να περιλαμβάνει εργαστηριακή αξιολόγηση της
ηπατικής λειτουργίας (ειδικότερα AST και ALT) κατά την έναρξη της
θεραπείας με Voriconazole DEMO και τουλάχιστον μία φορά την
εβδομάδα για τον πρώτο μήνα θεραπείας. Η διάρκεια της θεραπείας θα
πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο βραχεία∙ ωστόσο, εάν η θεραπεία
συνεχιστεί με βάση την αξιολόγηση οφέλους-κινδύνου (βλ. παράγραφο
4.2), η συχνότητα παρακολούθησης μπορεί να μειωθεί σε μία φορά τον
μήνα, εάν δεν υπάρχουν μεταβολές στις δοκιμασίες ηπατικής
λειτουργίας.
Εάν τα αποτελέσματα των δοκιμασιών ηπατικής λειτουργίας αυξηθούν
σημαντικά, η χορήγηση του Voriconazole DEMO θα πρέπει να διακοπεί,
εκτός εάν με βάση την ιατρική αξιολόγηση του κινδύνου-οφέλους της
θεραπείας για τον ασθενή δικαιολογείται συνέχιση της χρήσης του. Η
παρακολούθηση της ηπατικής λειτουργίας θα πρέπει να διενεργείται
τόσο στα παιδιά όσο και στους ενήλικες.
Οπτικές ανεπιθύμητες ενέργειες
Έχουν υπάρξει αναφορές παρατεταμένων οπτικών ανεπιθύμητων
ενεργειών, συμπεριλαμβανομένης της θαμπής όρασης, της οπτικής
νευρίτιδας και του οιδήματος της οπτικής θηλής (βλ. παράγραφο 4.8).
Νεφρικές ανεπιθύμητες ενέργειες
Έχει παρατηρηθεί οξεία νεφρική ανεπάρκεια σε βαριά άρρωστους
ασθενείς οι οποίοι βρίσκονται υπό θεραπεία με Voriconazole DEMO.
Ασθενείς οι οποίοι αντιμετωπίζονται θεραπευτικά με βορικοναζόλη είναι
πιθανό να λαμβάνουν συγχρόνως νεφροτοξικά φαρμακευτικά προϊόντα
και να έχουν ταυτόχρονα καταστάσεις οι οποίες μπορεί να έχουν σαν
αποτέλεσμα μειωμένη νεφρική λειτουργία (βλ. παράγραφο 4.8).
Παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας
Πρέπει να παρακολουθούνται οι ασθενείς για την ανάπτυξη μη
φυσιολογικής νεφρικής λειτουργίας. Η παρακολούθηση πρέπει να
συμπεριλαμβάνει εργαστηριακή αξιολόγηση, ειδικότερα της κρεατινίνης
ορού.
Παρακολούθηση της παγκρεατικής λειτουργίας
Οι ασθενείς, ιδιαιτέρως οι παιδιατρικοί, με παράγοντες κινδύνου για
εμφάνιση οξείας παγκρεατίτιδας (π.χ., πρόσφατη χημειοθεραπεία,
μεταμόσχευση αρχέγονων αιμοποιητικών κυττάρων [HSCT]), θα πρέπει
να παρακολουθούνται προσεκτικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας με το
Voriconazole DEMO. Η παρακολούθηση της αμυλάσης ή της λιπάσης του
ορού θα πρέπει να εξετάζεται σε αυτή την κλινική περίπτωση.
Δερματολογικές ανεπιθύμητες ενέργειες
Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Voriconazole DEMO, ασθενείς έχουν
σπάνια αναπτύξει αποφολιδωτικές δερματικές αντιδράσεις, όπως
σύνδρομο Stevens-Johnson. Αν οι ασθενείς αναπτύξουν εξάνθημα, πρέπει
να παρακολουθούνται στενά και να διακόπτεται η χορήγηση του
Voriconazole DEMO, αν οι βλάβες επιδεινωθούν.
Επιπρόσθετα, το Voriconazole DEMO έχει συσχετιστεί με
φωτοτοξικότητα και ψευδοπορφυρία. Συνιστάται όλοι οι ασθενείς,
συμπεριλαμβανομένων των παιδιών, να αποφεύγουν την έντονη ή
παρατεταμένη έκθεση σε άμεσο ηλιακό φως κατά τη διάρκεια της
θεραπείας με το Voriconazole DEMO και να χρησιμοποιούν μέτρα όπως
προστατευτική ένδυση και αντιηλιακό με υψηλό δείκτη προστασίας από
τον ήλιο (SPF).
Μακροχρόνια θεραπεία
Οι ακόλουθες σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν αναφερθεί σε σχέση
με τη μακροχρόνια θεραπεία με το Voriconazole DEMO; ως εκ τούτου θα
πρέπει οι γιατροί να εξετάσουν την ανάγκη να περιοριστεί η έκθεση στο
Voriconazole DEMO (βλ. παραγράφους 4.2 και 5.1):
Kαρκίνωμα δέρματος από πλακώδες επιθήλιο έχει αναφερθεί σε
ασθενείς, ορισμένοι από τους οποίους έχουν αναφέρει προηγούμενες
φωτοτοξικές αντιδράσεις. Εάν εμφανισθούν αντιδράσεις από
φωτοτοξικότητα, θα πρέπει να ζητηθεί συμβουλή από συμβούλιο ιατρών
και ο ασθενής θα πρέπει να παραπεμφθεί σε ένα δερματολόγο. Θα πρέπει
να εξεταστεί η διακοπή χορήγησης του Voriconazole DEMO. Θα πρέπει να
πραγματοποιείται δερματολογική εκτίμηση σε συστηματική και τακτική
βάση, κάθε φορά που συνεχίζεται η χορήγηση του Voriconazole DEMO
παρά την εμφάνιση βλαβών που σχετίζονται με φωτοτοξικότητα, ώστε
να επιτραπεί η πρώιμη ανίχνευση και η αντιμετώπιση προκαρκινικών
βλαβών. Η χορήγηση του Voriconazole DEMO θα πρέπει να διακοπεί, εάν
αναγνωριστούν προκαρκινικές βλάβες του δέρματος ή καρκίνωμα από
πλακώδες επιθήλιο.
Μη λοιμώδης περιοστίτιδα με αυξημένα επίπεδα φθορίου και αλκαλικής
φωσφατάσης έχει αναφερθεί σε μεταμοσχευμένους ασθενείς. Εάν ένας
ασθενής αναπτύξει σκελετικό πόνο και ακτινολογικά ευρήματα συμβατά
με περιοστίτιδα, θα πρέπει να εξεταστεί η διακοπή της χορήγησης του
Voriconazole DEMO μετά από συμβουλή από συμβούλιο ιατρών.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας
κάτω των 2 ετών δεν έχει τεκμηριωθεί (βλ. παραγράφους 4.8 και 5.1). Η
βορικοναζόλη ενδείκνυται σε παιδιά ηλικίας 2 ετών ή μεγαλύτερα. Η
ηπατική λειτουργία θα πρέπει να παρακολουθείται τόσο στους ενήλικες
όσο και στα παιδιά. Η βιοδιαθεσιμότητα μετά από του στόματος
χορήγηση ενδέχεται να είναι περιορισμένη σε παιδιατρικούς ασθενείς 2
έως <12 ετών με δυσαπορρόφηση και πολύ χαμηλό σωματικό βάρος για
την ηλικία τους. Σε αυτή την περίπτωση, συνιστάται ενδοφλέβια
χορήγηση της βορικοναζόλης.
Η συχνότητα των αντιδράσεων φωτοτοξικότητας είναι υψηλότερη στον
παιδιατρικό πληθυσμό. Καθώς έχει αναφερθεί εξέλιξη προς την εμφάνιση
SCC , απαιτούνται αυστηρά μέτρα φωτοπροστασίας σε αυτόν τον
πληθυσμό ασθενών. Σε παιδιά που παρουσιάζουν φωτογηραντικές
βλάβες, όπως φακίδες ή εφηλίδες, συνιστάται αποφυγή της ηλιακής
ακτινοβολίας και δερματολογική παρακολούθηση ακόμη και μετά από τη
διακοπή της θεραπείας.
Προφύλαξη
Σε περίπτωση ανεπιθύμητων ενεργειών που σχετίζονται με τη θεραπεία
(ηπατοτοξικότητα, σοβαρές δερματικές αντιδράσεις που περιλαμβάνουν
φωτοτοξικότητα και SCC , σοβαρές ή παρατεταμένες οπτικές διαταραχές
και περιοστίτιδα), πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο διακοπής της
βορικοναζόλης και της χρήσης εναλλακτικών αντιμυκητιασικών
παραγόντων.
Φαινυτοΐνη (υπόστρωμα του CYP2C9 και ισχυρός επαγωγέας του
CYP450)
Συνιστάται προσεκτική παρακολούθηση των επιπέδων φαινυτοΐνης, όταν
η φαινυτοΐνη συγχορηγείται με βορικοναζόλη. Η συγχορήγηση
βορικοναζόλης και φαινυτοΐνης πρέπει να αποφεύγεται εκτός εάν το
όφελος υπερτερεί του κινδύνου (βλ. παράγραφο 4.5).
Εφαβιρένζη (επαγωγέας του CYP450, αναστολέας και υπόστρωμα του
CYP3A4)
Όταν η βορικοναζόλη συγχορηγείται με εφαβιρένζη, η δόση της
βορικοναζόλης θα πρέπει να
αυξάνεται στα 400 mg κάθε 12 ώρες και η δόση της εφαβιρένζης θα
πρέπει να μειώνεται στα 300 mg κάθε 24 ώρες (βλ. παραγράφους 4.2, 4.3
και 4.5).
Ριφαμπουτίνη (επαγωγέας του CYP450)
Συνιστάται προσεκτική παρακολούθηση των γενικών εξετάσεων αίματος
και των ανεπιθύμητων ενεργειών της ριφαμπουτίνης (π.χ., ραγοειδίτιδα)
όταν η ριφαμπουτίνη συγχορηγείται με βορικοναζόλη. Η συγχορήγηση
βορικοναζόλης και ριφαμπουτίνης πρέπει να αποφεύγεται εκτός εάν το
όφελος υπερτερεί του κινδύνου (βλ. παράγραφο 4.5).
Ριτοναβίρη (ισχυρός επαγωγέας του CYP450, αναστολέας και υπόστρωμα
του CYP3A4)
Συγχορήγηση της βορικοναζόλης με χαμηλή δόση ριτοναβίρης (100 mg
δύο φορές ημερησίως) θα πρέπει να αποφεύγεται εκτός εάν η εκτίμηση
του κινδύνου/οφέλους για τον ασθενή δικαιολογεί τη χρήση
βορικοναζόλης (βλ. παραγράφους 4.5 και 4.3).
Εβερόλιμους (υπόστρωμα του CYP3A4, υπόστρωμα της P-gp)
Δεν συνιστάται η συγχορήγηση της βορικοναζόλης με εβερόλιμους επειδή
η βορικοναζόλη αναμένεται να αυξήσει σημαντικά τις συγκεντρώσεις
του εβερόλιμους. Αυτή τη στιγμή δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα ώστε να
επιτρέψουν δοσολογικές συστάσεις σε αυτή την περίπτωση (βλ.
παράγραφο 4.5).
Μεθαδόνη (υπόστρωμα του CYP3A4)
Συνιστάται η συχνή παρακολούθηση των ανεπιθύμητων ενεργειών και
της τοξικότητας που σχετίζεται με τη μεθαδόνη, συμπεριλαμβανομένης
της παράτασης του διαστήματος QTc, όταν η μεθαδόνη συγχορηγείται με
βορικοναζόλη, καθώς τα επίπεδα της μεθαδόνης αυξάνονται μετά από
συγχορήγηση βορικοναζόλης. Η ελάττωση της δόσης της μεθαδόνης
ενδέχεται να είναι απαραίτητη (βλ. παράγραφο 4.5).
Οπιοειδή βραχείας δράσης (υπόστρωμα του CYP3A4)
Η μείωση στη δόση της αλφαιντανίλης, της φαιντανύλης και άλλων
βραχείας δράσης οπιοειδών που έχουν παρόμοια δομή με την
αλφαιντανίλη και μεταβολίζονται από το CYP3A4 (π.χ., σουφαιντανίλη)
θα πρέπει να ληφθεί υπόψη, όταν συγχορηγούνται με βορικοναζόλη (βλ.
παράγραφο 4.5). Καθώς ο χρόνος ημίσειας ζωής της αλφαιντανίλης
παρατείνεται κατά 4 φορές όταν η αλφαιντανίλη συγχορηγείται με
βορικοναζόλη, και σε μία ανεξάρτητη μελέτη που έχει δημοσιευθεί η
ταυτόχρονη χορήγηση βορικοναζόλης με φαιντανύλη είχε ως αποτέλεσμα
μία αύξηση της AUC0-∞ της φαιντανύλης, ενδέχεται να είναι απαραίτητη
η συχνή παρακολούθηση για ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με
οπιοειδή (συμπεριλαμβανομένης μίας μεγαλύτερης περιόδου
παρακολούθησης του αναπνευστικού).
Οπιοειδή μακράς δράσης (υπόστρωμα του CYP3A4)
Η μείωση στη δόση της οξυκωδόνης και άλλων μακράς δράσης οπιοειδών
που μεταβολίζονται από το CYP3A4 (π.χ. υδροκωδόνη) θα πρέπει να
ληφθεί υπόψη, όταν συγχορηγούνται με βορικοναζόλη. Ενδέχεται να
είναι απαραίτητη η συχνή παρακολούθηση για ανεπιθύμητες ενέργειες
σχετιζόμενες με οπιοειδή (βλ. παράγραφο 4.5).
Φλουκοναζόλη (αναστολέας των CYP2C9, CYP2C19 και CYP3A4)
Η συγχορήγηση από του στόματος βορικοναζόλης και από του στόματος
φλουκοναζόλης είχε ως αποτέλεσμα μία σημαντική αύξηση της C
max
και
της AUCτ της βορικοναζόλης σε υγιείς εθελοντές. Η μειωμένη δόση και/ή
συχνότητα της βορικοναζόλης και της φλουκοναζόλης, τα οποία θα
εξάλειφαν αυτή την επίδραση, δεν έχουν καθοριστεί. Συνιστάται
παρακολούθηση για ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με τη
βορικοναζόλη εάν η χρήση της βορικοναζόλης γίνεται διαδοχικά, μετά τη
χρήση της φλουκοναζόλης (βλ. παράγραφο 4.5).
Τα δισκία Voriconazole DEMO περιέχουν λακτόζη και δεν πρέπει να
χορηγούνται σε ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα
δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκεια λακτάσης του Lapp, ή κακή
απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης.
4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και
άλλες μορφές αλληλεπίδρασης
Η βορικοναζόλη μεταβολίζεται από και αναστέλλει τη δραστηριότητα
των ισοενζύμων του
κυτοχρώματος Ρ450, CYP2C19, CYP2C9 και CYP3A4. Οι αναστολείς ή
επαγωγείς αυτών
των ισοενζύμων μπορεί να αυξήσουν ή να μειώσουν τις συγκεντρώσεις
βορικοναζόλης στο πλάσμα, αντίστοιχα, και για την βορικοναζόλη
υπάρχει πιθανότητα να αυξάνει τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα ουσιών
που μεταβολίζονται από αυτά τα ισοένζυμα του CYP450.
Εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά, έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες
αλληλεπιδράσεων του φαρμάκου σε υγιείς ενήλικες άνδρες
χρησιμοποιώντας πολλαπλές δόσεις μέχρι την επίτευξη σταθερής
κατάστασης με από του στόματος βορικοναζόλη στα 200 mg δύο φορές
ημερησίως (BID). Αυτά τα αποτελέσματα είναι σχετικά και με άλλους
πληθυσμούς και οδούς χορήγησης.
Η βορικοναζόλη θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με
συγχορηγούμενη αγωγή που είναι γνωστό ότι παρατείνει το διάστημα
QTc. Όταν υπάρχει επίσης πιθανότητα για την
βορικοναζόλη να αυξήσει τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα ουσιών που
μεταβολίζονται από τα
ισοένζυμα CYP3A4 (ορισμένα αντιισταμινικά, κινιδίνη, σισαπρίδη,
πιμοζίδη), η συγχορήγηση αντενδείκνυται (βλ. παρακάτω και παράγραφο
4.3).
Πίνακας αλληλεπιδράσεων
Οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ της βορικοναζόλης και άλλων
φαρμακευτικών προϊόντων αναφέρονται στον παρακάτω πίνακα (άπαξ
ημερησίως ως «QD», δύο φορές ημερησίως ως «BID», τρεις φορές
ημερησίως ως «TID» και μη καθορισμένο ως «ND»). Η κατεύθυνση του
βέλους για κάθε φαρμακοκινητική παράμετρο βασίζεται στο διάστημα
εμπιστοσύνης 90% της γεωμετρικής μέσης αναλογίας, το οποίο είναι είτε
εντός (↔), κάτω (↓) ή πάνω (↑) από το εύρος 80-125%. Ο αστερίσκος (*)
υποδεικνύει μία αμφίδρομη αλληλεπίδραση. Τα AUC, AUCt και AUC0-
αντιπροσωπεύουν την περιοχή κάτω από την καμπύλη σε ένα διάστημα
χορήγησης, από τον χρόνο μηδέν μέχρι τον χρόνο με ανιχνεύσιμη
μέτρηση και από τον χρόνο μηδέν μέχρι το άπειρο, αντίστοιχα.
Οι αλληλεπιδράσεις στον πίνακα παρουσιάζονται με την ακόλουθη
σειρά: αντενδείξεις, αυτές που απαιτούν προσαρμογή της δόσης και
προσεκτική κλινική και/ή βιολογική παρακολούθηση και τέλος αυτές που
δεν έχουν σημαντική φαρμακοκινητική αλληλεπίδραση αλλά ενδέχεται
να παρουσιάζουν κλινικό ενδιαφέρον σε αυτό το θεραπευτικό πεδίο.
μΦαρ ακευτικό
προϊόν
[ μΜηχανισ ός
]αλληλεπίδρασης
Αλληλεπίδραση
Αλλαγές
γεωμετρικού μέσου
όρου (%)
Συστάσεις σχετικά
με την
συγχορήγηση
Αστεμιζόλη,
σισαπρίδη, πιμοζίδη,
κινιδίνη και
τερφεναδίνη
[ μυποστρώ ατα
CYP3A4]
Παρότι δεν
μελετήθηκε, οι
αυξημένες
συγκεντρώσεις αυτών
των φαρμακευτικών
προϊόντων στο πλάσμα
μπορεί να οδηγήσουν
σε
Αντενδείκνυται
( . 4.3)βλ παράγραφο
παράταση του
διαστήματος QTc και
σπάνιες περιπτώσεις
torsades de pointes
Καρβαμαζεπίνη και
μακράς δράσης
βαρβιτουρικά (π.χ.,
φαινοβαρβιτάλη,
μεφοβαρβιτάλη)
[ισχυροί επαγωγείς
του
CYP
450]
Παρότι δεν
μελετήθηκε, η
καρβαμαζεπίνη και τα
μακράς δράσης
βαρβιτουρικά είναι
πιθανό
να μειώσουν
σημαντικά τις
συγκεντρώσεις της
βορικοναζόλης στο
πλάσμα.
Αντενδείκνυται
( . 4.3βλ παράγραφο
μΦαρ ακευτικό
προϊόν
[ μΜηχανισ ός
]αλληλεπίδρασης
Αλληλεπίδραση
Αλλαγές
γεωμετρικού μέσου
όρου (%)
Συστάσεις σχετικά
με την
συγχορήγηση
Εφαβιρένζη (ένας
μη νουκλεοσιδικός
αναστολέας
της αντίστροφης
μεταγραφάσης)
[επαγωγέας του
CYP450,
αναστολέας και
υπόστρωμα του
CYP3A4]
Εφαβιρένζη 400 mg
QD,
συγχορηγούμενη με
βορικοναζόλη 200
mg BID*
Εφαβιρένζη Cmax
38%
Εφαβιρένζη AUC
44%
Βορικοναζόλη Cmax
61%
Βορικοναζόλη AUC
77%
Η χρήση τυπικών
δόσεων
βορικοναζόλης με
δόσεις
εφαβιρένζης των 400
mg QD
ή υψηλότερες
αντενδείκνυται
(βλ. παράγραφο 4.3).
Επιτρέπεται η
συγχορήγηση
της βορικοναζόλης με
Εφαβιρένζη 300 mg
QD,
συγχορηγούμενη με
βορικοναζόλη 400 mg
BID*
Σε σύγκριση με την
εφαβιρένζη 600 mg
QD,
Εφαβιρένζη Cmax ↔
Εφαβιρένζη AUC
17%
Σε σύγκριση με τη
βορικοναζόλη 200mg
BID,
Βορικοναζόλη Cmax
23%
Βορικοναζόλη AUC
7%
εφαβιρένζη εάν η δόση
συντήρησης της
βορικοναζόλης αυξηθεί
στα
400 mg BID και η δόση
της
εφαβιρένζης μειωθεί
στα 300
mg QD. Όταν διακοπεί
η
θεραπεία με
βορικοναζόλη, θα
πρέπει να
αποκατασταθεί η
αρχική δόση
εφαβιρένζης (βλ.
παράγραφο 4.2 και
4.4)
Αλκαλοειδή της
ερυσιβώδους όλυρας
(π.χ., εργοταμίνη και
διυδροεργοταμίνη)
[υποστρώματα του
CYP3
A4]
Παρότι δεν
μελετήθηκε, η
βορικοναζόλη είναι
πιθανό να αυξήσει τις
συγκεντρώσεις των
αλκαλοειδών της
ερυσιβώδους όλυρας
στο πλάσμα και να
οδηγήσει σε
εργοτισμό.
Αντενδείκνυται
(βλ.
παράγραφο 4.3)
μΦαρ ακευτικό
προϊόν
[ μΜηχανισ ός
]αλληλεπίδρασης
Αλληλεπίδραση
Αλλαγές
γεωμετρικού μέσου
όρου (%)
Συστάσεις σχετικά
με την
συγχορήγηση
Ριφαμπουτίνη
[ισχυρός επαγωγέας
του
CYP
450]
300 mg QD
300 mg QD
(συγχορηγούμενο
με βορικοναζόλη 350
mg BID)*
300 mg QD
(συγχορηγούμενο
με βορικοναζόλη 400
mg BID) *
Βορικοναζόλη Cmax
69%
Βορικοναζόλη AUC
78%
Σε σύγκριση με τη
βορικοναζόλη 200mg
BID,
Βορικοναζόλη Cmax
4%
Βορικοναζόλη AUC
32%
Ριφαμπουτίνη Cmax
195%
Ριφαμπουτίνη AUC
331%
Σε σύγκριση με τη
βορικοναζόλη 200 mg
BID,
Βορικοναζόλη Cmax
104%
Βορικοναζόλη AUC
87%
Η ταυτόχρονη χρήση
βορικοναζόλης και
ριφαμπουτίνης θα
πρέπει να
αποφεύγεται εκτός εάν
το
όφελος υπερτερεί του
κινδύνου. Η δόση
συντήρησης της
βορικοναζόλης μπορεί
αυξηθεί στα 5 mg/kg
ενδοφλεβίως BID ή
από 200
mg σε 350 mg από του
στόματος BID, (100
mg σε
200mg από του
στόματος
BID σε ασθενείς με
βάρος
μικρότερο από 40
κιλά) (βλ.
παράγραφο 4.2).
Συνιστάται
προσεκτική
παρακολούθηση των
γενικών εξετάσεων
αίματος και των
ανεπιθύμητων
ενεργειών
σχετιζόμενων με την
ριφαμπουτίνη (π.χ.
ραγοειδίτιδα) όταν η
ριφαμπουτίνη
συγχορηγείται
με βορικοναζόλη.
Ριφαμπικίνη (600 mg
QD)
[ισχυρός επαγωγέας
του CYP450]
Βορικοναζόλη Cmax
93%
Βορικοναζόλη AUC
96%
Αντενδείκνυται
(βλ.
παράγραφο 4.3)
Ριτοναβίρη
(αναστολέας της
πρωτεάσης)
[ισχυρός επαγωγέας
του CYP450,
αναστολέας και
υπόστρωμα του
CYP3A4]
Υψηλή δόση (400mg
BID)
Χαμηλή δόση (100mg
BID) *
Ριτοναβίρη Cmax και
AUC
Βορικοναζόλη Cmax
66%
Βορικοναζόλη AUC
82%
Ριτοναβίρη Cmax
25%
Ριτοναβίρη AUC
13%
Βορικοναζόλη Cmax
24%
Βορικοναζόλη AUC
39%
Η συγχορήγηση της
βορικοναζόλης με
υψηλές
δόσεις ριτοναβίρης
(400
mg και άνω BID)
αντενδείκνυται (βλ.
παράγραφο 4.3).
Η συγχορήγηση της
βορικοναζόλης με
χαμηλή
δόση ριτοναβίρης (100
mg
BID) θα πρέπει να
αποφεύγεται εκτός εάν
η
εκτίμηση του
κινδύνου/οφέλους για
τον
ασθενή δικαιολογεί τη
χρήση
βορικοναζόλης.
μΦαρ ακευτικό
προϊόν
[ μΜηχανισ ός
]αλληλεπίδρασης
Αλληλεπίδραση
Αλλαγές
γεωμετρικού μέσου
όρου (%)
Συστάσεις σχετικά
με την
συγχορήγηση
St. John’s Wort
[
επαγωγέας
του
CYP450,
επαγωγέας της P-gp]
300 mg TID
(συγχορηγούμενο με
εφάπαξ δόση
βορικοναζόλης 400
mg )
Σε μία ανεξάρτητη
δημοσιευμένη μελέτη,
Βορικοναζόλη AUC
0−∞
59%
Αντενδείκνυται
(βλ.
παράγραφο 4.3)
Εβερόλιμους
[υπόστρωμα του
CYP3A4,
υπόστρωμα της P-gp]
Παρότι δεν
μελετήθηκε, η
βορικοναζόλη είναι
πιθανό να αυξήσει
σημαντικά τις
συγκεντρώσεις του
εβερόλιμους στο
Δεν συνιστάται η
συγχορήγηση της
βορικοναζόλης με
εβερόλιμους
επειδή η βορικοναζόλη
αναμένεται να αυξήσει
σημαντικά τις
πλάσμα συγκεντρώσεις του
εβερόλιμους (βλ.
παράγραφο 4.4).
Φλουκοναζόλη (200
mg QD)
[αναστολέας των
CYP2C9, CYP2C19
και CYP3A4]
Βορικοναζόλη Cmax
57%
Βορικοναζόλη AUC
79%
Φλουκοναζόλη Cmax
ND
Φλουκοναζόλη AUC
ND
Η μειωμένη δόση και/ή
συχνότητα της
βορικοναζόλης
και της
φλουκοναζόλης,
τα οποία θα εξάλειφαν
αυτή την επίδραση, δεν
έχουν
καθοριστεί.
Συνιστάται
παρακολούθηση για
ανεπιθύμητες
ενέργειες
σχετιζόμενες με τη
βορικοναζόλη εάν η
χρήση
της βορικοναζόλης
γίνεται
διαδοχικά μετά τη
χρήση της
φλουκοναζόλης.
Φαινυτοΐνη
[υπόστρωμα του
CYP2C9 και ισχυρός
επαγωγέας του
CYP450]
300 mg QD
300 mg QD
(συγχορηγούμενη
με βορικοναζόλη 400
mg BID)*
Βορικοναζόλη Cmax
49%
Βορικοναζόλη AUC
69%
Φαινυτοΐνη Cmax
67%
Φαινυτοΐνη AUC
81%
Σε σύγκριση με τη
βορικοναζόλη
200mg BID,
Βορικοναζόλη Cmax
34%
Η συγχορήγηση
βορικοναζόλης και
φαινυτοΐνης πρέπει να
αποφεύγεται εκτός εάν
το
όφελος υπερτερεί του
κινδύνου. Συνιστάται
προσεκτική
παρακολούθηση
των επιπέδων της
φαινυτοΐνης στο
πλάσμα.
Η φαινυτοΐνη μπορεί
να
συγχορηγηθεί με τη
βορικοναζόλη, εάν η
δόση
συντήρησης της
βορικοναζόλης αυξηθεί
στα 5 mg/kg
Βορικοναζόλη AUC
39%
ενδοφλεβίως BID ή
από 200 mg σε 400 mg
από
του στόματος BID,
(100 mg
σε 200mg από του
στόματος
BID σε ασθενείς με
βάρος
μικρότερο από 40
κιλά) (βλ.
παράγραφο 4.2).
Αντιπηκτικά
Βαρφαρίνη (30 mg
εφάπαξ
δόση,
συγχορηγούμενη με
300 mg
βορικοναζόλης BID)
[υπόστρωμα του
CYP2C9]
Άλλα από του
στόματος
χορηγούμενα
κουμαρινικά
(π.χ.,
φαινπροκουμόνη,
ασενοκουμαρόλη)
[υποστρώματα των
CYP2C9 και
CYP3A4]
Η μέγιστη αύξηση του
χρόνου προθρομβίνης
ήταν περίπου
διπλάσια.
Παρότι δεν
μελετήθηκε, η
βορικοναζόλη μπορεί
να αυξήσει τις
συγκεντρώσεις των
κουμαρινικών στο
πλάσμα, το οποίο
μπορεί να προκαλέσει
μία αύξηση στον χρόνο
προθρομβίνης.
Συνιστάται η στενή
παρακολούθηση του
χρόνου
προθρομβίνης ή άλλων
κατάλληλων
δοκιμασιών
για την πήξη του
αίματος και η δόση
των αντιπηκτικών θα
πρέπει να
προσαρμόζεται
ανάλογα.
Βενζοδιαζεπίνες
(π.χ.,
μιδαζολάμη,
τριαζολάμη,
αλπραζολάμη)
[υποστρώματα του
CYP3A4
]
Παρότι δεν μελετήθηκε
κλινικά, η
βορικοναζόλη είναι
πιθανό να αυξήσει τις
συγκεντρώσεις στο
πλάσμα των
βενζοδιαζεπινών που
μεταβολίζονται από το
CYP3A4 και να
οδηγήσει σε
παρατεταμένη
Πρέπει να εξεταστεί το
ενδεχόμενο μείωσης
της
δόσης των
βενζοδιαζεπινών.
κατασταλτική
επίδραση.
Ανοσοκατασταλτικά
[υποστρώματα του
CYP3A4]
Σιρόλιμους (2 mg
εφάπαξ δόση)
Κυκλοσπορίνη (σε
σταθεροποιημένους
ασθενείς με
μεταμόσχευση
νεφρού που
λαμβάνουν χρόνια
θεραπεία με
κυκλοσπορίνη)
Τακρόλιμους (0,1
mg/kg
εφάπαξ δόση)
Σε μία ανεξάρτητη
δημοσιευμένη μελέτη,
Σιρόλιμους Cmax 6,6
φορές
Σιρόλιμους AUC
0−∞
11 φορές
Κυκλοσπορίνη Cmax
13%
Κυκλοσπορίνη AUC
70%
Τακρόλιμους Cmax
117%
Τακρόλιμους AUCt
221%
Η συγχορήγηση της
βορικοναζόλης και του
σιρόλιμους
αντενδείκνυται
(βλ. παράγραφο 4.3).
Κατά την έναρξη της
βορικοναζόλης σε
ασθενείς οι οποίοι
λαμβάνουν ήδη
κυκλοσπορίνη,
συνιστάται η
μείωση της δόσης της
κυκλοσπορίνης κατά
το ήμισυ και η
προσεκτική
παρακολούθηση των
επιπέδων της
κυκλοσπορίνης.
Αυξημένα
επίπεδα
κυκλοσπορίνης έχουν
συσχετιστεί με
νεφροτοξικότητα.
Όταν
διακόπτεται η
βορικοναζόλη,
τα επίπεδα της
κυκλοσπορίνης
πρέπει να
παρακολουθούνται
προσεκτικά και η δόση
να
αυξάνεται όπως
απαιτείται.
Κατά την έναρξη της
θεραπείας με
βορικοναζόλη σε
ασθενείς οι οποίοι
λαμβάνουν ήδη
τακρόλιμους,
συνιστάται η μείωση
της δόσης του
τακρόλιμους στο ένα
τρίτο της αρχικής
δόσης και να
παρακολουθείται
προσεκτικά το επίπεδο
του τακρόλιμους.
Αυξημένα επίπεδα
τακρόλιμους έχουν
συσχετιστεί με
νεφροτοξικότητα.
Όταν διακόπτεται η
θεραπεία με
βορικοναζόλη, τα
επίπεδα του
τακρόλιμους πρέπει να
παρακολουθούνται
προσεκτικά και η δόση
να
αυξάνεται όπως
απαιτείται.
Οπιοειδή Μακράς
Δράσης
[υποστρώματα του
CYP3A4]
Οξυκωδόνη (10 mg
εφάπαξ δόση)
Σε μία ανεξάρτητη
δημοσιευμένη μελέτη,
Οξυκωδόνη Cmax 1,7
φορές
Οξυκωδόνη AUC
0−∞
3,6 φορές
Πρέπει να εξεταστεί το
ενδεχόμενο μείωσης
της
δόσης της οξυκωδόνης
και
άλλων οπιοειδών
μακράς
δράσης που
μεταβολίζονται
από το CYP3A4
(π.χ.,υδροκωδόνη).
Ενδέχεται να
απαιτείται συχνή
παρακολούθηση για
σχετιζόμενες με τα
οπιοειδή
ανεπιθύμητες
ενέργειες.
Μεθαδόνη (32-100
mg QD)
[υπόστρωμα του
CYP3A4]
R-μεθαδόνη (δραστική)
Cmax 31%
R-μεθαδόνη (δραστική)
AUC 47%
Συνιστάται η συχνή
παρακολούθηση για
σχετιζόμενες με τη
μεθαδόνη
S-μεθαδόνη Cmax
65%
S-μεθαδόνη AUC
103%
ανεπιθύμητες
ενέργειες και
τοξικότητα,
συμπεριλαμβανομένης
της
παράτασης του
διαστήματος
QTc. Ενδέχεται να
απαιτείται
μείωση της δόσης της
μεθαδόνης.
μΦαρ ακευτικό
προϊόν
[ μΜηχανισ ός
]αλληλεπίδρασης
Αλληλεπίδραση
Αλλαγές
γεωμετρικού μέσου
όρου (%)
Συστάσεις σχετικά
με την
συγχορήγηση
Μη Στεροειδή
Αντιφλεγμονώδη
Φάρμακα (ΜΣΑΦ)
[υποστρώματα του
CYP2C9]
Ιβουπροφαίνη (400
mg εφάπαξ δόση)
Δικλοφενάκη (50 mg
εφάπαξ δόση)
S-Ιβουπροφαίνη Cmax
20%
S-Ιβουπροφαίνη AUC
0−∞
100%
Δικλοφενάκη Cmax
114%
Δικλοφενάκη AUC
0−∞
78%
Συνιστάται η συχνή
παρακολούθηση για
σχετιζόμενες με τα
ΜΣΑΦ
ανεπιθύμητες
ενέργειες και
τοξικότητα.
Ενδέχεται να
απαιτείται μείωση
της δόσης των ΜΣΑΦ.
Ομεπραζόλη (40mg
QD)*
[αναστολέας του
CYP2C19,
υπόστρωμα των
CYP2C19 και
CYP3A4]
Ομεπραζόλη Cmax
116%
Ομεπραζόλη AUC
280%
Βορικοναζόλη Cmax
15%
Βορικοναζόλη AUC
41%
Δεν συνιστάται
προσαρμογή
της δόσης της
βορικοναζόλης.
Κατά την έναρξη της
θεραπείας με
βορικοναζόλη σε
Άλλοι αναστολείς της
αντλίας πρωτονίων που
είναι υποστρώματα του
CYP2C19
μπορεί επίσης να
ανασταλούν από τη
βορικοναζόλη και
μπορεί να οδηγήσουν σε
αυξημένες
συγκεντρώσεις αυτών
των φαρμακευτικών
προϊόντων στο πλάσμα.
ασθενείς οι οποίοι
λαμβάνουν ήδη
ομεπραζόλη σε δόσεις
των 40 mg ή
μεγαλύτερες,
συνιστάται η μείωση
της δόσης της
ομεπραζόλης κατά το
ήμισυ.
Από του στόματος
Αντισυλληπτικά*
[υπόστρωμα του
CYP3A4,
αναστολέας του
CYP2C19]
Νοραιθιστερόνη/
Αιθινυλοιστραδιόλη
(1 mg/0,035 mg QD)
Αιθινυλοιστραδιόλη
Cmax 36%
Αιθινυλοιστραδιόλη
AUC
61%
Νοραιθιστερόνη Cmax
15%
Νοραιθιστερόνη AUC
53%
Βορικοναζόλη Cmax
14%
Βορικοναζόλη AUC
46%
Συνιστάται η
παρακολούθηση για
ανεπιθύμητες
ενέργειες,
σχετιζόμενες με τα
από του
στόματος
χορηγούμενα
αντισυλληπτικά,
επιπλέον
αυτών που
σχετίζονται με τη
βορικοναζόλη.
Οπιοειδή Βραχείας
Δράσης
[υποστρώματα του
CYP3A4]
Αλφαιντανίλη (20
μg/kg εφάπαξ δόση,
με συγχορηγούμενη
ναλοξόνη)
Φαιντανύλη (5g/kg
εφάπαξ δόση)
Σε μία ανεξάρτητη
δημοσιευμένη μελέτη,
Αλφαιντανίλη AUC
0−∞
6-φορές
Σε μία ανεξάρτητη
δημοσιευμένη μελέτη,
Φαιντανύλη AUC
0−∞
1,34-
φορές
Πρέπει να εξεταστεί
το
ενδεχόμενο μείωσης
της
δόσης της
αλφαιντανίλης, της
φαιντανύλης και
άλλων
βραχείας δράσης
οπιοειδών
που έχουν παρόμοια
δομή με την
αλφαιντανίλη και
μεταβολίζονται από
το
CYP3A4 (π.χ.
σουφαιντανίλη).
Συνιστάται
εκτενής και συχνή
παρακολούθηση για
αναπνευστική
καταστολή και άλλες
σχετιζόμενες με τα
οπιοειδή
ανεπιθύμητες
ενέργειες
μΦαρ ακευτικό
προϊόν
[ μΜηχανισ ός
]αλληλεπίδρασης
Αλληλεπίδραση
Αλλαγές
γεωμετρικού μέσου
όρου (%)
Συστάσεις σχετικά
με την
συγχορήγηση
Στατίνες
(π.χ.,λοβαστατίνη)
[υποστρώματα του
CYP
3
A
4]
Παρότι δεν μελετήθηκε
κλινικά, η
βορικοναζόλη είναι
πιθανό να αυξήσει τις
συγκεντρώσεις στο
πλάσμα των στατίνων,
οι οποίες
μεταβολίζονται από το
CYP3A4 και αυτό θα
μπορούσε να οδηγήσει
σε ραβδομυόλυση.
Πρέπει να εξεταστεί το
ενδεχόμενο μείωσης
της
δόσης των στατίνων.
Σουλφονυλουρίες
(π.χ., τολβουταμίδη,
γλιπιζίδη και
γλιβουρίδη)
[υποστρώματα του
CYP2C9]
Παρότι δεν
μελετήθηκε, η
βορικοναζόλη πιθανόν
να αυξήσει τις
συγκεντρώσεις των
σουλφονυλουριών στο
πλάσμα και να
προκαλέσει
υπογλυκαιμία.
Συνιστάται η
προσεκτική
παρακολούθηση των
επιπέδων γλυκόζης
στο αίμα. Πρέπει να
εξεταστεί το
ενδεχόμενο μείωσης
της δόσης των
σουλφονυλουριών.
Αλκαλοειδή της
Vinca
(π.χ. βινκριστίνη και
βινμπλαστίνη)
[υποστρώματα του
CYP3A4]
Παρότι δεν
μελετήθηκε, η
βορικοναζόλη πιθανόν
να αυξήσει τις
συγκεντρώσεις των
αλκαλοειδών της
Vinca στο πλάσμα και
να οδηγήσει σε
νευροτοξικότητα.
Πρέπει να εξεταστεί το
ενδεχόμενο μείωσης
της δόσης των
αλκαλοειδών της
vinca.
Άλλοι Αναστολείς
της HIV
Πρωτεάσης (π.χ.,
Δεν έχει μελετηθεί
κλινικά.
In vitro
μελέτες
Προσεκτική
παρακολούθηση
για εμφάνιση
σακουϊναβίρη,
αμπρεναβίρη και
νελφιναβίρη)*
[υποστρώματα και
αναστολείς του
CYP3A4]
δείχνουν ότι η
βορικοναζόλη μπορεί
να
αναστείλει το
μεταβολισμό των
αναστολέων της HIV
πρωτεάσης και ο
μεταβολισμός της
βορικοναζόλης μπορεί
επίσης να ανασταλεί
από τους αναστολείς
της HIV πρωτεάσης.
φαρμακευτικής
τοξικότητας και/ή
έλλειψης
αποτελεσματικότητας,
και
προσαρμογή της δόσης
ενδέχεται να
απαιτείται.
μΦαρ ακευτικό
προϊόν
[ μΜηχανισ ός
]αλληλεπίδρασης
Αλληλεπίδραση
Αλλαγές
γεωμετρικού μέσου
όρου (%)
Συστάσεις σχετικά
με την
συγχορήγηση
Άλλοι Μη-
Νουκλεοσιδικοί
Αναστολείς της
Αντίστροφης
Μεταγραφάσης
(NNRTIs) (π.χ.,
ντελαβιρδίνη,
νεβιραπίνη)*
[υποστρώματα,
αναστολείς του
CYP3A4 ή επαγωγείς
του CYP450]
Δεν μελετήθηκαν
κλινικά.
In vitro
μελέτες
δείχνουν ότι ο
μεταβολισμός της
βορικοναζόλης μπορεί
να ανασταλεί από
τους NNRTIs και η
βορικοναζόλη μπορεί
να αναστείλει τον
μεταβολισμό των
NNRTIs.
Τα ευρήματα σχετικά
με την
επίδραση της
εφαβιρένζης
στη βορικοναζόλη
υποδεικνύουν ότι ο
μεταβολισμός της
βορικοναζόλης μπορεί
να επαχθεί από έναν
NNRTI.
Προσεκτική
παρακολούθηση
για εμφάνιση
φαρμακευτικής
τοξικότητας και/ή
έλλειψης
αποτελεσματικότητας,
και
προσαρμογή της δόσης
ενδέχεται να
απαιτείται.
Σιμετιδίνη (400 mg
BID)
[μη ειδικός
αναστολέας του
CYP450 και αυξάνει
το γαστρικό pH]
Βορικοναζόλη Cmax
18%
Βορικοναζόλη AUC
23%
Χωρίς προσαρμογή της
δόσης.
Διγοξίνη (0,25 mg
QD)
[υπόστρωμα της P-
gp]
Διγοξίνη Cmax
Διγοξίνη AUC
Χωρίς προσαρμογή της
δόσης.
Ινδιναβίρη (800 mg
TID)
[αναστολέας και
υπόστρωμα του
CYP3A4]
Ινδιναβίρη Cmax ↔
Ινδιναβίρη AUC
Βορικοναζόλη Cmax ↔
Βορικοναζόλη AUC
Χωρίς προσαρμογή της
δόσης.
Αντιβιοτικά
μακρολίδια
Ερυθρομυκίνη (1 g
BID)
[αναστολέας του
CYP3A4]
Αζιθρομυκίνη (500
mg QD)
Βορικοναζόλη Cmax
και AUC
Βορικοναζόλη Cmax
και AUC
Η επίδραση της
βορικοναζόλης είτε
στην ερυθρομυκίνη
είτε στην
αζιθρομυκίνη δεν είναι
γνωστή
Χωρίς προσαρμογή της
δόσης.
μΦαρ ακευτικό
προϊόν
[ μΜηχανισ ός
]αλληλεπίδρασης
Αλληλεπίδραση
Αλλαγές
γεωμετρικού μέσου
όρου (%)
Συστάσεις σχετικά
με την
συγχορήγηση
Μυκοφαινολικό οξύ
(1 g εφάπαξ δόση)
Μυκοφαινολικό οξύ
Cmax ↔
Χωρίς προσαρμογή της
δόσης.
[υπόστρωμα της
UDP-
γλυκουρόνυλτρανσφ
εράσης]
Μυκοφαινολικό οξύ
AUCt ↔
Πρεδνιζολόνη
(60 mg εφάπαξ δόση)
[υπόστρωμα του
CYP3A4]
Πρεδνιζολόνη Cmax
11%
Πρεδνιζολόνη AUC
0−∞
34%
Χωρίς προσαρμογή της
δόσης.
Ρανιτιδίνη (150 mg
BID)
[αυξάνει το γαστρικό
pH]
Βορικοναζόλη Cmax
και AUC
Χωρίς προσαρμογή της
δόσης.
4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία
Εγκυμοσύνη
Δεν διατίθενται επαρκή δεδομένα για τη χρήση του Voriconazole DEMO σε
έγκυες γυναίκες.
Μελέτες σε πειραματόζωα έδειξαν τοξικότητα κατά την αναπαραγωγή
(βλ. παράγραφο 5.3). Ο πιθανός κίνδυνος για τους ανθρώπους είναι
άγνωστος.
Το Voriconazole DEMO δεν πρέπει να χορηγείται κατά την εγκυμοσύνη,
εκτός εάν τα πιθανά οφέλη για τη μητέρα εμφανώς υπερτερούν των
πιθανών κινδύνων για το έμβρυο.
Γυναίκες στην αναπαραγωγική ηλικία
Οι γυναίκες στην αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν
πάντοτε αποτελεσματικά μέτρα αντισύλληψης κατά τη διάρκεια της
θεραπείας.
Θηλασμός
Η απέκκριση της βορικοναζόλης στο μητρικό γάλα δεν έχει μελετηθεί. Ο
θηλασμός πρέπει να σταματά με την έναρξη της θεραπείας με το
Voriconazole DEMO.
Γονιμότητα
Σε μία μελέτη σε πειραματόζωα, δεν καταδείχτηκε διαταραχή της
γονιμότητας σε αρσενικούς και θηλυκούς αρουραίους (βλ. παράγραφο
5.3).
4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού
μηχανών
Το Voriconazole DEMO έχει μέτρια επίδραση στην ικανότητα οδήγησης
και χειρισμού μηχανών. Μπορεί να προκαλέσει παροδικές και
αναστρέψιμες διαταραχές της όρασης, που συμπεριλαμβάνουν θάμβο
όρασης, διαφοροποιημένη/αυξημένη οπτική αντίληψη ή /και φωτοφοβία.
Οι ασθενείς πρέπει να αποφεύγουν εργασίες που μπορεί να αποβούν
επικίνδυνες, όπως η οδήγηση ή ο χειρισμός μηχανημάτων, όταν
αισθάνονται τέτοια συμπτώματα.
4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες
Περίληψη του προφίλ ασφαλείας
Η ασφάλεια της χρήσης της βορικοναζόλης βασίζεται σε μια
ολοκληρωμένη βάση δεδομένων
ασφάλειας σε πάνω από 2.000 άτομα (1.655 ασθενών σε θεραπευτικές
μελέτες). Αυτή αντιπροσωπεύει ένα ετερογενή πληθυσμό, ο οποίος
περιλαμβάνει ασθενείς με αιματολογικές κακοήθειες, ασθενείς
προσβεβλημένους από HIV με οισοφαγική καντιντίαση και ανθεκτικές
μυκητιασικές λοιμώξεις, μη ουδετεροπενικούς ασθενείς με καντινταιμία
ή ασπεργίλλωση και υγιείς εθελοντές. Επτακόσιοι πέντε (705) ασθενείς
είχαν διάρκεια θεραπείας με βορικοναζόλη μεγαλύτερη των 12
εβδομάδων, ενώ 164 ασθενείς λάμβαναν βορικοναζόλη για πάνω από 6
μήνες.
Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν οπτικές
διαταραχές, πυρεξία, εξάνθημα, έμετος, ναυτία, διάρροια, κεφαλαλγία,
περιφερικό οίδημα, μη φυσιολογική δοκιμασία ηπατικής λειτουργίας,
αναπνευστική δυσχέρεια και κοιλιακό άλγος.
Η σοβαρότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν γενικά ήπιου έως
μέτριου βαθμού. Δεν
παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές διαφορές όταν τα δεδομένα
ασφαλείας αναλύθηκαν ανά ηλικία, φυλή ή φύλο.
Ταξινόμηση ανεπιθύμητων ενεργειών σε πίνακα
Στον πίνακα που ακολουθεί, λόγω του ότι οι περισσότερες μελέτες ήταν
ανοικτού σχεδιασμού, αναφέρονται ταξινομημένες κατά οργανικό
σύστημα και συχνότητα, όλες οι αιτιολογικά σχετιζόμενες ανεπιθύμητες
ενέργειες.
Οι κατηγορίες συχνότητας εκφράζονται ως: Πολύ συχνές (≥ 1/10),
Συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), Όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100),
Σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000), Πολύ σπάνιες (< 1/10.000), Μη
γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες
ενέργειες παρατίθενται κατά
φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.
Ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν σε άτομα που λάμβαναν
βορικοναζόλη:
Οργανικό
Σύστημα
μ Ανεπιθύ ητες ενέργειες
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
Συχνές Γαστρεντερίτιδα, γριπώδης συνδρομή
Σπάνιες Ψευδομεβρανώδης κολίτιδα